Τον ποιητή Νίκο Καμπά (Μυτιλήνη 1857 – Αλεξάνδρεια 1932) δεν τον παραθυμόμαστε. Στον ουρανό των γραμμάτων μας διέγραψε μια τροχιά πεφταστεριού, που φαίνεται για να σβήσει ή φαίνεται ακριβώς επειδή σβήνει. Η μοναδική συλλογή του πάντως, οι «Στίχοι» του 1880, συνυπολογίζεται στους προάγγελους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ή της Γενιάς του 1880, και όχι μόνο επειδή εμπεριείχε και ποιήματα στη δημοτική.
Επειδή ωστόσο στο «σόι της ποίησης» υφίσταται μια εσωτερική μνήμη, που από καιρού εις καιρόν αποδίδει δικαιοσύνη, το 1976 ο Βύρων Λεοντάρης, από τους βαθύτερους ποιητές της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς, τέλεσε ένα μικρό μνημόσυνο του Καμπά δίνοντας σε συλλογή του τον τίτλο «Μόνον διά της λύπης», ενστερνιζόμενος ένα θραύσμα από επιστολή του Καμπά στον Παλαμά: «Μην ελπίσης παρ’ εμού ούτε στίχους, ούτε άλλο τι. Μόνον διά της λύπης είμαι εισέτι ποιητής».
Η φράση «Μόνον διά της λύπης είμαι εισέτι ποιητής», ουσιωδέστερη από απλό διανοητικό αφορισμό, ήρθε κάμποσες φορές στη μνήμη μου όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Θεσσαλονικιού Σταύρου Ζαφειρίου (γενν. 1958) «Επειδή έτσι γίνεται» (Νεφέλη, 2026). Το 17ο ποιητικό βιβλίο του έρχεται δύο χρόνια μετά «Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου» και τέσσερα μετά το «Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
Η λύπη, σαν όρος και έννοια, σαν βίωμα και ιδέα, κατοικεί στη νέα συλλογή του Ζαφειρίου, χωρίς να προσδίδει ελεγειακό τόνο στα ποιήματα ή τον τόνο της μοιρολατρικής ενατένισης των εξωτερικών πραγμάτων και της ναρκισσιστικής στάθμευσης στα εσωτερικά, τα ψυχικά. Ισα ίσα. Η έντονη παρουσία της κρίσιμης λειτούργησε συνειρμικά, όπως και η παρουσία άλλων όρων που τους συναντάμε συχνά στην ποίηση της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς, πρωτίστως δε των όρων «ερείπια» και «στάχτη». «Κάθε εποχή και η στάχτη της. Κάθε εποχή / κι όπου σκορπάει τη στάχτη της ο αέρας», γράφει ο Ζαφειρίου, παραπέμποντας σε μοτίβο της «Μαρίας Νεφέλης» του Ελύτη. Ή πάλι: «Τέχνη είναι να φτυαρίζεις τη στάχτη σε αιθέρια μνήματα».
Παρά τις αναλογίες, τη συμβολική εικονοποιία των δεκαετιών του 1960 και του 1970 την προκάλεσαν άλλου τύπου απογοητεύσεις και διαψεύσεις από την απογοήτευση της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας, όπως την ιστορεί ο Ζαφειρίου. Και στα δικά του ποιήματα, πάντως, η μελαγχολία δεν απορρέει αποκλειστικά από αυστηρώς προσωπικά βιώματα αλλά πηγάζει και από όσα συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν στην κοινωνία, από όσα γεννάει ή δεν γεννάει η Ιστορία. Μια Ιστορία που μοιάζει όλο και περισσότερο, για όλο και περισσότερους, με στενάχωρη λίμνη ή τέλμα παρά με ακάθεκτο ποταμό ή πλούσιο πέλαγος.
«Επειδή έτσι γίνεται και η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη, για να νοήσει τη λύπη», γράφει ο Ζαφειρίου στο μέσον περίπου του ποιητικού του συνθέματος, Σε τέσσερις διακριτές ενότητες, που εισάγονται όλες με στίχο από την «Αμοργό» του Γκάτσου (το ίδιο συμβαίνει και στο προηγούμενο βιβλίο του Ζαφειρίου), ο ποιητής αναπτύσσει τις «20+1 παραλλαγές σε ένα θέμα» που ορίζει ο υπότιτλος του βιβλίου με γλώσσα λαγαρή και ρυθμική, συνομιλώντας συνεχώς με άλλους λογοτέχνες (Σεφέρης, Ελύτης, Καζαντζάκης, Σολωμός, Εγγονόπουλος, Πεσσόα…). Ιδιαίτερη χρήση επιφυλάσσει ο Ζαφειρίου σε δύο στίχους των έξοχων «Τρωάδων» του Ευριπίδη: «-Ω Μούσα, / καινών δακρύων άεισον εν δακρύοις ωδάν επικήδειον». Με μια μικρή προσαρμογή, ο ποιητής μετατρέπει τον εντοπισμένο και χρονικά συγκεκριμένο χαρακτήρα της ευριπιδικής επίκλησης στη Μούσα σε χαρακτήρα διαχρονικό και διατοπικό, πανανθρώπινο.
Η μελαγχολία δεν απορρέει αποκλειστικά από προσωπικά βιώματα, αλλά πηγάζει και από όσα συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν στην κοινωνία, από όσα γεννάει ή δεν γεννάει η Ιστορία. Μια Ιστορία που μοιάζει όλο και περισσότερο, για όλο και περισσότερους, με στενάχωρη λίμνη ή τέλμα παρά με ακάθεκτο ποταμό.
«Αμφί μοι Ίλιον, ω Μούσα, καινών ύμνων άεισον», λέει στο πρώτο στάσιμο της ευριπιδικής τραγωδίας ο Χορός, απαρτισμένος από Τρωαδίτισσες. Δηλαδή: «Καινούριο μοιρολόι πλέξε, Μούσα, τον πολυδάκρυτο της Τροίας θρήνο». Ο Ζαφειρίου αφαιρεί τις τρεις εναρκτήριες λέξεις της προσευχής, «Αμφί μοι Ίλιον», επειδή θέλει να περάσει από το ειδικό στο γενικό, αλλά και επειδή έχουν προηγηθεί οι στίχοι που ιστορούν τη δική του ήττα, τη δική του άλωση: «Χάθηκα μέσα στα χρόνια μου. […] Χάθηκα μέσα σε αυτό που αποσώθηκε. / Και η πίστη μου κόκαλο γυμνό, / γλειμμένο απ’ τη βροχή κι απ’ απ’ τον ήλιο. / Κι η τέχνη μου ανίσχυρη γι’ αυτό που ποθεί, γι’ αυτό που αποδιώχνει».
Πώς να πιστέψει κανείς και τι να πιστέψει, σήμερα, στον κόσμο που μας περιβάλλει ασφυκτικός, ή και απελπιστικός – αυτό το ερώτημα πολιορκούν επίμονα οι στίχοι του Ζαφειρίου. Στίχοι σκληροί, όταν ανατέμνουν τη μεγάλη ιστορία, ελληνική και διεθνή, που «σβήνει ένα-ένα τα παλιά της φαντάσματα, / για να γραφτεί απ’ τα καινούρια της φαντάσματα ξανά», σαν μηχανή αέναης παραγωγής διαψεύσεων και ματαιότητας. Και στίχοι τρυφεροί, βαθιά συγκινημένοι και συγκινητικοί, όταν η μνήμη του αναδιφεί τη δική του μικροϊστορία, ανασταίνοντας τη μάνα, τον πατέρα του «με την γκρίζα τραγιάσκα στα εξόριστα χέρια του» και την παιδική του ηλικία. Αρκετές οι στιγμές της χαρούμενης αθωότητας, πολλές όμως οι «αφώτιστες αγρύπνιες» και πολλή η πίκρα, ισόβια, «με τη μάνα να σταλιάζει μπροστά στο φυλάκιο» του Τμήματος Μεταγωγών.
Θυμάται ωστόσο και ανακαλεί και την καθαυτό ποιητική προϊστορία του ο Ζαφειρίου, επανερχόμενος σε στιγμιότυπα ή εικόνες παλαιότερων βιβλίων του. Για παράδειγμα, ο τωρινός στίχος «κι όποιος μπει μες στο δάσος δεν φοβάται τον λύκο του» συνηχεί με στίχους από «Τα κατοικίδια» του 1997: «Προσπάθησα. Σας λέω ότι προσπάθησα / να διασχίσω το δάσος. / Δε σκιάχτηκα τα ουρλιαχτά των λύκων, / ούτε τη χτένα της μοναξιάς στα μαλλιά μου».
Ηδη στην πρώτη του συλλογή, «Το ευλύγιστο πέλμα» (1983), ο Ζαφειρίου ζωγραφίζει μιαν ανυπόφορη δυστοπία: «Ετσι ο κόσμος βαδίζει αντίστροφα / όχι σαν μέρα ανάποδη ή στραβοξύπνημα, / αλλά σαν φύση νεκρή που αποσυντίθεται». Τώρα, δρώντας σαν «αυτουργός της μνήμης», καταθέτει φιλοσοφημένους στοχασμούς παρά συναισθήματα. Το ήθος της συλλογής του ορίζεται από το δίστιχο «και στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο, / βγαίνει και το αγκάθι του», το οποίο αρχικά τίθεται ως οιονεί τίτλος, μόνο του σε μια σελίδα, και επαναλαμβάνεται λίγο αργότερα ενσωματωμένος στο κείμενο.
Το δίστιχο αυτό, από κοινού με τον ευρηματικό τίτλο «Επειδή έτσι γίνεται», που λειτουργεί σαν μοτίβο του κειμένου, σαν επωδός και επωδή συγχρόνως, είναι το σήμα της ώριμης αποδοχής του κόσμου, του παρελθόντος και του ζώντος, και της φρόνιμης συμφιλίωσης μαζί του. Είναι λοιπόν και σήμα της απαντοχής, που εμφανίζεται διαυγέστερο, αναμφισβήτητα καταφατικό, στην αντεστραμμένη μορφή που προσλαμβάνει στην τελευταία σελίδα, σαν καταστάλαγμα πια:
«Επειδή έτσι γίνεται και καθώς ολοένα κοντεύεις στον τόπο / που με τόπο αλλιώτικο δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις, / και καθώς το αγκάθι του ρόδου σού τρυπάει το δάχτυλο / όσο απαλά και αν το αγγίζεις, / αφήνεις στον πόνο τα χέρια σου, ίσαμε για να κρατηθείς απ’ την ελπίδα / πως στο ίδιο βλαστάρι του ρόδου μαζί με το αγκάθι φυτρώνει και το άνθος του».
Πώς αλλιώς να γίνει;

