LUISE GLÜCK
Αβέρνο
μτφρ. Χάρης Βλαβιανός
εκδ. Στερέωμα, 2025
σελ. 184
Τα έργα των σημαντικών ποιη-τ(ρι)ών συνιστούν οργανωμένα σύνολα, με γεωμετρία και συνοχή· καταπιάνονται με τα μεγάλα ζητήματα της ύπαρξης· εγγράφονται στην παράδοση την οποία, ταυτόχρονα, ανανεώνουν. Η φόρμα είναι εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο, και η συγκίνηση που προκαλούν ανταγωνίζεται τα ερεθίσματα της σκέψης. Η ποίηση της Αμερικανίδας, με εβραϊκή καταγωγή, Λουίζ Γκλικ (1943-2023) φέρει, από τα πρώτα βήματα μέχρι το υπό συζήτηση έργο της, το «Αβέρνο» (2006), όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Το Νομπέλ της (2020) τίμησε την πραγματικά μεγάλη λογοτεχνία. Η δίγλωσση έκδοση και η προσεκτική, πιστή κατά το ύφος και το περιεχόμενο, μετάφραση του Βλαβιανού μάς επιτρέπουν να ελέγξουμε αυτούς τους ισχυρισμούς.
Ενώ ο έρωτας, ο θάνατος, η φύση, το τραύμα, η ψυχανάλυση, αλλά και η εικαστική ματιά, αποτελούν σταθερούς άξονες γύρω από τους οποίους η Γκλικ πλέκει τους στίχους της, μεσολαβεί, κάθε φορά, μια ευρηματική σκηνοθεσία, που μετασχηματίζει σε ποίηση τα πάθη. Αλλού είναι τα φυτά κι ο κήπος, αλλού ο μόχθος του ζωγράφου· στο «Αβέρνο», είναι μια αναστοχαστική εξοικείωση με τον επερχόμενο θάνατο. Ο μύθος Δήμητρας – Περσεφόνης και το τοπίο της ιταλικής λίμνης Αβέρνο, που οι Ρωμαίοι θεωρούσαν είσοδο στον Κάτω Κόσμο, ενεργοποιούν με θαυμαστή ποιητική οικονομία πλήθος συγκινήσεων. Ας θυμηθούμε, εδώ, ότι και ο Ρίλκε χρησιμοποίησε την τοπιογραφία του Αβέρνο στο εμβληματικό ποίημα «Ορφέας. Ευρυδίκη. Ερμής» που, ένας άλλος μεγάλος ποιητής, ο Γιόζεφ Μπρόντσκι, θεωρούσε ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της εποχής μας.
Η Γκλικ αρνείται ότι γράφει γυναικεία ποίηση· στα δοκίμιά της υποδεικνύει την όποια έμφυλη διάσταση ως αναμενόμενο στοιχείο ιστορικότητας: «Με μπερδεύει, όχι συναισθηματικά, μα λογικά, η αποφασιστικότητα των σύγχρονων γυναικών να γράφουν ως γυναίκες […] όλη η τέχνη είναι ιστορική: τόσο στις αντιπαραθέσεις όσο και στις υπεκφυγές της, μιλάει για την περίοδό της. […]
Το όνειρο της τέχνης δεν είναι να επιβεβαιώνει το ήδη γνωστό, αλλά να διαφωτίζει το κρυφό, και το μονοπάτι για τον κρυφό κόσμο δεν χαράσσεται κατά βούληση», γράφει («Αποδείξεις και Θεωρίες», μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, σελ. 23). Ισως η ιστορικότητα υπαγορεύει στην ποιήτρια να βάλει, για πρώτη φορά από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, στο επίκεντρο ενός μεγάλου λογοτεχνικού έργου τη σχέση μητέρας – κόρης, και την παράλληλη σχέση ανθρώπου – γης, μαζί με όλες τις έμφυλες και οικολογικές συνδηλώσεις.

Το βιωματικό υπόβαθρο είναι επίσης ανιχνεύσιμο. Ομως η διαφορά με κατώτερες μορφές ποιητικής τέχνης, που απηχούν αμάσητο το βίωμα ή στρατεύονται ευθέως σε ιδέες είναι έκδηλη: η σκοτεινή σχέση, η κόρη ως μαρτυρική επανάληψη της αδίστακτης μητέρας, οι αιμομικτικοί υπαινιγμοί, ο Πλούτων που γίνεται Δίας, η φύση –μήτρα και εκδικήτρια–, όλα αποκαλύπτονται αργά, ανατριχιαστικά, σαν το ένοχο μυστικό ενός εγκλήματος, που σπάει το λουκέτο της σιωπής και, μετά από αιώνες, φτερουγίζει σαν νότες μινιμαλιστικής μουσικής, με τα λόγια της ποιήτριας: «Χιονίζει στη γη· ο κρύος άνεμος λέει/ πως η Περσεφόνη κάνει σεξ στην κόλαση.// Ξέρει πως η γη/ διοικείται από μητέρες…». Η Περσεφόνη δεν είναι απλώς μία από εμάς: η Δήμητρα-γη αποκαλύπτεται και αυτή ως μια αλλοτινή Περσεφόνη. Η φωνή που μιλάει στο ποίημα ρίχνει τη σπίθα της εξέγερσης, τη σπίθα της ελπίδας: «Οπου/υπάρχει ρωγμή, υπάρχει ρήξη.// Τραγούδι της γης,/ τραγούδι του μυθικού οράματος της αιώνιας ζωής -// Η ψυχή μου/ συντρίβεται από την προσπάθεια/ να ανήκει στη γη-// Τι θα κάνεις εσύ/ όταν θα έρθει η σειρά σου στο λιβάδι με τον θεό;».
Η βία της γης
Το ερώτημα αυτό, στο οποίο καταλήγει η πρώτη εκδοχή του ποιήματος «Περσεφόνη η περιπλανώμενη», εμπεριέχει πνιγμένο κέλευσμα για αλλαγή, που μοιάζει να ξεχειλίζει. Επιθετικά συνεχίζει η Γκλικ στη δεύτερη εκδοχή της «Περσεφόνης», με την οποία το βιβλίο κλείνει: «Αρχίζουμε να διακρίνουμε εδώ/ την έντονη βία της γης//της οποίας η εχθρικότητα υπονοεί/ πως δεν έχει την επιθυμία/ να συνεχίσει ως πηγή ζωής». Είναι η γη που, περιβαλλοντικά επιβαρυμένη, μεταμορφώνεται σε απειλή; Είναι η γυναίκα που δεν επιθυμεί πλέον να τεκνοποιήσει; Και πολλά άλλα ακόμη. Είναι, προπάντων, ο τρόπος της Γκλικ να μας μπερδεύει κάθε τόσο με ένα επιδέξια κουρδισμένο μουρμουρητό: Ακούμε μοιρολόι ή φιλοσοφική πραγματεία; Ρυάκι που κελαρύζει ή χείμαρρο που φουσκώνει απειλητικά;

