Tο ταπεινό φάντασμα κάθε ελληνικού λιμανιού

Με την τρίτη συλλογή της, η φιλόλογος Ελένη Κοσμά (γενν. 1984) επιβεβαιώνει εντυπώσεις από τα προηγούμενα βιβλία της. Πρώτον, αναπτύσσεται ποιητικά όπως μεγαλώνει ένα δέντρο· συμμετρικά απλώνει ρίζες και κλαδιά σε βάθος, ύψος, πλάτος

3' 19" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΕΛΕΝΗ ΚΟΣΜΑ
Ιστορία ενός καβοδέτη
εκδ. Πόλις, 2025 
σελ. 40

Με την τρίτη συλλογή της, η φιλόλογος Ελένη Κοσμά (γενν. 1984) επιβεβαιώνει εντυπώσεις από τα προηγούμενα βιβλία της. Πρώτον, αναπτύσσεται ποιητικά όπως μεγαλώνει ένα δέντρο· συμμετρικά απλώνει ρίζες και κλαδιά σε βάθος, ύψος, πλάτος. Τα ολιγόστιχα ποιήματα της πρώτης συλλογής συνιστούσαν, ιδωμένα τώρα υπό το φως του τρίτου βιβλίου της, εισαγωγή σε ένα έργο που οικοδομείται με πρόγραμμα και πειθαρχία. Kάθε νέο βιβλίο ανεβάζει τον πήχυ με μιαν εκτενέστερη σύνθεση, εμπεριέχοντας πυκνή συνομιλία με άλλους ποιητές και ποιήτριες και καλά χωνεμένη συμπερίληψη ξένων στίχων. Eχουμε εύστοχη, κατά σημεία μόνο, χρήση της παραδοσιακής φόρμας, ώστε δεν ασφυκτιά το ποίημα εκβιαζόμενο από την παλιομοδίτικη τεχνική. Εντείνεται, με τη βοήθεια του έμμετρου λόγου, η θεατρικότητα, απηχώντας μια παραμυθένια επική διάσταση. Δεύτερον, δεν πάσχει από τυπικά ελαττώματα, που συχνά επιβαρύνουν τη λογοτεχνία που γράφεται από φιλολόγους. Απουσιάζει η λεξιλαγνεία, ο ακκισμός του περίτεχνου που, συχνά, «μπουκώνει» την έμπνευση των φιλολόγων-ποιητών.

Hδη ο γενικός τίτλος μαρτυρεί ότι τα ποιήματα αφηγούνται την «ιστορία ενός καβοδέτη». Η λέξη αμέσως ανακαλεί στον νου τον άνθρωπο που στέκεται στην άκρη της προβλήτας του λιμανιού και υποδέχεται το καράβι, αρπάζοντας και δένοντας το χοντρό σχοινί, τον κάβο, και αντίστοιχα το λύνει κατά την αναχώρηση. Με έκπληξη όμως πληροφορούμαστε, στις σημειώσεις του τέλους, ότι απουσιάζει από τα λεξικά!

Το παλιό τραγουδάκι

Eχοντας διαβάσει τα 13 ποιήματα, χωρισμένα σε δύο εξάδες από ένα «ιντερμέδιο», έχοντας αρχίσει να σιγομουρμουρίζουμε μέσα μας το «παλιό τραγουδάκι» του καβοδέτη, που «ακούγεται» εδώ κι εκεί («κάνω κύκλους στον αέρα/ και τις λέξεις μου σκορπώ…»), γλιστράμε σε έναν ενδιάμεσο, ονειρικό χώρο, σε μιαν ατμόσφαιρα που θυμίζει τον δαιμόνιο Μπόρχες. Υπάρχει, άραγε, στ’ αλήθεια ο «καβοδέτης» ή είναι ένα στοιχειό της ποιητικής φαντασίας; Η Κοσμά πλέκει ένα αλλόκοτο δίχτυ. Βρισκόμαστε πιασμένοι εντός του χωρίς να το καταλάβουμε, λίγο συγκινημένοι, λίγο παραξενεμένοι, λίγο, ίσως, ανήσυχοι. Γιατί, εκτός από το αβέβαιο λεξιλόγιο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην επινόηση, να σου και η χρήση τεκμηρίων από τα κιτάπια της Ιστορίας: ο καβοδέτης-φάντασμα συνδέεται, λέει, με διάσημα καράβια, που έγραψαν Ιστορία: το σπετσιώτικο «Κόντε Μπένιξ», το επίσης σπετσιώτικο «Νέμεσις», το ψαριανό «Aγιος Νικόλαος», την υδραία «Τερψιχόρη» – όλα συνδεδεμένα με την Επανάσταση του ’21. Με μιαν από τις πολλές και ευφυείς απρόβλεπτες στροφές της, η ποιήτρια κλείνει αυτήν τη λίστα με το πλοίο «Χειμάρρα», και το γνωστό τραγικό εμφυλιοπολεμικό ναυάγιο με τους νεκρούς πολιτικούς κρατούμενους. Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος αυτού του ταπεινού, περιφρονημένου πλάσματος; «Κι έχε το νου σου. Εμείς δεν είμαστε/ ούτε καπεταναίοι ούτε ψαράδες», διαβάζουμε («Τα χέρια του καβοδέτη»).

Ναυτικοί κόμποι

Εκεί που λάμπουν στον ορίζοντα της φαντασίας τα νικηφόρα πλοία της Επανάστασης, κι ο καβοδέτης φωτίζεται και αυτός από την ηρωική τους λάμψη, εκεί η εικόνα σκοτεινιάζει απότομα. Εκεί που ο τίτλος του πρώτου ποιήματος τον θέλει «πούπουλο άλαλο» – εκεί, ξαφνικά, πάλι η στροφή, ή μάλλον οι στροφές, καθώς τυλίγεται ο μίτος του ποιήματος: να το τραγούδι του καβοδέτη, που αναφέραμε πριν και θα επαναληφθεί και αλλού, σαν αναγνωρίσιμο, πια, σαν γνωστό, τάχα, μοτίβο της συλλογής. Να και οι κατάλογοι, που η ποίηση τους αγαπά, ιδίως ότι μεταφέρουν εξωτικά φορτία. Εδώ οι κατάλογοι περιλαμβάνουν απαρίθμηση των ναυτικών κόμπων – «ζέπελιν/προυσίκ/αλπική πεταλούδα…». Το προυσίκ θα χαράξει την αναγνωστική μνήμη. Oταν το συναντήσουμε, αργότερα, στο τελευταίο ποίημα («Ο καβοδέτης πέφτει στη θάλασσα»), θα έχει γίνει «φλέβα», όπως και το ζέπελιν, όπως και η αλπική πεταλούδα. Eγιναν άραγε οι υλικοί κόμποι «φλέβα» ή μήπως μονάχα οι λέξεις που τους σημαίνουν; Τα ανοιχτά ερωτήματα και όχι οι επεξηγήσεις μεγαλώνουν την αξία της λογοτεχνίας.

Ακόμα μια στροφή, και το σχοινί θα συναντήσει τον Σολωμό –ή θα προσκρούσει πάνω του– ας διαλέξει η κάθε αναγνώστρια, κατά το γούστο της: «Η φλέβα προυσίκ πετάχτηκε/ στην αριστερή πλευρά του λαιμού του/ γλίστρησε στο πετρωμένο στέρνο/ συνάντησε τη φλέβα αλπική πεταλούδα/ και μες στης λίμνης τα νερά,/ έπαιξε με τον ίσκιο της». Ελεύθερος και πολιορκημένος ο καβοδέτης, αμήχανη η κριτική απέναντι στην απαιτητική ποίηση της Κοσμά, όπως υπήρξε για καιρό αμήχανη απέναντι στην αναγνωρισμένη πλέον και βραβευμένη Δήμητρα Κωτούλα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT