Eλεγεία για τον χαμένο πατέρα της Κυψέλης

Οχι υπαινικτικά, μα ρητά, η φωνή ενός γιου που μιλάει στο ποίημα καλεί τον νεκρό πατέρα να περπατήσει μέσα στους στίχους του ποιήματος

3' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ 
Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι
εκδ. Εκάτη, σελ. 52

Οχι υπαινικτικά, μα ρητά, η φωνή ενός γιου που μιλάει στο ποίημα καλεί τον νεκρό πατέρα να περπατήσει μέσα στους στίχους του ποιήματος. Ο Θωμάς Τσαλαπάτης (γενν. 1984) φρόντισε με μαστοριά οι στίχοι αυτοί να μπερδεύονται στον νου και στην ψυχή μας με τους δρόμους της αθηναϊκής Κυψέλης, ιδίως στο δεύτερο μέρος, που επιγράφεται «Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης». Eνας νεκρός, λοιπόν, ένας από καιρό νεκρός πατέρας περπατά στην Κυψέλη, που στα μπαλκόνια της, «σαλόνια μαζί και πεζοδρόμια», βρίσκονται «άνθρωποι κρεμασμένοι σαν μπουρνούζια σε αποδυτήρια» – να ένας στίχος που δύσκολα σβήνεται από τον νου. Υποβάλλεται η αίσθηση ότι ο πατέρας, δεν μπορεί, κάπου θα λανθάνει ζωντανός μέσα στον κυψελιώτικο-στιχουργικό λαβύρινθο και η επίμονη ποιητική αναζήτησή του θα οδηγήσει σε μιαν ανακάλυψη-ανάσταση. Μιας και αυτό δεν μπορεί, ωστόσο, να εκπληρωθεί, η οδύνη σιγά σιγά κορυφώνεται. Η συμμετοχή σε αυτόν τον πόνο λυτρώνει τον/την αναγνώστη/τρια, που προσέρχεται με τα δικά της/του πάθη και πένθη. Ο βαθμός της λύτρωσης είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο βαθμός ευστοχίας του ποιήματος. Ας δούμε πώς και εάν επιτρέπονται ή εμποδίζονται οι αναγκαίες ταυτίσεις, που είναι όλη η ουσία της ποιητικής τέχνης.  

Eκδηλα, όχι υπαινικτικά, η πραγματική βιογραφία του ποιητή ταυτίζεται με τη συγκίνηση της φωνής που μιλάει στο ποίημα. Ο Θωμάς Τσαλαπάτης απευθύνεται στον πατέρα του Κώστα (1948-2015). Διακρίνει κανείς τρεις, τουλάχιστον, «παραλήπτες» αυτής της ελεγείας. Ο ένας είναι ο ίδιος ο νεκρός πατέρας. Πεισματικά και αχόρταγα ο γιος τον ξαναστήνει ολοζώντανο μέσα σε στίχους, ενισχύοντας την πεποίθηση πως ο διάλογος με τον νεκρό εδραιώνεται δίχως μεταφυσική, μόνο με ποίηση. Ο δεύτερος παραλήπτης είναι οι συγγενείς και οι φίλοι: ένας νοητός κύκλος ανθρώπων, που όχι απλώς γνώριζαν τον νεκρό, αλλά ήταν και μυημένοι σε κάτι στο οποίο κατείχε ο νεκρός σημαίνουσα θέση. Σε αυτούς ο ποιητής –και ταυτόχρονα το πρόσωπο Θωμάς Τσαλαπάτης– απευθύνεται κάθε τόσο. Ακόμη και στις –χρήσιμες– σημειώσεις του τέλους πληροφορούμαστε ότι «το μότο του βιβλίου είναι ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη» και «οι κοντινοί ξέρουν όσα χρειάζεται γι’ αυτό». Υπάρχουν, λοιπόν, πράγματα που λέγονται στο ποίημα αλλά δεν αφορούν την/ τον κάθε αναγνώστ(ρια)η. Μονάχα «τους κοντινούς». Αυτοί ορίζονται ως οικογένεια (μητέρα, αδελφός) ή/και φίλοι, ομοϊδεάτες, συναγωνιστές της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, ποιητές, φανατικοί συναναγνώστες. Το ποίημα τους συγκροτεί ως μυθική κοινότητα που εμείς, οι άλλες/οι, η τρίτη κατηγορία των αναγνωστ(ρι)ών –ας την πούμε «γενικό κοινό»– την κοιτά απ’ έξω, σαν θεατής. 

Μέσα στον μύθο, και για τις ανάγκες του, πλέκονται στίχοι άλλων ποιητών (αναφέρονται στις σημειώσεις του τέλους), συγκροτώντας έναν από τους πολλούς νοητούς καμβάδες της ελεγείας. Μία από τις αρετές του βιβλίου είναι, άλλωστε, αυτή η υπερπαραγωγή εναλλασσόμενων σκηνικών. Ο νεκρός ήρωας του ποιήματος, που σφυρηλατείται ταυτόχρονα και ως μικροϊστορική μορφή του πατέρα-Κώστα Τσαλαπάτη, αναδύεται ως φανατικός αναγνώστης ή/και γκουρού της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα, κι ας μην ήταν ο ίδιος ποιητής. «Βγαίνει» στη σκηνή-ποίημα μαζί με τον Βαρβέρη, τη Μαστοράκη, τον Σεφέρη, τον Μαρκόπουλο, τον Σινόπουλο, τον Γκανά. Το ποίημα θα ήταν μια απόπειρα πάνδημου μνημόσυνου, αν δεν ήταν τόσο αδιαπέραστα οικοδομημένα τα όρια του δεύτερου κύκλου «παραληπτών», για τους οποίους έγινε λόγος πιο πάνω. Τώρα, το μνημόσυνο τελείται σε μια αυλήν περιτειχισμένη, σε μια συγκέντρωση οικογένειας, φίλων, ομοϊδεατών. Σκαρφαλώνουμε τη μάντρα· κρυφοκοιτάμε. Ο Τσαλαπάτης, δόκιμος ποιητής, με αναγνωρισμένο ιδίωμα, ντύνεται, εδώ, ξένους προς τον ίδιο στίχους και, συχνά, ξένο προς τον ίδιο ύφος. Σαν να έγραφε κάποιος άλλος· ή ένα φάντασμα: «Δεν έγραφα έτσι/ ούτε όπως γράφω εδώ μάλλον/ ίσως να έγραφες εσύ έτσι/ άμα έγραφες».

Το υπό συζήτηση βιβλίο είναι, λοιπόν, περισσότερο μαρτυρία/ντοκουμέντο/αρχείο, παρά καθαρή ποίηση, μολονότι υπάρχει σχολή που υποστηρίζει ειδικά την ποίηση-ντοκουμέντο. Κατεβαίνοντας τη μάντρα από όπου κρυφοκοίταξε για λίγο το ιδιωτικό μνημόσυνο, η/ο αναγνώστ(ρια)ης θα εξακολουθήσει, μάλλον, να αναζητεί (και να συντονίζεται με) τις υπόγειες συγκινήσεις, που αρδεύουν έτσι κι αλλιώς την ποίηση του Τσαλαπάτη, πριν και μετά(;) την κυψελιώτικη αυτή ελεγεία. Στο έργο του, με τον τρόπο του, θα βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, πλεγμένη για πάντα και του πατέρα η φωνή.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT