Μια ιδιαίτερα απαιτητική, πολλές φορές και εξαντλητική, πραγματικότητα για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα βρίσκεται πίσω από τους θετικούς δείκτες απασχόλησης, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη μείωση της ανεργίας. Υπερωρίες που συχνά δεν πληρώνονται, πίεση χρόνου, αυξημένος φόρτος εργασίας, άγχος και σωματική εξάντληση συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα για την ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα, όπως καταγράφεται στο δεύτερο μέρος της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ που καταδεικνύει πως η ποιότητα της εργασίας δεν καθορίζεται μόνο από την ύπαρξη μιας θέσης απασχόλησης ή από το ύψος του μισθού.
Ο χρόνος εργασίας
Ο πραγματικός χρόνος εργασίας, η αμοιβή των υπερωριών, η ένταση του φόρτου και οι επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία συνθέτουν ένα ενιαίο πεδίο που επηρεάζει την παραγωγικότητα της εργασίας, την ευημερία των εργαζομένων και τελικά τη συνολική λειτουργία της οικονομίας. Κι αυτό γιατί η νέα πανελλαδική έρευνα του ΙΝΕ, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων σε όλη τη χώρα, από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata, καταγράφει μια πραγματικότητα όπου η υπέρβαση του ωραρίου, οι απλήρωτες υπερωρίες, η ένταση της εργασίας και η επιβάρυνση της υγείας αποτελούν πλέον δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας και όχι μεμονωμένες εξαιρέσεις.
Το πρώτο ισχυρό εύρημα αφορά τον χρόνο εργασίας. Πάνω από ένας στους τρεις εργαζομένους (35,5%) δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το συμβατικό του ωράριο. Ωστόσο η πρόσθετη αυτή εργασία δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη αμοιβή. Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, το 54,7% αναφέρει ότι αμείβεται για αυτές, το 34,5% δηλώνει ότι δεν λαμβάνει καμία αποζημίωση, ενώ ένα επιπλέον 8,9% αποζημιώνεται με άδεια ή ρεπό αντί χρημάτων. Συνολικά, το 43,4% όσων πραγματοποιούν πρόσθετη εργασία δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή για τον επιπλέον χρόνο που προσφέρει.
Η υπέρβαση του ωραρίου εμφανίζεται εντονότερη όσο αυξάνεται το μέγεθος της επιχείρησης. Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι εργάζονται πέρα από το ωράριό τους φθάνει το 32%, ενώ στις επιχειρήσεις με 250 εργαζομένους και άνω εκτοξεύεται στο 45,4%. Είναι δε, ενδεικτικό πως στις επιχειρήσεις με 50 έως 249 εργαζομένους, το 35,6% όσων κάνουν υπερωρίες δηλώνει ότι εργάζεται πάνω από έξι επιπλέον ώρες την εβδομάδα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις επιχειρήσεις 10 έως 49 εργαζομένων διαμορφώνεται στο 35,5%. Η μη αμειβόμενη υπερωριακή εργασία παραμένει υψηλή ανεξαρτήτως μεγέθους επιχείρησης, με το υψηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στις επιχειρήσεις με 10 έως 49 εργαζομένους, καθώς το 46,5% όσων εργάζονται επιπλέον ώρες δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αποζημίωση. Ακολουθούν οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις με ποσοστό 45,3% και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με 44,5%.
Ανησυχητικό είναι και το εύρημα της έρευνας σύμφωνα με το οποίο, όσο συχνότερα εργάζεται κάποιος πέρα από το συμβατικό ωράριό του, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να μην πληρώνεται. Σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους (45,6%) που δηλώνουν ότι εργάζονται πολύ συχνά επιπλέον ώρες, αναφέρει ότι δεν αμείβεται για αυτές. Το ποσοστό μειώνεται στο 38% για όσους εργάζονται συχνά πέρα από το ωράριο, στο 33,5% για όσους το κάνουν μερικές φορές και στο 31,8% για όσους το κάνουν σπάνια.
Η έρευνα καταγράφει, παράλληλα, ένα ευρύ φάσμα παραγόντων εργασιακής επιβάρυνσης. Κυρίαρχο πρόβλημα αναδεικνύεται η πίεση χρόνου καθώς και ο μεγάλος φόρτος εργασίας, που αναφέρεται από το 60,1% των εργαζομένων. Ακολουθεί η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση με 58,8%, οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις με 31,3% και άλλες αιτίες εργασιακού άγχους με 22,2%.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επιβαρυμένη για όσους πραγματοποιούν πολλές υπερωρίες. Μεταξύ των εργαζομένων που απασχολούνται πάνω από 11 επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το 86,2% δηλώνει ότι εργάζεται υπό συνθήκες έντονης πίεσης χρόνου και μεγάλου φόρτου εργασίας. Το 80,8% αναφέρει παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, το 56,3% δηλώνει ότι εργάζεται και στον ελεύθερο χρόνο του, ενώ το 49,8% εκτελεί επαναλαμβανόμενες κινήσεις.
Ψυχοσωματικά
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έρευνα στη σχέση ανάμεσα στις απλήρωτες υπερωρίες και στην ψυχοκοινωνική επιβάρυνση. Οι εργαζόμενοι που δεν αμείβονται για τον επιπλέον χρόνο εργασίας τους δηλώνουν συχνότερα ότι εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους (38,4% έναντι 18% όσων αμείβονται), αντιμετωπίζουν εργασιακό άγχος (34,3% έναντι 22,1%), περιορισμένη συνεργασία στον χώρο εργασίας (25% έναντι 15,5%) και ακόμη περιστατικά λεκτικής ή σωματικής βίας (17,6% έναντι 9,4%). Το άγχος αναδεικνύεται στο σημαντικότερο πρόβλημα που συνδέουν οι εργαζόμενοι με την εργασία τους, καθώς το 42,1% δηλώνει ότι εμφάνισε ή είδε να επιδεινώνεται το άγχος του το τελευταίο δωδεκάμηνο. Ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις και μυς με 29,4%, οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση των ματιών με 28,9% και η γενικευμένη κόπωση με 27,3%.

