Σαφή σημάδια επιβράδυνσης εμφανίζει η δυναμική της απασχόλησης στην Ελλάδα, καθώς κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, διάστημα που κατά κανόνα ανθεί η εποχική απασχόληση, μόλις 3 στους 10 εργοδότες σχεδιάζουν προσλήψεις. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της ManpowerGroup, ο δείκτης Συνολικών Προοπτικών Απασχόλησης (NEO) παραμένει μεν θετικός, κινείται όμως στο 7%, καταγράφοντας αισθητή υποχώρηση τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο όσο και σε ετήσια βάση. Συγκεκριμένα, οι προοπτικές απασχόλησης εμφανίζονται μειωμένες κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες σε τριμηνιαία βάση και κατά 5 μονάδες σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, γεγονός που συνιστά μία από τις πιο έντονες επιδεινώσεις των τελευταίων ετών. Βέβαια, το ισοζύγιο παραμένει θετικό, καθώς το 28% των εργοδοτών δηλώνει ότι σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό του το διάστημα Ιουλίου – Σεπτεμβρίου, όμως ένα σημαντικό 19% αναμένει μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του, ενώ οι μισοί εργοδότες (50%) εκτιμούν ότι θα διατηρήσουν αμετάβλητα τα επίπεδα στελέχωσης. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η αγορά εργασίας εισέρχεται σε φάση αναμονής, με τις επιχειρήσεις να εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στις οικονομικές εξελίξεις και στις προοπτικές ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η θέση της Ελλάδας στη διεθνή κατάταξη. Με δείκτη μόλις 7%, η χώρα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 26%, αλλά και κάτω από πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Την ώρα που χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφουν προοπτικές 37%, η Σουηδία 34% και το Ισραήλ 26%, η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει αισθητά ασθενέστερη δυναμική προσλήψεων. Η επιβράδυνση αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους. Μεγαλύτερη είναι η αισιοδοξία που εμφανίζει ο χρηματοοικονομικός και ασφαλιστικός τομέας, καθώς οι προοπτικές απασχόλησης αγγίζουν το 32%, σημειώνοντας μάλιστα και τη σημαντικότερη ετήσια βελτίωση μεταξύ όλων των κλάδων. Θετικές επιδόσεις καταγράφουν επίσης οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες, καθώς και ο τουρισμός και η εστίαση. Ωστόσο, η εικόνα είναι σαφώς πιο αδύναμη σε κλάδους που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή και τις επενδύσεις. Οι κατασκευές και τα ακίνητα εμφανίζουν αρνητικές προοπτικές (-2%), ενώ οι κοινωφελείς υπηρεσίες και οι φυσικοί πόροι κινούνται επίσης σε αρνητικό έδαφος.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να στηρίζουν την απασχόληση. Οι οργανισμοί με περισσότερους από 5.000 εργαζομένους εμφανίζουν τον υψηλότερο δείκτη προσλήψεων, στο 21%, ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, με λιγότερους από 10 εργαζομένους, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με πέρυσι. Παρ’ όλα αυτά, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή, στοιχείο που αντανακλά τις πιέσεις από το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τη δυσκολία εξεύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού και τη γενικότερη αβεβαιότητα που επικρατεί στο οικονομικό περιβάλλον.

