Το φετινό καλοκαίρι αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων για την ετήσια άδεια των εργαζομένων που θεσπίστηκαν με τον «νόμο Κεραμέως», εισάγοντας μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο χορήγησης των ημερών ανάπαυσης χωρίς να μεταβάλλεται το βασικό δικαίωμα των μισθωτών. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τη δυνατότητα κατάτμησης της κανονικής άδειας σε έως και τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους μέσα στο ίδιο έτος, κατόπιν συμφωνίας εργοδότη και εργαζομένου. Μέχρι σήμερα η γενική αρχή προέβλεπε ότι η άδεια χορηγείτο ενιαία, ενώ η κατάτμηση επιτρεπόταν μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Στην πράξη, ένας εργαζόμενος που δικαιούται 20 ημέρες άδειας μπορεί πλέον να λάβει μέρος αυτών τον Αύγουστο, ένα δεύτερο τμήμα το φθινόπωρο και το υπόλοιπο κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Ωστόσο, αυτή η ευελιξία δεν σημαίνει πλήρη ελευθερία κατανομής.
Η νομοθεσία διατηρεί ελάχιστη διάρκεια συνεχόμενης άδειας πέντε εργάσιμων ημερών για όσους εργάζονται με 5ήμερο και έξι ημερών για όσους απασχολούνται με 6ήμερο σύστημα, αποκλείοντας τη χρήση της άδειας σε μεμονωμένες ημέρες ή αποσπασματικές απουσίες. Παράλληλα παραμένει σε ισχύ η υποχρέωση των επιχειρήσεων να εξασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το 50% του προσωπικού τους θα λάβει άδεια στο διάστημα από 1ης Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου, πρόβλεψη που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε κλάδους με έντονη εποχικότητα.
Αν και σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας το νέο πλαίσιο είναι προς όφελος των εργαζομένων και έχει στόχο το δικαίωμα να λαμβάνουν άδεια ξεκούρασης και κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου και όχι μόνο το καλοκαίρι, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αντιδρούν καθώς εκτιμούν ότι με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις θα μπορούν να περιορίζουν τον χρόνο ξεκούρασης των μισθωτών μόνο στις θεσμικά καθορισμένες, ήτοι σε πέντε συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης σε περίπτωση 5ήμερης εργασίας και έξι σε περίπτωση 6ήμερης εργασίας.
Το νέο πλαίσιο καλείται τώρα να αποδείξει στην πράξη αν μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες των επιχειρήσεων για καλύτερο προγραμματισμό και στο δικαίωμα των εργαζομένων για ουσιαστική ανάπαυση, σε μια αγορά εργασίας που αναζητεί μεγαλύτερη ευελιξία χωρίς απώλεια εργασιακών δικαιωμάτων.

