Τρία διαφορετικά περιστατικά σαλμονέλωσης, με δεκάδες ασθενείς και νοσηλείες σε Αθήνα, Λαμία και Καστοριά, έχουν απασχολήσει τις τελευταίες εβδομάδες τις υγειονομικές αρχές της χώρας.
Αν και σε κάθε περίπτωση εξετάζεται διαφορετική πιθανή πηγή μόλυνσης, κοινός παρονομαστής είναι η δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία εντοπισμού του τροφίμου ή της πρώτης ύλης που ευθύνεται για τη μετάδοση του βακτηρίου Salmonella, μίας από τις συχνότερες τροφιμογενείς λοιμώξεις παγκοσμίως. Αυτός είναι ο λόγος που και στις τρεις περιπτώσεις συρροής κρουσμάτων ενεργοποιήθηκαν οι αρμόδιες αρχές.
Ο ΕΟΔΥ ανέλαβε την επιδημιολογική διερεύνηση, ενώ ο ΕΦΕΤ και οι αρμόδιες υπηρεσίες τής εκάστοτε περιφέρειας ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν ελέγχους στις επιχειρήσεις, να λάβουν δείγματα τροφίμων και να προχωρήσουν σε ιχνηλάτηση των πρώτων υλών και των προμηθευτών, προκειμένου να εντοπιστούν η πηγή της μόλυνσης αλλά και ο τρόπος εξάπλωσης του βακτηρίου.
Με τους ελέγχους και στις τρεις περιπτώσεις να βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, ο πρόεδρος του ΕΦΕΤ, Αντώνης Ζαμπέλας, εξηγεί στην «Κ» ότι η αύξηση των κρουσμάτων από το συγκεκριμένο βακτήριο κατά τους θερινούς μήνες είναι ένα σύνηθες φαινόμενο, γι’ αυτό και οι έλεγχοι και οι δειγματοληψίες από πλευράς του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων αυξάνονται μέσα στο καλοκαίρι.
«Ο πρώτος και βασικότερος λόγος είναι η ζέστη, καθώς η σαλμονέλα πολλαπλασιάζεται γρήγορα όταν τα τρόφιμα παραμένουν σε θερμοκρασίες μεταξύ 5 °C και 60 °C. Ενας δεύτερος λόγος είναι ο μη ορθός χειρισμός τροφίμων, που συνδέεται πολλές φορές και με την αύξηση του εποχικού προσωπικού, το οποίο δεν είναι εξοικειωμένο με τους αυστηρούς κανόνες υγιεινής. Επίσης, το καλοκαίρι οι καταναλωτές τρώνε συχνότερα έξω», αναφέρει ο πρόεδρος του ΕΦΕΤ. Ο κ. Ζαμπέλας προσθέτει πως μεγάλη προσοχή χρειάζεται και κατά την προετοιμασία γευμάτων σε εξωτερικούς χώρους, όπως στα πανηγύρια, καθώς εκεί μπορεί να χρησιμοποιούνται τα ίδια σκεύη ή επιφάνειες για ωμά και μαγειρεμένα τρόφιμα ή να μην υπάρχει επαρκής δυνατότητα πλυσίματος χεριών και εξοπλισμού.
«Ο ΕΦΕΤ λαμβάνει περίπου 1.000 με 1.200 καταγγελίες κάθε χρόνο από καταναλωτές που αφορούν είτε την ορθή λειτουργία/υγιεινή των επιχειρήσεων τροφίμων είτε την καταλληλότητα τροφίμων. Εμείς στη συνέχεια προβαίνουμε σε έλεγχο», σημειώνει.
Βασική προϋπόθεση είναι και η λήψη πρώτων υλών από εγκεκριμένους προμηθευτές. Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Αναστάσιος Γιατράς, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών Επαγγελμάτων, προκειμένου να αποτραπεί κάθε είδους μόλυνση που μπορεί να οδηγήσει και σε δηλητηρίαση πρέπει να τηρούνται οι απαραίτητοι έλεγχοι σε όλα τα βήματα της αλυσίδας τροφοδοσίας.
«Η πρόσφατη κατάσχεση 6,2 τόνων ακατάλληλων τροφίμων ζωικής προέλευσης από την Περιφέρεια Αττικής αποδεικνύει πως υπάρχει και μια παράλληλη, “σκοτεινή” αγορά που επιμένει να παρανομεί εις βάρος της δημόσιας υγείας», τονίζει ο κ. Γιατράς. Κατά τον ίδιο, η συνεργασία με πιστοποιημένους και αξιόπιστους προμηθευτές, ο έλεγχος της θερμοκρασίας των προϊόντων όταν φθάνουν στο κατάστημα, η επαλήθευση της ακεραιότητας της συσκευασίας και της ημερομηνίας λήξης κατά την παραλαβή είναι βήματα που πρέπει να τηρούνται απαρεγκλίτως από τους εστιάτορες.
Οι ειδικοί σημειώνουν πως πράγματι το κοτόπουλο συγκαταλέγεται στα τρόφιμα που συνδέονται συχνότερα με τη σαλμονέλα, ωστόσο το βακτήριο μπορεί να περιέχεται σε οποιοδήποτε ωμό τρόφιμο ζωικής προέλευσης, δηλαδή στο κρέας, στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά, τα θαλασσινά, αλλά και σε ορισμένα φρούτα και λαχανικά.

