Ο ΓΑΛΛΟΣ ιστορικός της σύγχρονης Ιαπωνίας, Μισέλ Λουκέν, εκπονούσε τη δεκαετία του 1990 τη διδακτορική του διατριβή για την πολιτιστική πολιτική της χώρας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν παρατήρησε κάτι που δεν ταίριαζε με όσα περίμενε να συναντήσει στην καλλιτεχνική παραγωγή μιας περιόδου έντονου εθνικισμού. «Στα ιαπωνικά περιοδικά τέχνης εμφανίζονταν συχνά αναπαραγωγές ελληνικών και ρωμαϊκών αγαλμάτων. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Υπέθεσα ότι επρόκειτο απλώς για έναν τρόπο μίμησης της Γερμανίας», λέει σήμερα στην «Κ». Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια και να αρχίσει να μεταφράζει τον Ιάπωνα φιλόσοφο Νακάι Μασακάζου, ο οποίος παρέπεμπε συχνά σε αρχαίους Ελληνες συγγραφείς, για να αντιληφθεί ότι είχε υποτιμήσει τη σημασία αυτής της παρουσίας. «Παρότι εγώ είχα διδαχθεί λατινικά και αρχαία ελληνικά στο σχολείο, αυτός ο Ιάπωνας μελετητής, ο οποίος δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στην Ευρώπη, είχε πολλά να μου μάθει. Για μένα ήταν μια πραγματικά αποκαλυπτική εμπειρία».

ΟΙ ΔΥΟ ΕΛΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ
Η αρχαία Ελλάδα άρχισε να αποκτά συστηματική παρουσία στην ιαπωνική σκέψη κατά τις πρώτες δεκαετίες της περιόδου Μέιτζι. Οπως εξηγεί ο κ. Λουκέν, από τη δεκαετία του 1860 η Ιαπωνία άρχισε να στέλνει χιλιάδες νέους για σπουδές στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες –ορισμένοι από αυτούς δεν είχαν ακόμη συμπληρώσει τα δώδεκα χρόνια τους. Εκεί λάμβαναν την ίδια κλασική παιδεία με τους δυτικούς συνομηλίκους τους, σε μια εποχή κατά την οποία τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά περιλαμβάνονταν στην εκπαίδευση ακόμη και των επιστημόνων. Επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, πολλοί από αυτούς καταλάμβαναν σημαντικές θέσεις στην πολιτική, στον στρατό και στα πανεπιστήμια.
«Για αυτές τις μορφωμένες στη Δύση ελίτ, ο Σωκράτης και ο Επαμεινώνδας ήταν κατά κάποιον τρόπο εξίσου γνωστοί με τον Κομφούκιο και τον Ξιάνγκ Γιου», λέει. Η Ελλάδα απέκτησε στην ιαπωνική φαντασία μεγαλύτερη σημασία από τη Ρώμη. Για τον κ. Λουκέν, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δυτικοί μελετητές που ζούσαν στην Ιαπωνία, όπως ο Ερνεστ Φενολόσα. Από τη δεκαετία του 1870 υποστήριζαν ότι σε ορισμένα ιαπωνικά βουδιστικά έργα μπορούσαν να εντοπιστούν ίχνη μιας μακρινής κληρονομιάς, η οποία είχε φτάσει έως εκεί μέσω των ελληνιστικών βασιλείων της Κεντρικής Ασίας. Η υπόθεση μιας γραμμής που θα μπορούσε να συνδέει την Αθήνα με τη Νάρα γοήτευσε έκτοτε γενιές καλλιτεχνών και συγγραφέων.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ελλάδες στην Ιαπωνία: μία δυτική και μία ανατολική, πιο ουσιαστική και πιο ποιητική. «Υπάρχει η δυτική Ελλάδα, εκείνη που διδάσκεται στην Οξφόρδη και επιτρέπει στους Ιάπωνες να αισθάνονται άνετα απέναντι στους Βρετανούς και στους Αμερικανούς», εξηγεί. «Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ανατολική Ελλάδα, η οποία είναι πιο ουσιαστική και, πράγματι, πιο ποιητική». Η αρχαιότητα δεν λειτούργησε, επομένως, μόνο ως δίοδος προς τη δυτική παιδεία. Προσέφερε και τη δυνατότητα να φανταστούν οι Ιάπωνες μια συγγένεια με την Ελλάδα που δεν περνούσε αποκλειστικά από τη Δύση, αλλά μπορούσε να συνδεθεί με την ίδια την ιαπωνική παράδοση.
ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΕΝΑ ΑΕΤΩΜΑΤΑ
Από όλους τους τρόπους με τους οποίους η Ιαπωνία επανερμήνευσε την αρχαία Ελλάδα, ο κ. Λουκέν θεωρεί τη γλυπτική την πιο αποκαλυπτική περίπτωση, επειδή έφερε στην επιφάνεια δύσκολα ερωτήματα γύρω από το σώμα και τις λεγόμενες «φυλετικές» διαφορές. «Για έναν Ιάπωνα καλλιτέχνη, τα έργα της κλασικής αρχαιότητας δημιουργούν προβλήματα, επειδή το ιαπωνικό σώμα δεν ταιριάζει εύκολα στα πρότυπα που εκείνα προσφέρουν», επισημαίνει. Ορισμένοι καλλιτέχνες δημιούργησαν πιστές απομιμήσεις, ενώ άλλοι επιχείρησαν να μεταφέρουν τον ελληνικό κανόνα σε εξιδανικευμένα ιαπωνικά σώματα. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το ανθρώπινο σώμα εξαφανίστηκε εντελώς.

Για τον κ. Λουκέν χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν και τα νεοκλασικά κτίρια της Ιαπωνίας. Οι κίονες και τα τριγωνικά αετώματα παραπέμπουν ευθέως στους αρχαίους ελληνικούς ναούς, από τα αετώματα όμως απουσιάζει κάτι που στην ελληνική αρχιτεκτονική θεωρείται αναπόσπαστο μέρος τους: οι ανθρώπινες μορφές. «Στα αετώματα των νεοκλασικών κτιρίων της Ιαπωνίας δεν συναντάμε ποτέ μορφές», εξηγεί.
ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΓΕΙΑ ΣΤΑ MANGA
Ωστόσο, η ελληνική παρουσία δεν περιορίστηκε στην υψηλή τέχνη και στην αρχιτεκτονική. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Εντμόν Ποτιέ, επιμελητής στο Λούβρο, είχε ήδη επισημάνει την ομοιότητα ανάμεσα στις γραμμές των ιαπωνικών χαρακτικών και σε εκείνες που συναντώνται στα αρχαία ελληνικά αγγεία. Τα manga και τα anime μπορούν, σύμφωνα με τον κ. Λάκεν, να θεωρηθούν μακρινοί κληρονόμοι και των δύο παραδόσεων. Οι αναφορές στην ελληνική μυθολογία είναι εμφανείς σε έργα από τη Nausicaä του Μιγιαζάκι μέχρι το manga και anime Saint Seiya. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι αρχαίοι μύθοι διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι. «Οι Ελληνες ήρωες για τα σημερινά παιδιά δεν είναι οι ίδιοι με εκείνους της δικής μου γενιάς», παρατηρεί. «Οι Ιάπωνες καλλιτέχνες έχουν αφήσει επάνω τους το αποτύπωμά τους».

Ελληνικά ίχνη υπάρχουν ακόμη και στην ιαπωνική γλώσσα. Ορισμένες λέξεις πέρασαν με φωνητική μεταγραφή και η προέλευσή τους μπορεί ακόμη να αναγνωριστεί: marason είναι ο μαραθώνιος, pushūkē η ψυχή, purakushisu η πράξις και entajisu η ένταση, ο αρχιτεκτονικός όρος για την ελαφρά καμπύλωση του κορμού ενός κίονα. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, έννοιες με ελληνική ρίζα αποδόθηκαν με κινεζικούς χαρακτήρες, με αποτέλεσμα να χαθεί κάθε φωνητικό ίχνος της καταγωγής τους. Ενας Ελληνας που δεν γνωρίζει ιαπωνικά ή κινεζικά δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τη σύνδεση. «Για να κατανοήσει κανείς πραγματικά μια γλώσσα πρέπει να φτάσει στον πυρήνα της. Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε γλώσσες, γιατί οι αυτόματοι μεταφραστές δεν πρόκειται να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τίποτε από όλα αυτά», λέει ο κ. Λουκέν.
Ο πολιτισμός είναι, πριν από όλα, μια επιθυμία, μια ένταση, μια λαχτάρα για σύνδεση.
Για τον κ. Λουκέν, το παράδειγμα της Ιαπωνίας δείχνει ότι ένας πολιτισμός δεν χρειάζεται να θεωρεί πως του ανήκει κάτι για να δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό μαζί του. Παρότι η Ιαπωνία δεν είχε άμεση ιστορική σχέση με την αρχαία Ελλάδα, τη μελέτησε σε βάθος και δημιούργησε χιλιάδες έργα εμπνευσμένα από την τέχνη και τη σκέψη της. «Αυτό που αγαπώ σε εκείνο που αποκαλώ “ελληνική Ιαπωνία” είναι ότι μας επιτρέπει να δούμε μια πολιτισμική διαδικασία η οποία δεν στηρίζεται στην ιδιοκτησία», λέει ο κ. Λουκέν. «Ο πολιτισμός είναι, πριν από όλα, μια επιθυμία, μια ένταση, μια λαχτάρα για σύνδεση. Αντίθετα, όταν θεωρούμε αυτές τις συνδέσεις δεδομένες, όταν πιστεύουμε ότι κατέχουμε κάτι για πάντα, πολύ συχνά η επιθυμία σβήνει».

