Η πολυθρόνα της δεύτερης θέσης χωράει έναν. Και σ’ αυτή τη φάση αυτός θα είναι είτε το ΠΑΣΟΚ είτε το κόμμα Τσίπρα. Βάσει δημοσκοπήσεων θα μπορούσε να είναι και το κόμμα Καρυστιανού, οι τάσεις του εγχειρήματος, ωστόσο, μοιάζουν πτωτικές. Για τον «χαμένο» οι συνέπειες είναι στρατηγικά επώδυνες. Ο Αλέξης Τσίπρας, αν δεν είναι δεύτερος, επιστρέφει στην πολιτική σκηνή σε χειρότερη θέση από εκείνη που άφησε. Ενώ το ΠΑΣΟΚ, που φιλοδοξεί να ανακτήσει τον ιστορικό ρόλο του ως βασικός πυλώνας του πολιτικού μας συστήματος, θα έχει αποτύχει στη βασική του πολιτική επιδίωξη.
Σήμερα και οι δύο πλευρές κάνουν σαν να το παραβλέπουν, σαν να μην τους αφορά. Το μεν ΠΑΣΟΚ επειδή πιστεύει ότι έχει παγιώσει την πρωτοκαθεδρία του στον χώρο της αντιπολίτευσης. Και είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα το ΠΑΣΟΚ έχει ανοίξει κάπως περπατησιά. Ο δε Τσίπρας επειδή θεωρεί ότι «τους έχει», καθώς παλαιότερα είχε λεηλατήσει εκλογικά το ΠΑΣΟΚ και ήταν σταθερά πάνω από εκείνο από το 2012 και μετά.
Κλωτσάνε έτσι το τενεκεδάκι παρακάτω. Κλιμακώνουν κατά της κυβέρνησης και μεταξύ τους περιορίζονται σε κάποια μικρά πολιτικά «τζαρτζαρίσματα», αποφεύγοντας τις επιθέσεις που θα ανέμενε κάποιος μεταξύ ανταγωνιστικών κομμάτων που στοχεύουν σε κοινή εκλογική δεξαμενή.
Η εξήγηση γι’ αυτό σχετίζεται με το σενάριο δεύτερων εκλογών λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης. Με τον καθένα να είναι πεπεισμένος ότι θα προπορεύεται εκείνος, επιλέγουν οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις να είναι ήπιες, μέχρι αυτό να αποτυπωθεί και να διαπραγματευτεί έτσι τους όρους σύγκλισης, έχοντας το πάνω χέρι.
Μόνο που αυτή η τακτική δεν λύνει το πρόβλημα, απλώς το μεταθέτει. Οταν οι δημοσκοπήσεις πιθανολογήσουν ποιος προηγείται, η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη –ειδικά αν η μεταξύ τους διαφορά είναι μικρή–, καθώς το κόστος θα είναι μεγάλο για όποιο κόμμα και ιδίως για όποιον αρχηγό χάσει αυτό το μπρα ντε φερ.
Το ερώτημα λοιπόν στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν άμεσα οι δύο αρχηγοί είναι αν αξίζει το ρίσκο αυτής της αναμονής ή αν θα πρέπει από τώρα να συγκρουστούν με τους άλλους διεκδικητές της «πολυθρόνας».
Ως προς αυτό, το ΠΑΣΟΚ έχει διαπράξει ήδη ένα λάθος, όταν αντί να αφαιμάξει τον ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν σε παραζάλη λόγω αποχώρησης Τσίπρα, εσωτερικών ζητημάτων, διασπάσεων, κ.λπ., τον κρατούσε ζωντανό μέσα από τα σενάρια συγκλίσεων της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Και αντίστοιχο λάθος διαπράττει τώρα ο κ. Τσίπρας, ο οποίος καθυστερώντας τις πρωτοβουλίες του και βάζοντας «φίλτρα» για το ποιους θα δεχτεί, επιτρέπει στο ΠΑΣΟΚ να κερδίζει έδαφος – όπως και συμβαίνει.
Η τιθάσευση των κομματικών και προσωπικών φιλοδοξιών δεν είναι βέβαια η μόνη δυσκολία που υπάρχει. Ακόμη κι αν πάρουμε ως υπόθεση εργασίας το σενάριο μιας μετεκλογικής συνεργασίας, όπου το αποτέλεσμα των εκλογών θα έχει λύσει το ζήτημα της ηγεσίας, των εσωτερικών συσχετισμών, της εκλογής βουλευτών (καθώς στις δεύτερες εκλογές θα υπάρχει λίστα), αρκετά πολιτικά και πρακτικά ζητήματα παραμένουν.
Σε ποια προγραμματική βάση θα γίνει η σύγκλιση, δεδομένου ότι η απόσταση των δύο εκλογών θα είναι 30-35 μέρες; Ποιες άλλες δυνάμεις θα περιλαμβάνει; Οποιος κληθεί να ενταχθεί υπό τον άλλο, πώς θα διαχειριστεί τους εσωτερικούς του κραδασμούς; Το βασικότερο: πώς θα αντιδράσει το εκλογικό σώμα; Ενα τμήμα της Αριστεράς εξακολουθεί να απεχθάνεται το ΠΑΣΟΚ και ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά αρνητική γνώμη για τον κ. Τσίπρα. Είναι βέβαιο δε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλέσει αντισυσπειρώσεις γύρω από τη Ν.Δ.
Ενώ υπάρχει και το ζήτημα του εκλογικού νόμου, που δεν επιτρέπει σε συνασπισμούς κομμάτων να διεκδικήσουν το μπόνους εδρών. Πώς θα το διαχειριστούν; Για το κόμμα Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ίσως δεν είναι πρόβλημα. Το ΠΑΣΟΚ, με το ιστορικό φορτίο που κουβαλά, θα μπορούσε να μπει σε τέτοια λογική;
Αυτά όλα δεν είναι θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά υπαρκτά στρατηγικά ερωτήματα που θα ανακύψουν στην πορεία. Και επειδή οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, το πιθανότερο είναι πολύ σύντομα η σύγκρουση για την πρωτοκαθεδρία στην αντιπολίτευση να κλιμακωθεί.
Ολα αυτά, βέβαια, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ευκολότερα σε ένα διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο. Σε ένα λιγότερο τοξικό πολιτικό περιβάλλον θα μπορούσαν να αναζητηθούν συμβιβασμοί μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, με επίκεντρο τον εκλογικό νόμο, που θα αντιμετώπιζαν και τον πολυκερματισμό του πολιτικού συστήματος και τον κίνδυνο ακυβερνησίας. Στην παρούσα συγκυρία κάτι τέτοιο μοιάζει ανέφικτο. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει δηλητηριαστεί σε τέτοιο βαθμό που δεν αφήνει περιθώρια για νηφάλιες διεργασίες, ακόμη κι αν θα μπορούσαν να είναι αμοιβαία επωφελείς.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

