Υπό κανονικές συνθήκες, η υπογραφή σύμβασης μεταξύ μιας εταιρείας και ενός εργολάβου για την εκμίσθωση γεωτρύπανου για θαλάσσιες έρευνες θα είχε περάσει στα ψιλά των εφημερίδων και το πλέον πιθανό να μην είχε δει καν το φως της δημοσιότητας. Ομως, η παρούσα συγκυρία, με τις εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή και τη συνεπακόλουθη ενεργειακή κρίση σε πλήρη εξέλιξη, είναι τέτοια που προσέδωσε άλλη διάσταση στην υπογραφή, προ ημερών (15/4), της σύμβασης μεταξύ της κοινοπραξίας που είναι υπεύθυνη για την παραχώρηση Block 2 στο Ιόνιο (που περιλαμβάνει τις εταιρείες ExxonMobil, Energean και HELLENiQ ENERGY) και της Stena Drilling, της σουηδικής εταιρείας που διαθέτει το πλωτό γεωτρύπανο Stena Drill MAX, με το οποίο θα πραγματοποιηθεί ερευνητική γεώτρηση τον Φεβρουάριο 2027.
Υπενθυμίζουμε ότι η κατ’ αρχήν συμφωνία για την πραγματοποίηση ερευνητικής γεώτρησης υπεγράφη τον Νοέμβριο στην Αθήνα, στο πλαίσιο του συνεδρίου P-TEC, ταυτόχρονα με την είσοδο της αμερικανικής ExxonMobil στην ανωτέρω κοινοπραξία με ποσοστό 60%. Η Energean διατηρεί συμμετοχή 30%, από 75% προηγουμένως, και η HELLENiQ ENERGY 10%, από 25% προηγουμένως.
Η εν λόγω γεώτρηση θα είναι η πρώτη που πραγματοποιείται στην Ελλάδα τα τελευταία 33 χρόνια (οι τελευταίες έγιναν στον Βόρειο Πρίνο από την NAPC το 1994 και στην Επανομή και στα Γιάννενα την περίοδο 1988-1994 από τη ΔΕΠ-ΕΚΥ), με εξαίρεση τις παραγωγικές γεωτρήσεις στον Πρίνο από την Energean την περίοδο 2010-2020. Η Energean, που είναι ο διαχειριστής της εν λόγω κοινοπραξίας, εκτιμά ότι ο ερευνητικός στόχος στο Block 2 μπορεί να περιέχει 270 δισ. κυβικά μέτρα (δ.κ.μ.) αερίου ή 5 δισ. βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου. Τοποθετεί, δε, την πιθανότητα επιτυχίας της γεώτρησης στο 16%, που θεωρείται καθιερωμένη για τα δεδομένα του κλάδου.
Με δεδομένο ότι η μέση κατανάλωση αερίου στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια ανέρχεται στα 6.0 δ.κ.μ., και μια ενδεχόμενη ετήσια παραγωγή από το Block 2 θα μπορεί να φθάσει στα 8.0 με 10.0 δ.κ.μ. τον χρόνο, το συγκεκριμένο κοίτασμα –υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι επιτυχής η γεώτρηση– όχι μόνο θα μπορεί να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς, αλλά θα εξάγει, μέσω διασύνδεσης με το ιταλικό σύστημα αερίου. Υπό αυτήν την έννοια, η γεώτρηση στο Block 2 κρίνεται κομβικής σημασίας καθώς προσφέρει την προοπτική για ενεργειακή αυτάρκεια.
Η υπογραφή της ανωτέρω συμφωνίας, που πραγματοποιήθηκε στο ΥΠΕΝ με τη συμμετοχή εκπροσώπων των εταιρειών αλλά και της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η οποία υπογράμμισε τον ρόλο που έχει ο κλάδος της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων στην ενεργειακή ασφάλεια, προσέλαβε ιδιαίτερα πανηγυρικό χαρακτήρα με τεράστια προβολή στα ΜΜΕ. Με τον οικοδεσπότη υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου να δηλώνει περιχαρής ότι «πρόκειται για ιστορική στιγμή για τη χώρα η υπογραφή της συμβάσεως, αφού αυτή συνδέεται άμεσα με τον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό».
Παρόμοια επισήμανση είχε κάνει ο κ. Παπασταύρου τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν, υπό τη σκιά της Ακρόπολης, είχαν υπογραφεί οι συμβάσεις παραχώρησης μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron – HELLENiQ ENERGY που θα αναλάβει έρευνες για τον εντοπισμό υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες εκτάσεις νοτίως της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Τόσο η εκμίσθωση του ερευνητικού γεωτρύπανου για έρευνες στο Ιόνιο στις αρχές του 2027, όσο και οι παραχωρήσεις προς τις Chevron – HELLENiQ ENERGY, που πολύ σύντομα, στις 13/3, επισημοποιήθηκαν μέσα από την κύρωση σχετικού νόμου στη Βουλή, είναι κινήσεις δηλωτικές μιας αγωνίας που διακατέχει την κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί με διάφορους τρόπους να δείξει την αλλαγή στόχευσης στον ενεργειακό σχεδιασμό και, εν μέσω ενεργειακής κρίσης, να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας, ασχέτως αν τα αποτελέσματα των ενεργειών της δεν τύχουν άμεσης υλοποίησης.
Η γεώτρηση στο Block 2 κρίνεται κομβικής σημασίας καθώς προσφέρει την προοπτική για ενεργειακή αυτάρκεια.
Είναι νωπές ακόμη οι μνήμες από απανωτές δηλώσεις, τόσο του ίδιου του πρωθυπουργού όσο και πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβέρνησης (όχι, πάντως, του κ. Παπασταύρου), βάσει των οποίων «πετρέλαιο και φυσικό αέριο είναι καύσιμα του παρελθόντος», ή ότι «σύντομα θα αποτελούν εγκλωβισμένες επενδύσεις (stranded assets) ή ακόμη «το Αιγαίο δεν πρόκειται να μετατραπεί σε Κόλπο του Μεξικού». Με την κυβέρνηση να έχει δείξει ποικιλοτρόπως την απόλυτη αντίθεσή της στα ορυκτά καύσιμα, αυτό όχι μόνο επιβράδυνε τις έρευνες, αλλά οδήγησε στην έξοδο των εταιρειών TotalEnergies και Repsol από το ελληνικό ερευνητικό πρόγραμμα. Παράλληλα, η κυβέρνηση προχώρησε στην προβληματική απολιγνιτοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής και στη μονομερή προώθηση των ΑΠΕ, χωρίς, όμως, την απαραίτητη θωράκιση του ηλεκτρικού δικτύου.
Ενδεικτικό του κλίματος που έχει διαμορφωθεί κατά των υδρογονανθράκων είναι το γεγονός ότι, παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης, το αρνητικό κλίμα εξακολουθεί να είναι βαθιά ριζωμένο στο κυβερνητικό DNA. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), που αποτελεί τον επίσημο κυβερνητικό σχεδιασμό του ενεργειακού τομέα. Ομως, το ΕΣΕΚ δεν περιέχει ουδεμία αναφορά, πόσο μάλλον τη διατύπωση μακρόχρονης στρατηγικής στους υδρογονάνθρακες, παρά το γεγονός ότι είναι υπεύθυνοι για το 78% του εγχώριου ενεργειακού μείγματος.
Tο ΕΣΕΚ, με απόλυτα κυνικό τρόπο και σε πλήρη σύμπλευση με τη γραμμή της Κομισιόν περί πράσινης μετάβασης, ασχολείται αποκλειστικά με τις ΑΠΕ, την ενεργειακή αποδοτικότητα και το υδρογόνο. Για την επίσημη κυβερνητική πολιτική άλλες μορφές ενέργειας δεν υφίστανται, αφού «θα πρέπει μέχρι το 2050 να εκλείψουν προκειμένου να σωθεί ο πλανήτης από βέβαιη καταστροφή λόγω κλιματικής αλλαγής!». Υπάρχει, προφανώς, σύγχυση μεταξύ δοξασιών και ευσεβών πόθων και της πεζής πραγματικότητας.
Σήμερα, η κυβέρνηση υπό την πίεση μιας κλιμακούμενης ενεργειακής κρίσης, αλλά και στο πλαίσιο εναρμόνισης των δράσεών της με την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, προσπαθεί απεγνωσμένα να επιταχύνει τις εξελίξεις στον χώρο των ερευνών υδρογονανθράκων. Μόνο που τραγικά λάθη του παρελθόντος δεν διορθώνονται εύκολα, έχοντας αφήσει βαριά κληρονομιά την ακαμψία ενός συστήματος που είναι εθισμένο στο εύκολο κέρδος. Εδώ δεν έχουν θέση η προσπάθεια, το ρίσκο και η έρευνα, που είναι συνώνυμα με την παραγωγή πετρελαίου.
Ακόμη χειρότερη για την κυβέρνηση είναι η άρνηση του πραγματικού χρόνου να υποταχθεί στις προτεραιότητες του πολιτικού χρόνου, με τον ορατό, πλέον, κίνδυνο την όποια επιτυχία από τη γεώτρηση στο Ιόνιο να μην μπορέσει να την εισπράξει πολιτικά. Καθότι οι έρευνες για υδρογονάνθρακες μπορεί ενίοτε να αποφέρουν εντυπωσιακά αποτελέσματα και να είναι ικανές να αλλάξουν ακόμη και την οικονομική τύχη μιας χώρας, πλην, όμως, απαιτούν συνεπή, μακροχρόνια και οργανωμένη προσπάθεια χωρίς πολιτικά πισωγυρίσματα. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας.
*Ο κ. Κωστής Σταμπολής είναι ενεργειακός αναλυτής και πρόεδρος του ΙΕΝΕ.

