Με προβλήματα υγείας περνούν σημαντικό μέρος των τελευταίων ετών της ζωής τους οι Ελληνες, με μεγάλο μάλιστα ποσοστό να έρχεται αντιμέτωπο με πάνω από μία χρόνια πάθηση μετά τα 65 έτη.
Το παραπάνω είναι ένα από τα σημαντικά ευρήματα της έκθεσης «Οδικός χάρτης πολιτικής για την έγκαιρη αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών νοσημάτων στην Ελλάδα» (Policy Roadmaps for Acting Early on Non-Communicable Diseases: Greece), η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026 από τέσσερις Ελληνες επιστήμονες.
Κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. η καλή υγεία για τους Ελληνες
Μιλώντας στην «Κ», η ομάδα εργασίας για την ελληνική μελέτη PHSSR που συνέταξε την έρευνα εξηγεί γιατί, παρότι το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα έχει ανακάμψει μετά την πανδημία και φτάνει τα 80,8 έτη, οι Ελληνες περνούν λιγότερα χρόνια της ζωής τους με καλή υγεία σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο. Σύμφωνα με την έκθεση, μετά την ηλικία των 65 ετών ένας Ελληνας αναμένεται να ζήσει κατά μέσο όρο 8,8 χρόνια με καλή υγεία, έναντι 9,1 ετών στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Οπως εξηγεί ο Κώστας Αθανασάκης, επίκουρος καθηγητής Οικονομικών της Υγείας και Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, η παραπάνω ανησυχητική εικόνα πιθανότατα είναι ένας συνδυασμός παραγόντων που περιλαμβάνει υψηλή συχνότητα μη υγιεινών συμπεριφορών στον πληθυσμό, όπως είναι το κάπνισμα, σε συνδυασμό με τη χαμηλή κουλτούρα έγκαιρης διάγνωσης και πρόληψης και τη μη αποτελεσματική αναγνώριση και αντιμετώπιση των αναγκών υγείας, ιδίως στα άτομα με πολλαπλά νοσήματα.
Διαχρονικά έχουμε ένα σύστημα που «υποδέχεται ασθενείς» αντί να αναζητεί νωρίς τη νοσηρότητα και να παρεμβαίνει έγκαιρα σε αυτή. Επίσης, το σύστημα στοχεύει στη διαχείριση του επεισοδίου και όχι στη διαχείριση του νοσήματος και του ασθενούς.
«Πιθανότατα το πρόβλημα είναι ο χρόνος, η στόχευση και η κουλτούρα. Διαχρονικά έχουμε ένα σύστημα που “υποδέχεται ασθενείς” αντί να αναζητεί νωρίς τη νοσηρότητα και να παρεμβαίνει έγκαιρα σε αυτή. Επίσης, το σύστημα στοχεύει στη διαχείριση του επεισοδίου και όχι στη διαχείριση του νοσήματος και του ασθενούς», εξηγεί ο ίδιος.
Δύο ασθένειες ταυτόχρονα μετά τα 65
Η πολυνοσηρότητα στον ελληνικό πληθυσμό είναι επίσης κάτι που προβληματίζει τους ερευνητές καθώς σύμφωνα με την έκθεση το 85% της συνολικής επιβάρυνσης της υγείας των Ελλήνων οφείλεται σε χρόνια νοσήματα. Στην έρευνα αναφέρεται επίσης πως πάνω από 4 στους 10 ενήλικες στην Ελλάδα έχουν ήδη κάποια χρόνια πάθηση, τη στιγμή που το 52% των ατόμων άνω των 65 ετών πάσχουν από τουλάχιστον δύο χρόνιες ασθένειες ταυτόχρονα.
«Πράγματι η πολυνοσηρότητα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα και πιθανότατα το σημαντικότερο ζήτημα υγείας για τη χώρα μας, όχι απλώς γιατί δημιουργεί περισσότερες ανάγκες υγείας, αλλά, κυρίως, γιατί δημιουργεί συνθετότερες ανάγκες φροντίδας», σημειώνει η Παναγιώτα Ναούμ, ερευνήτρια στο εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
Η πολυνοσηρότητα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα και πιθανότατα το σημαντικότερο ζήτημα υγείας για τη χώρα μας, όχι απλώς γιατί δημιουργεί περισσότερες ανάγκες υγείας, αλλά, κυρίως, γιατί δημιουργεί συνθετότερες ανάγκες φροντίδας.
Οπως σημειώνει, για την αντιμετώπιση του προβλήματος πρέπει το ΕΣΥ να στοχεύσει σε δύο παραμέτρους. Η πρώτη είναι η διάσταση του «νωρίς» και του «έγκαιρα», και αφορά την πρόληψη και την παρέμβαση στις συμπεριφορές και στους κοινωνικούς προσδιοριστές. Η δεύτερη αφορά τον τρόπο που παρέχεται η φροντίδα, καθώς η πολυνοσηρότητα χρειάζεται ένα μοντέλο φροντίδας που θα βασίζεται στη διεπιστημονική ομάδα υγείας, ώστε να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται οι πολλαπλές και πολύπλοκες ανάγκες.
Σιωπηλή απειλή η νεφρική νόσος
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα της χρόνιας νεφρικής νόσου στην Ελλάδα, την οποία οι ερευνητές χαρακτηρίζουν ως μία από τις πλέον υποτιμημένες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με τη μελέτη, η επιβάρυνση από τη χρόνια νεφρική νόσο, μετρούμενη ως απώλεια ετών υγιούς ζωής (DALYs), αυξήθηκε από 827 ανά 100.000 κατοίκους το 2014 σε 1.110 το 2021, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 548.
«Η σημαντική αύξηση του φορτίου νοσηρότητας στη νεφρική νόσο ήταν ένα εύρημα που προκάλεσε και σε εμάς έκπληξη, καθώς δεν είχε συζητηθεί στο παρελθόν επαρκώς στη δημόσια σφαίρα, κυρίως ως προς την αυξητική του τάση», σημειώνει ο Γιάννης Αγοραστός, ερευνητής στο Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
Συμφωνα με το σκεπτικό των ερευνητών, αποφασίστηκε να δημοσιοποιηθεί το εν λόγω εύρημα ήδη από τις αρχές του 2025 ώστε να λάβει αποφασιστική δράση η ιατρική κοινότητα κυρίως στο πεδίο της έγκαιρης διάγνωσης, που το περιθώριο επιτυχούς παρέμβασης και δυνητικής αποφυγής νοσηρότητας και κόστους είναι σημαντικό.
«Η πολιτεία ανταποκρίθηκε στη συζήτηση αυτή, και ένα από τα μέτρα εξαιρετικής σημασίας ήταν η ένταξη του ελέγχου νεφρικής δυσλειτουργίας στο πρόγραμμα “Προλαμβάνω”. Ως προς το ερευνητικό σκέλος, επί του παρόντος οι λόγοι για την αύξηση που παρατηρείται δεν είναι απολύτως εμφανείς. Σκοπεύουμε, προχωρώντας τη μελέτη και στο πλαίσιο του επιστημονικού διαλόγου που αυτή δημιουργεί, να διερευνήσουμε διεξοδικά το ζήτημα λόγω της καίριας σημασίας του», προσθέτει ο κ. Αγοραστός.
Υψηλό το κόστος για τους ασθενείς
Τέλος, ακόμη ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας. Αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά σημαντικά λιγότερα χρήματα για την υγεία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτοί κατανέμονται.
Οπως αναφέρει στην «Κ» ο Ηλίας Κυριόπουλος, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο London School of Economics (LSE), η δημόσια δαπάνη για την υγεία υπολείπεται διαχρονικά του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ η συμμετοχή των ιδιωτικών δαπανών παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.
«Στην Ελλάδα η συνολική δαπάνη για την υγεία προέρχεται περίπου κατά 60% από δημόσιους και κατά 40% από ιδιωτικούς πόρους, όταν στην Ευρώπη το αντίστοιχο μοντέλο είναι περίπου 80% και 20%. Οπως είναι αναμενόμενο, η εικόνα αυτή μεταφέρει μεγαλύτερο οικονομικό βάρος στους πολίτες και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας», καταλήγει.

