Τεράστιο είναι το «κόστος» για την ευρωπαϊκή οικονομία λόγω της ενεργειακής «πίεσης» που προκαλεί η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς έχει αναζωπυρώσει τις διεθνείς τιμές των ορυκτών καυσίμων. Μιλώντας στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου, η πρόεδρος της Κομισιόν ανέφερε σήμερα ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση «χάνει σχεδόν 500 εκατ. ευρώ την ημέρα», ενώ μέσα σε μόλις 60 ημέρες σύγκρουσης το επιπλέον κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων ξεπέρασε τα 27 δισ. ευρώ – χωρίς καν αύξηση στην πραγματική κατανάλωση ενέργειας.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη βαθιά εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα καύσιμα και, σύμφωνα με την ίδια, καθιστά επιτακτική την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Για τον λόγο αυτόν, η πρόεδρος της Κομισιόν έθεσε ως στρατηγική προτεραιότητα τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας – από ανανεώσιμες πηγές έως και πυρηνική ενέργεια, στο πλαίσιο της «τεχνολογικής ουδετερότητας». Παράλληλα, προανήγγειλε ένα φιλόδοξο σχέδιο ηλεκτροποίησης (electrification) της οικονομίας έως το καλοκαίρι, καθώς και την επιτάχυνση επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές και δίκτυα.
Προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων
Η Κομισιόν έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η τρέχουσα κρίση απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις για να προστατευθούν οι πιο ευάλωτοι τομείς της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το εκτελεστικό όργανο της Ε.Ε. ενεργοποίησε σήμερα ένα προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, το METSAF (Middle East Temporary State Aid Framework), το οποίο θα ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Το συγκεκριμένο πλαίσιο επιτρέπει στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να στηρίξουν άμεσα επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο από την άνοδο του ενεργειακού «κόστους», κυρίως στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας, των μεταφορών και της ενεργοβόρας βιομηχανίας.
Η βασική αρχή είναι απλή: τα κράτη-μέλη μπορούν να καλύπτουν μέρος της αύξησης του κόστους καυσίμων ή λιπασμάτων με βάση την πραγματική ή την πρόσφατη κατανάλωση των επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα, όπως εξήγησαν αρμόδιες πηγές, μπορεί να καλυφθεί έως και το 70% του επιπλέον κόστους που προκαλείται από την κρίση.
Για μικρές επιχειρήσεις προβλέπεται απλοποιημένη διαδικασία, χωρίς εκτενή γραφειοκρατία, με ενισχύσεις έως 50.000 ευρώ ανά δικαιούχο. Τα ποσά μπορούν να υπολογίζονται όχι μόνο με αποδείξεις, αλλά και με στατιστικά στοιχεία ή «εκτιμήσεις» (proxies), ώστε να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση.
Οπως εξήγησαν αρμόδιες πηγές, αυτή η απλοποίηση είναι κρίσιμη για μικρούς αγρότες, αλιείς ή μικρές μεταφορικές επιχειρήσεις που πλήττονται άμεσα από τις αυξήσεις τιμών, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν περίπλοκες διαδικασίες.
Τι ισχύει για τη βιομηχανία και την ηλεκτρική ενέργεια
Για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, το πλαίσιο προβλέπει αυξημένη στήριξη ως προς το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η επιδότηση δηλαδή μπορεί να καλύπτει έως το 50% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Επιτρέπεται συνδυασμός με άλλα καθεστώτα ενισχύσεων (όπως για το ETS), προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η αύξηση αυτή αντανακλά την άνοδο των τιμών χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, που συνδέονται άμεσα με το κόστος του φυσικού αερίου.
Πώς θα εφαρμοστούν οι ενισχύσεις
Κάθε κράτος-μέλος καταθέτει ένα συνολικό σχέδιο (scheme) στην Κομισιόν. Στη συνέχεια, η Κομισιόν το εγκρίνει – συνήθως γρήγορα, ακόμη και μέσα σε λίγες εβδομάδες σε περιόδους κρίσης, όπως ανέφεραν αρμόδιες πηγές. Το κράτος εφαρμόζει το πρόγραμμα και επιλέγει τους δικαιούχους, χωρίς να χρειάζεται νέα έγκριση για κάθε επιχείρηση.
Η διαδικασία αυτή έχει σχεδιαστεί, ώστε να συνδυάζει έλεγχο και ταχύτητα. Οπως τονίστηκε, η νομική προθεσμία για έγκριση είναι έως δύο μήνες, αλλά στην πράξη οι αποφάσεις μπορούν να ληφθούν πολύ ταχύτερα.
Προσωρινό «εργαλείο»
Σε κάθε περίπτωση, η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι πρόκειται για προσωρινή παρέμβαση. Ο βασικός στόχος παραμένει η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενεργειακής αυτάρκειας.
Ακόμη και η δυνατότητα επιδότησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο –που εξετάζεται κατά περίπτωση– παρουσιάζεται ως έκτακτο μέτρο και όχι ως στρατηγική επιλογή. Οπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές, πρόκειται για μια «ισορροπία» μεταξύ της ανάγκης άμεσης στήριξης και του μακροπρόθεσμου στόχου της πράσινης μετάβασης.

