Τα σώματα και τα δικαιώματα στον Καβάφη

«Η κοινωνία χρειάστηκε δεκαετίες για να αποδεχθεί νομικά αυτό που ο Καβάφης είχε ήδη αφηγηθεί ποιητικά»

3' 42" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα
εκδ. Πόλις, 2026 
σελ. 200

«Η κοινωνία χρειάστηκε δεκαετίες για να αποδεχθεί νομικά αυτό που ο Καβάφης είχε ήδη αφηγηθεί ποιητικά». Στην πρόσφατη μελέτη του, ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος διεξέρχεται κάποια από τα ομοερωτικά ποιήματα του Καβάφη για να καταδείξει πως στην ποίησή του ενυπάρχει το αίτημα για ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Οπως υποστηρίζει, ο Καβάφης έγραφε σαν να πρότεινε το μελλοντικό δίκαιο και μέσω της κρυπτικής γραφής του, απότοκης προκαταλήψεων και απαγορεύσεων, άσκησε επίδραση στη σύγχρονη νομοθεσία. Ο Σωτηρόπουλος δεν ξεχνάει ότι, όταν ήταν φοιτητής στη Νομική, οι καθηγητές επεσήμαιναν ότι ο Σεφέρης και ο Ελύτης είχαν καθίσει στα ίδια έδρανα. Ηδη, λοιπόν, από τα νεανικά του χρόνια, η ποίηση και το δίκαιο κάθονταν δίπλα δίπλα. 

Ο Σωτηρόπουλος δεν έκανε τον Καβάφη παγκάκι, τον έκανε woke. Αστειεύομαι. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει πως παίρνει ένα ρίσκο. Διότι το να διαβάζεις ένα λογοτεχνικό έργο με προγραμματική αναγνωστική επιδίωξη, εγκυμονεί πάντοτε τον κίνδυνο της παρερμηνείας ή της προειλημμένης κρίσης. Ο Σωτηρόπουλος στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει τον Καβάφη, προσδίδοντάς του ενίοτε ακτιβιστικές προθέσεις, περιπίπτει σε ορισμένα ερμηνευτικά άλματα. Οπως όταν, λόγου χάριν, τον συγκρίνει με τους σημερινούς influencers και content creators, με το σκεπτικό ότι ο Καβάφης, ωσάν «ένας μπλόγκερ στην Αλεξάνδρεια», είχε την αποκλειστική επιμέλεια τόσο του έργου του όσο και της διανομής του.

Από την άλλη, δεν φαίνεται ιδιαίτερα πειστική η επιχειρηματολογία που απολήγει στο συμπέρασμα πως η γλώσσα του καβαφικού έργου «έχει περάσει στις φλέβες του γλωσσικού μας αισθητηρίου» και συνεκδοχικά στη γλώσσα του ισχύοντος δικαίου, το οποίο, όπως ακριβώς και η λογοτεχνία, είναι «μια μορφή παραγωγής λόγου, καθώς βασίζεται σε κείμενα τα οποία διατυπώνονται και ερμηνεύονται». Ο Σωτηρόπουλος μοιάζει να εκβιάζει τη λύση μιας αλυσιτελούς εξίσωσης. «[…] αν ο Καβάφης έχει επηρεάσει καθολικά την ελληνική γλώσσα που αποτελεί την πρώτη ύλη της νομοθετικής διαδικασίας, τότε η εξίσωση φαίνεται προφανής και αναμένει την επίλυσή της».

Ο Σωτηρόπουλος έχει απόλυτη επίγνωση των παρακινδυνευμένων αντιπαραβολών που απειλούν τη συλλογιστική του, όμως έχει επίσης δύο γερά ερείσματα για να την υπερασπίσει, αφενός τη νομική του κατάρτιση και αφετέρου τη λατρεία του για το έργο του Καβάφη. Ως νομικός και φιλότεχνος απεχθάνεται τη σύγχρονη τάση να αρτύνονται οι νομικές σπουδές με επιφανειακές προσχώσεις από τη λογοτεχνία. «Για έναν πραγματικό λάτρη της τέχνης, δεν υπάρχει τίποτα πιο απεχθές από μια τέτοια εργαλειοποίηση, νομίζω. Θα ήθελα να δια-χωρίσω ρητά τη θέση μου από οποιαδήποτε χρήση της τέχνης ως δολώματος ή ως καλολογικής πλαισίωσης για ένα, υποτίθεται, σοβαρότερο κυρίως θέμα».

Ενα όνειρο

Το βιβλίο του Σωτηρόπουλου ξεκινά με ένα όνειρο, με την επίσκεψή του στο σπίτι του ποιητή. «Βρισκόμουν εκεί ως δικηγόρος που ο ίδιος ο ποιητής τού ζήτησε να τον ενημερώσει για τα δικαιώματα! Ενιωθα, μάλλον αφελώς, γεμάτος απαντήσεις». Στο όνειρο η λατρεία φτάνει στο απόγειό της, την «ανάσταση». Και ίσως, μέσω της επιστήμης του δικαίου, κάτι τέτοιο να επιχειρεί ο Σωτηρόπουλος, την επαναφορά του ποιητή στη ζωή ως διεκδικητή ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων. 

Συνεξετάζοντας την ομοερωτική ποίηση του Καβάφη με τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, ο Σωτηρόπουλος οραματίζεται έναν συνταγματικό ανθρωπισμό, που θα διασφαλίζει ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα θα υπάρχουν και θα εκφράζονται ελεύθερα στον δημόσιο χώρο και πρωτίστως ότι θα προστατεύονται από θεμελιακές θεσμοθετήσεις, όπως η κατοχύρωση της αξιοπρέπειας, η απαγόρευση των διακρίσεων, η προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Ο «νομικός» Καβάφης τού Σωτηρόπουλου θεσπίζει «ένα ποιητικό συνταγματικό δίκαιο της ηδονής».

Ενα από τα πιο γοητευτικά κομμάτια του βιβλίου βρίσκεται στο επίμετρο, στο σημείο όπου ο συγγραφέας αναλύει την ερεθιστική επενέργεια της αισθησιακής γλώσσας του Καβάφη. Δεν συμφωνώ με τον προσδιορισμό «λυρική πορνογραφία», αλλά μάλλον ούτε ο Σωτηρόπουλος συμφωνεί, από τη στιγμή που συμπεραίνει ότι ο Καβάφης υπήρξε ένας «από τους πρώτους ποιητές της νεωτερικότητας που κατόρθωσε να δημιουργήσει λογοτεχνικό αισθησιασμό δίχως να περιγράψει ούτε μία πορνογραφική σκηνή». Παρ’ όλα αυτά, η προσέγγιση της διεγερτικής γλώσσας του Καβάφη, όπου η επιθυμία συναιρείται με τη μνήμη, φανερώνει ραφινάτη αναγνωστική παιδεία. «Οι λέξεις λειτουργούν σαν ίχνη δέρματος που δεν μπορούν πλέον να αγγιχτούν, αλλά μπορούν να ξαναζήσουν μέσα από τη φαντασία».

Την ομοερωτική ποίηση του Καβάφη κατακλύζουν νεανικά ανδρικά σώματα, που ποθούν, πάσχουν, πεθαίνουν, καταφθείρονται από «την καθαρή ηδονή». Η σύγχρονη νομοθεσία αυτά τα σώματα, όπως και όλα τα σώματα, οφείλει να περιθάλψει. Ο Σωτηρόπουλος υπενθυμίζει πως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφορά καθένα ξεχωριστά από τα άτομα που συναποτελούν το σώμα της πολιτείας. Η ανθρώπινη παρουσία, την οποία το δίκαιο καλείται να προστατεύσει, δεν είναι αφηρημένη. «Είναι ενσώματη, χρονική, ευάλωτη, αναγκαία». Πέρα από την εκλεπτυσμένη γραφή, το βιβλίο καταξιώνει ένας βαθύς, στέρεος ανθρωπισμός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT