Η κινεζική ηγεσία προσέφερε στον Ντόναλντ Τραμπ μεγαλοπρεπή φιλοξενία, αναλογιζόμενη την ιδιοσυγκρασία του, όπως και το στάτους των ΗΠΑ ως υπερδύναμης. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανταπέδωσε τις φιλοφρονήσεις με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια για τον Σι Τζινπίνγκ και την Κίνα, κατ’ ουσίαν αναγνωρίζοντας το Πεκίνο ως ισότιμο συνομιλητή της Ουάσιγκτον. Είδαμε έναν Τραμπ πολύ διαφορετικό από τον Αμερικανό πρόεδρο που πριν από ένα χρόνο εκτόξευσε τους δασμούς επί των εισαγομένων κινεζικών προϊόντων στο εξωφρενικό 145%.
Παράλληλα, όμως, οι διπλωματικές αβρότητες και οι προπόσεις κατά τη διήμερη σύνοδο δεν μπορούν να αποκρύψουν τη δομική αντιπαλότητα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών στον κόσμο. Δεν έλειψαν οι αιχμές από τις προσεκτικές διατυπώσεις εκατέρωθεν, ενώ εξίσου σημαντικά είναι και όσα δεν ελέχθησαν δημοσίως.
Ηταν αναμενόμενο η Κίνα και οι ΗΠΑ να προσέλθουν στη σύνοδο με διαφορετικούς στόχους. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να σημειωθεί η απόσταση ανάμεσα στις δύο ατζέντες ή, ακριβέστερα, στη δομή τους. Ο Σι Τζινπίνγκ θεώρησε σκόπιμο, ευρισκόμενος στο γήπεδό του, να αναδείξει κατά προτεραιότητα το θέμα της Ταϊβάν, κάτι που είχε αποφύγει να κάνει κατά τη συνάντηση των δύο προέδρων στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Δεν δίστασε, μάλιστα, να αναφερθεί στην «παγίδα του Θουκυδίδη», τη γνωστή θεωρία του Γκράχαμ Αλισον, για την οποία το Πεκίνο επιμένει πως εκτρέπει τις σινοαμερικανικές σχέσεις σε επικίνδυνες ατραπούς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, με τη σειρά του, ταξίδεψε στην Κίνα με εντυπωσιακή συνοδεία, στην οποία εκπροσωπήθηκαν μερικοί από τους μεγαλύτερους πολυεθνικούς κολοσσούς στις ΗΠΑ. Ενώ η οικονομική συνεργασία μεταξύ των δύο δυνάμεων σαφώς είναι επιδίωξη και του Πεκίνου, ο Ντόναλντ Τραμπ την τοποθέτησε στην κορυφή της δικής του λίστας προτεραιοτήτων. Προτίμησε δε να συζητήσει τις γεωπολιτικές προκλήσεις κατ’ ιδίαν με τον ομόλογό του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ως αποτέλεσμα της συνόδου, παρατείνεται η εύθραυστη εμπορική εκεχειρία που επιτεύχθηκε πέρυσι και φαίνεται ότι διευρύνεται το πεδίο της. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, η Κίνα δείχνει έτοιμη να παραγγείλει 200 (αντί για 500) αεροσκάφη Boeing 737, όπως και να αυξήσει τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον ευελπιστεί ότι θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις και ως προς την πρόσβαση αμερικανικών επιχειρήσεων σε σπάνιες γαίες υπό τον έλεγχο του Πεκίνου.
Η δε Κίνα ζητεί από τον Λευκό Οίκο να επιτρέψει την εξαγωγή των πλέον προηγμένων μικροτσίπ H200 της Nvidia, που είναι κρίσιμα στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Πολύ μεγάλη σημασία για την κινεζική ηγεσία έχει και ο θετικός αντίκτυπος της συνόδου στο διεθνές κύρος της χώρας. Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας «παρέλασης» ξένων ηγετών τους τελευταίους μήνες, τόσο από τον Παγκόσμιο Νότο όσο και από δυτικές χώρες.
Ως προς τη σινοαμερικανική αντιπαλότητα, στην παρούσα φάση οι δύο δυνάμεις επιλέγουν τον ελεγχόμενο ανταγωνισμό, μια σύλληψη όχι θεμελιωδώς διαφορετική από τις «προστατευτικές μπάρες» (guardrails) που είχαν συμφωνηθεί επί των ημερών του Τζο Μπάιντεν. Εξακολουθούν, όμως, να ελλοχεύουν κίνδυνοι λόγω της συσσωρευμένης αμοιβαίας καχυποψίας, παρά τη συνομιλία που είχαν οι δύο ηγέτες στο προεδρικό συγκρότημα Zhongnanhai.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξασφάλισε τη στήριξη της Κίνας για τον πόλεμο στον Κόλπο. Σημειωτέον, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο επιδιώκουν το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και δεν θέλουν να δουν το Ιράν κάτοχο πυρηνικών όπλων, ωστόσο έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις ως προς τη μέθοδο για την αντιμετώπιση αυτών των δύο ζητημάτων. Λίγες μόνο ημέρες πριν από την επίσκεψη Τραμπ, η Κίνα φιλοξένησε τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών και θεωρείται βέβαιο ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Τεχεράνη ως σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό εταίρο.
Αλλά είναι φανερό ότι η πιο επικίνδυνη δυνητική εστία ανάφλεξης παραμένει η Ταϊβάν. Ενώ ο Κινέζος πρόεδρος μίλησε γι’ αυτό το θέμα με ασυνήθιστη ευθύτητα, οι δηλώσεις τού, κατά τα λοιπά, λαλίστατου Τραμπ, όπως και η επίσημη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου μετά την πρώτη ημέρα της συνόδου, δεν περιείχαν την παραμικρή σχετική αναφορά. Εικάζεται, πάντως, ότι ο Τραμπ τείνει ευήκοον ους στις έντονες αντιδράσεις του Πεκίνου για τα οπλικά συστήματα αξίας 11 δισ. δολαρίων που προσφέρουν οι ΗΠΑ ως στρατιωτική βοήθεια στην αυτοδιοικούμενη νήσο.
Το επόμενο χρονικό διάστημα θα γνωρίζουμε αν επίκειται κάποια αναδίπλωση του Αμερικανού προέδρου στο θέμα της Ταϊβάν, ως αντάλλαγμα για παραχωρήσεις της Κίνας στο οικονομικό και τεχνολογικό πεδίο. Αντιμέτωπος με το αδιέξοδο στον Κόλπο και τις αυξανόμενες πιέσεις στην εγχώρια πολιτική σκηνή, ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να πάρει δύσκολες αποφάσεις μετά την επίσκεψή του στο Πεκίνο.
*Ο κ. Πλάμεν Τόντσεφ είναι επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).

