Εξηγώντας τα βαθύτερα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Θουκυδίδης παρατήρησε ότι εκείνο που κατέστησε τη σύγκρουση αναπόφευκτη ήταν η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη. Η διαπίστωσή του δεν περιγράφει απλώς ένα επεισόδιο της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας. Αποτυπώνει έναν από τους διαχρονικούς μηχανισμούς της διεθνούς πολιτικής: την ένταση που γεννά η μεταβολή του συσχετισμού ισχύος.
Η λεγόμενη «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν σημαίνει ότι κάθε ανερχόμενη δύναμη είναι καταδικασμένη να συγκρουστεί με την κατεστημένη. Σημαίνει, όμως, ότι η άνοδος της πρώτης προκαλεί ανασφάλεια στη δεύτερη, ενώ η προσπάθεια της δεύτερης να διατηρήσει τα προνόμιά της εκλαμβάνεται από την πρώτη ως απόπειρα ανάσχεσης. Ετσι, ακόμη και κινήσεις που παρουσιάζονται ως αμυντικές, ενδέχεται να γίνουν αντιληπτές ως επιθετικές. Η επιλογή της Αθήνας να κατασκευάσει τα μακρά τείχη δημιούργησε ανησυχία στη Σπάρτη: εάν η Αθήνα γινόταν απρόσβλητη από τη στεριά, τότε η υπεροχή της Σπάρτης στον χερσαίο πόλεμο σχεδόν θα εκμηδενιζόταν και επομένως οι Αθηναίοι θα ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί των Σπαρτιατών εκμεταλλευόμενοι την αθηναϊκή θαλάσσια ισχύ. Η παγίδα δεν βρίσκεται στην αναπόφευκτη πορεία προς τον πόλεμο, αλλά στη συσσώρευση φόβων, ενίοτε και παρερμηνειών ή λανθασμένων υπολογισμών. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη συνάντηση μεταξύ των Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ αποκτά σημασία που υπερβαίνει το περιστασιακό, τις επιμέρους ανακοινώσεις ή τις διπλωματικές χειρονομίες. Το ουσιώδες είναι ότι οι δύο πλευρές συναντώνται πλέον μέσα σε ένα περιβάλλον δομικής αντιπαλότητας. Η σινοαμερικανική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε ένα πεδίο. Στο εμπόριο, οι δασμοί, οι περιορισμοί και η αναζήτηση μεγαλύτερης αυτάρκειας αντανακλούν την αγωνία για τον έλεγχο κρίσιμων αλυσίδων παραγωγής. Στην τεχνολογία, οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη και οι τηλεπικοινωνίες έχουν μετατραπεί σε πεδία στρατηγικού ανταγωνισμού. Στον Ινδοειρηνικό, η αμερικανική παρουσία και το πλέγμα συμμαχιών της Ουάσιγκτον ερμηνεύονται από το Πεκίνο ως προσπάθεια περικύκλωσης. Αντιστρόφως, η στρατιωτική ενίσχυση και η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας θεωρούνται από τις ΗΠΑ απειλή για την περιφερειακή ισορροπία και την ελευθερία κινήσεων των συμμάχων τους.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένα βαθύτερο διακύβευμα: ποιος θα καθορίζει τους κανόνες του διεθνούς συστήματος τις επόμενες δεκαετίες. Οι ΗΠΑ παραμένουν η κατεστημένη υπερδύναμη, με παγκόσμια στρατιωτική παρουσία, ισχυρό δίκτυο συμμαχιών και καθοριστικό ρόλο στους θεσμούς της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν είναι πλέον απλώς μια μεγάλη αναπτυσσόμενη οικονομία. Είναι χώρα με παγκόσμιες φιλοδοξίες, τεχνολογική δυναμική, αυξανόμενη στρατιωτική ισχύ και αντίστοιχα κλιμακούμενη αυτοπεποίθηση. Το επικίνδυνο δεν είναι ότι κάποια από τις δύο πλευρές επιδιώκει συνειδητά τη μετωπική σύγκρουση, αλλά ότι αμφότερες θεωρούν πως απλώς αντιδρούν στις κινήσεις της άλλης. Η αποτροπή μπορεί να εκληφθεί ως πρόκληση. Η προειδοποίηση ως απειλή. Η τεχνολογική προστασία ως οικονομικός στραγγαλισμός. Η επίδειξη αποφασιστικότητας ως προετοιμασία επίθεσης. Σε τέτοιες συνθήκες, η αντιπαράθεση δεν χρειάζεται έναν μεγάλο σχεδιασμό για να γίνει επικίνδυνη. Αρκεί μια αλληλουχία μικρών ενεργειών που σταδιακά ξεφεύγουν από τον έλεγχο και αποκτούν τη δική τους δυναμική.
Ο Θουκυδίδης δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι προσφέρει έτοιμες συνταγές για την πρόβλεψη του μέλλοντος. Η Ιστορία του είναι «κτήμα ες αεί» όχι επειδή τα γεγονότα επαναλαμβάνονται μηχανικά, αλλά επειδή όσα συμβαίνουν «κατά την ανθρώπινη φύση» έχουν την τάση να μοιάζουν. Κάθε ιστορική συγκυρία είναι μοναδική. Ομως ακριβώς γι’ αυτό η προειδοποίηση του Θουκυδίδη παραμένει χρήσιμη: όχι ως πρόβλεψη, αλλά ως μέθοδος διάγνωσης των κινδύνων που ανακύπτουν στις διακρατικές σχέσεις.
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπλ. καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Παν. Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» θα κυκλοφορήσει στις 19/5 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

