«Εμείς οι μεγάλοι έχουμε δει πολλά και πλέον δεν πιστεύουμε τίποτα. Με το φτωχό μου το μυαλό έλεγα: μα είναι δυνατόν; Να με ψάχνουν εμένα μαθητές από τη Θεσσαλονίκη; Και όταν είδα τα πρόσωπά τους στην οθόνη του κινητού μου, στις 11 το βράδυ, και να με ρωτάνε για τον θείο μου, τότε μόνο σκέφτηκα: εδώ γίνεται δουλειά».
Η Καίτη Κερασώτη στεκόταν συγκινημένη στο αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του υπουργείου Εξωτερικών, έχοντας μόλις παραλάβει το ρολόι του αδερφού του συζύγου της, Ευάγγελου Κερασώτη. Ενα μικρό προσωπικό αντικείμενο, που είχε μείνει επί δεκαετίες στο μεγαλύτερο αρχείο στον κόσμο για τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων, στη συλλογή Arolsen στη Γερμανία, επέστρεφε 81 χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην οικογένειά του. Η τελετή, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 25 Ιουνίου στο υπουργείο Εξωτερικών, σηματοδότησε την ολοκλήρωση της δράσης #StolenMemory στην Ελλάδα. Παρουσία μαθητών, εκπαιδευτικών, εκπροσώπων του Υπουργείου Παιδείας,
Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και συγγενών των θυμάτων, αποδόθηκαν στις οικογένειές τους τα προσωπικά αντικείμενα τεσσάρων Ελλήνων κρατουμένων των ναζιστικών στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας: του Ευάγγελου Κερασώτη, του Δημητρίου Βαφειάδη, του Γεωργίου Σαγματόπουλου και του Νικολάου Φασουλιώτη.

Η εκστρατεία #StolenMemory αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες των Αρχείων Arolsen και στόχος της είναι να επιστρέψουν στις οικογένειες των θυμάτων προσωπικά αντικείμενα που κατασχέθηκαν από τους ναζί και βρέθηκαν μετά τον πόλεμο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας. Στην ελληνική περίπτωση, η αναζήτηση των οικογενειών πέρασε στα χέρια μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Μαθητικές ομάδες κλήθηκαν να αναζητήσουν συγγενείς, να διασταυρώσουν αποσπασματικά στοιχεία, να ακολουθήσουν λάθος ή παραλλαγμένα ονόματα, να επικοινωνήσουν με υπηρεσίες και αρχεία. Και τελικά, να επιστρέψουν τη μνήμη εκεί όπου ανήκε: στις οικογένειες.
Η επιστροφή αυτών των αντικειμένων στις οικογένειές τους αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης, έστω και καθυστερημένης. Και αποδεικνύει ότι η Ελλάδα παραμένει στην πρώτη γραμμή των διεθνών προσπαθειών για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας.
Ο Ευάγγελος Κερασώτης γεννήθηκε το 1925 και συνελήφθη τον Μάιο του 1944, σε ηλικία μόλις 19 ετών, σε μπλόκο των SS. Η ανάμνηση, όπως μετέφεραν οι μαθητές του Εσπερινού Επαγγελματικού Λυκείου Ευόσμου Θεσσαλονίκης, που έμεινε στην οικογένεια είναι εκείνη του αδελφού του να ακολουθεί με το ποδήλατό του την κλούβα, προσπαθώντας να του πετάξει τρόφιμα για να τον βοηθήσει να κρατηθεί ζωντανός. Τον Ιούνιο του 1944, τα SS τον μετέφεραν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στο Neuengamme, κοντά στο Αμβούργο. Ακολούθησε η μεταφορά του στο Salzgitter-Drütte, όπου οδηγήθηκε σε καταναγκαστική εργασία, και αργότερα στο Bergen-Belsen. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1945 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Οι κακουχίες όμως των στρατοπέδων είχαν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο σώμα του. Πέθανε το 1949, σε ηλικία μόλις 24 ετών.

«Αχ, κορίτσι μου, μου είχε δώσει η μητέρα μου μια φωτογραφία με τα αδέρφια του. Τώρα που με ρωτάς, συγκινούμαι. Θα ψάξω να τη βρω». Αυτή ήταν μία μόνο από τις στιγμές της αναζήτησης όπως την κατέγραψαν σε βίντεο οι νεαροί ερευνητές, που επικοινώνησαν με όλα τα μέλη της οικογένειας του Ευάγγελου, προκειμένου να καταφέρουν να συνθέσουν τα κομμάτια της ιστορίας του. «Και να σκεφτείτε πως εγώ στην αρχή ήμουν καχύποπτη. Το έλεγα και στον κόσμο πως με παίρνουν τηλέφωνο μαθητές από τη Θεσσαλονίκη αργά το βράδυ και μου έλεγαν “μα δεν είναι δυνατόν”, διηγήθηκε η κυρία Καίτη Κερασώτη, σύζυγος του αδερφού του. Τελικά, όμως δεν είναι όλα ψέματα στη ζωή. Υπάρχουν και αλήθειες. Και αυτά τα παιδιά κάνανε πολύ καλή δουλειά».

Οι έρευνες που οδήγησαν σε ένα «δώρο ψυχής»
Αντίστοιχα, οι μαθητές του 2ου Γενικού Λυκείου Κορωπίου παρουσίασαν την ιστορία του πολιτικού κρατουμένου Δημητρίου Βατιάδη (Βαφειάδη). Από τη διαδρομή του, από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου μέχρι το γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Neuengamme, το μόνο βέβαιο στοιχείο που είχαν αρχικά στη διάθεσή τους ήταν η χρονολογία γέννησής του: 1919. Μελετώντας το επίθετο «Βατιάδης», οι μαθητές αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι ενδέχεται να είχε καταγραφεί λανθασμένα από τις γερμανικές αρχές.

Ετσι, άρχισαν να ερευνούν και άλλες πιθανές εκδοχές του ονόματος: Βαφειάδης, αλλά και Βαφιάδης. Επικοινώνησαν με δημοτολόγια, στρατολογικά γραφεία, τοπικά και κεντρικά Γενικά Αρχεία του Κράτους, καθώς και με τη Διεύθυνση Αναζητήσεων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, προσπαθώντας να ενώσουν τα ελάχιστα διαθέσιμα ίχνη. Αυτό που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ήταν ότι, δεκαετίες νωρίτερα, η αδελφή του αγνοούμενου τον αναζητούσε και εκείνη επί χρόνια. Εστελνε και ξαναέστελνε επιστολές στον Ερυθρό Σταυρό, για να λαμβάνει μόνο αόριστες απαντήσεις: ότι ο αδελφός της είχε πεθάνει το 1945 κάπου στο Αμβούργο. Δεν έπαψε όμως να κρατά ζωντανή τη μνήμη του. Γι’ αυτό και έδωσε στον γιο της το όνομά του: Δημήτρης. Κάποια στιγμή, η αναζήτηση των μαθητών έφτασε σε αυτόν τον γιο, τον Δημήτρη Βαχαρέλη. Εναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ τον θείο του, αλλά έφερε το όνομά του σε όλη του τη ζωή.

Αυτά τα παιδιά θα είναι πάντα μέσα στην καρδιά μου. Εχουν μια θέση δίπλα στη θέση που έχει και ο θείος μου. Μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.
Οταν ο κ. Βαχαρέλης πήρε τον λόγο, είπε πως τα παιδιά «έζησαν την ιστορία περισσότερο από εμάς». Ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ τον θείο του, διηγείται όμως χαρακτηριστικά ότι «όταν με έβλεπαν οι γιαγιάδες της οικογένειας έλεγαν: “Σηκώθηκε ο Δημητρός από το μνήμα”. Τόσο πολύ του έμοιαζα». Τα αντικείμενα του θείου του, ένα πορτοφολάκι, ένα δαχτυλίδι και ένα ρολόι τσέπης, τα χαρακτήρισε «δώρο ψυχής», από αυτά που, όπως είπε, σπάνια συμβαίνουν. Συγκινημένος, όταν τα παρέλαβε μίλησε για τη συνέχεια του ονόματος μέσα στην οικογένεια. «Το όνομα Δημήτρης το έχει και ο εγγονός μου. Οταν φύγω από τη ζωή, τα αντικείμενα που μου δώσατε σήμερα θα πάνε σε αυτόν, που φέρει το όνομα του θείου μου». Τους μαθητές του σχολείου τούς αποκαλεί «τα παιδιά μας». «Κατάφεραν το ακατόρθωτο. Ανήκουν πλέον στην οικογένειά μας. Θα είναι πάντα μέσα στην καρδιά μου. Εχουν μια θέση δίπλα στη θέση που έχει και ο θείος μου. Μέχρι να κλείσω τα μάτια μου».

Η σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν
Η τρίτη ιστορία που παρουσιάστηκε ήταν αυτή του Γεωργίου Σαγματόπουλου. Την έρευνα ανέλαβαν μαθητές του 7ου Γυμνασίου Νέας Ιωνίας Αττικής. Αρχικά, οι μαθητές είχαν επιχειρήσει να εντοπίσουν την οικογένεια του Δημητρίου Βαφειάδη, χωρίς αποτέλεσμα. Ανέλαβαν στη συνέχεια την υπόθεση του Γεωργίου Σαγματόπουλου και εντόπισαν με επιτυχία την Παναγιώτα Γαλάνη, εγγονή της αδελφής του κρατουμένου. Ο Γεώργιος Σαγματόπουλος γεννήθηκε το 1920 και συνελήφθη επίσης το 1943 στο μπλόκο της Νίκαιας. Στις 6 Ιουνίου 1944, έφτασε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Neuengamme στο Αμβούργο, μαζί με άλλους 849 Ελληνες πολιτικούς κρατουμένους που είχαν μεταφερθεί εκεί από την Αθήνα. Στο Neuengamme καταχωρίστηκε με τον αριθμό κρατουμένου 32517.

Η μητέρα του τον δήλωσε αγνοούμενο. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι πέθανε το 1945. Η εγγονή της, Παναγιώτα Γαλάνη, μεγάλωσε κοντά στη γιαγιά της, μέσα σε μια οικογενειακή μνήμη που ο αγνοούμενος αδελφός ήταν «παρών» με τον τρόπο του. Οι μαθητές, αναζητώντας την ιστορία του, δεν περιορίστηκαν στα αρχεία. Επισκέφθηκαν διαδικτυακά τους χώρους του στρατοπέδου Χαϊδαρίου και του Neuengamme, προσπάθησαν, όπως αφηγήθηκαν, να φανταστούν τις τραγικές συνθήκες κράτησης. Η παρουσίασή τους κατέληγε στο ρολόι του Γεώργιου και ως τίτλο είχε τη φράση: Η σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, και ας έχουν σταματήσει οι δείκτες στο καντράν του. Και όταν η Παναγιώτα Γαλάνη πήρε τον λόγο στην τελετή, η συγκίνησή της ήταν εμφανής. «Είμαι πολύ συγκινημένη», είπε. «Και μαζί μου είναι και η γιαγιά μου, που δεν είναι πια στη ζωή».

Δεκάδες αναρτήσεις και περισσότερα από 100 τηλεφωνήματα
«Ο Νικόλαος Φασουλιώτης υπήρξε πολιτικός κρατούμενος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αρχεία αποκαλύπτουν ότι μεταφέρθηκε από το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Neuengamme της Γερμανίας. Παρ’ όλο που ο Νικόλαος Φασουλιώτης κατάφερε να επιζήσει και να επιστρέψει, τα προσωπικά του αντικείμενα παρέμειναν στα αρχεία για δεκαετίες». Αυτή είναι μια από τις δεκάδες αναρτήσεις που έκαναν οι μαθητές του 1ου ΓΕΛ Υμηττού. «Παράλληλα, κάναμε περισσότερα από 100 τηλεφωνήματα μέχρι να εντοπίσουμε ίχνη της οικογένειας στην Κύπρο», ανέφεραν οι μαθητές. Τελικά, καταφέρνουν να φτάσουν στα ίχνη της κόρης του, Κωνσταντίας Τσιοπτσή, που κατοικεί στα Γιαννιτσά.

Εχουν περάσει 26 χρόνια από όταν ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή, και το πρώτο πράγμα που έκανε, πριν καν πάρει το κουτί με την καρφίτσα και το μπρασελέ στα χέρια της, ήταν να χαϊδέψει τρυφερά τα δύο αντικείμενα. «Αν βρεθεί κάποιος από την οικογένεια του πατέρα μου, θα χαρούμε να τον συναντήσουμε», ανέφερε συγκινημένη από το βήμα, αφού πρώτα ευχαρίστησε τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς τους.

Από την πλευρά του, ο διευθυντής των Αρχείων Arolsen, Moritz Wein, ευχαρίστησε θερμά τους συγγενείς που βρέθηκαν στην αίθουσα για να τα παραλάβουν, τονίζοντας ότι η παρουσία τους δεν είναι αυτονόητη. «Είναι τιμή μας που δεχτήκατε αυτήν την πρόσκληση», είπε χαρακτηριστικά. Παρ’ όλο όμως που στην Ελλάδα η δράση #StolenMemory ολοκληρώθηκε με επιτυχία, ο κύριος Wein έθεσε ένα ουσιαστικό ερώτημα για τα υπόλοιπα αντικείμενα της συλλογής: «Δεν υπάρχουν πάντα οικογένειες να τα παραλάβουν. Και αυτός είναι ένας προβληματισμός: πώς θα καταφέρουμε να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων που δεν έχουν συγγενείς;».
Η Ελλάδα έγινε η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα χώρα που κατάφερε να εντοπίσει το σύνολο των οικογενειών των θυμάτων πολιτών της των οποίων προσωπικά αντικείμενα διατηρούνταν στα Αρχεία Arolsen.
Ο Γιώργος Πολυδωράκης, εμπειρογνώμονας πρεσβευτής-σύμβουλος Α΄, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, μιλώντας στην «Κ» εξηγεί ότι ήδη από το 2018 τα Αρχεία Arolsen είχαν ενημερώσει το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ότι είχαν εντοπιστεί προσωπικά αντικείμενα οκτώ Ελλήνων κρατουμένων του στρατοπέδου Neuengamme και των παραρτημάτων του. «Το 2019 οργανώθηκε σχετική έκθεση στο ΥΠΕΞ, χωρίς όμως να βρεθούν οι οικογένειες. Στη συνέχεια, γεννήθηκε η ιδέα να ανατεθεί η έρευνα σε μαθητές και μαθήτριες σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας». Στην πρώτη πρόσκληση ανταποκρίθηκαν 14 σχολεία από όλη τη χώρα. Μέχρι τα μέσα του 2025 είχαν ήδη εντοπιστεί τρεις οικογένειες. Ακολούθησε νέα πρόσκληση, και δέκα, ακόμη, σχολεία εντάχθηκαν στο πρόγραμμα.

Μέσα σε λίγους μήνες βρέθηκαν και οι υπόλοιπες τέσσερις οικογένειες. «Παράλληλα, τα ίδια τα Αρχεία Arolsen εντόπισαν ακόμη μία οικογένεια Ελληνα θύματος από το στρατόπεδο Flossenbürg. Ετσι, για πρώτη φορά, βρέθηκαν οι οικογένειες και των εννέα Ελλήνων των οποίων προσωπικά αντικείμενα φυλάσσονταν στα Αρχεία», αφηγείται ο κύριος Πολυδωράκης. «Η Ελλάδα έγινε η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα χώρα που κατάφερε να εντοπίσει το σύνολο των οικογενειών των θυμάτων πολιτών της των οποίων προσωπικά αντικείμενα διατηρούνταν στα Αρχεία Arolsen. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που προκάλεσε τον θαυμασμό των ίδιων των Αρχείων αλλά και των κρατών που συμμετέχουν στη Διεθνή Επιτροπή. Η ελληνική πρωτοβουλία θεωρείται πλέον πρότυπο για άλλες χώρες που εξακολουθούν να αναζητούν οικογένειες θυμάτων».
Παράλληλα, ο ίδιος σχολιάζει ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι μια τυπική υποχρέωση απέναντι στο παρελθόν, αλλά καθήκον απέναντι στα θύματα και ταυτόχρονα ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές. «Η επιστροφή αυτών των αντικειμένων στις οικογένειές τους αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης, έστω και καθυστερημένης. Και αποδεικνύει ότι η Ελλάδα παραμένει στην πρώτη γραμμή των διεθνών προσπαθειών για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας».

