Η δυνατότητα να μιλά και να κατανοεί κανείς μια δεύτερη ή τρίτη γλώσσα προσφέρει συνεχή νοητική άσκηση, διατηρώντας τον εγκέφαλο σε εγρήγορση καθώς μεγαλώνουμε, όπως έχουν διαπιστώσει ερευνητές, συμφωνώντας ότι η πολυγλωσσία μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση της άνοιας και να επιβραδύνει τη διαδικασία γήρανσης του εγκεφάλου.
Σε αντίθεση με δραστηριότητες όπως η μουσική, που κάποιος τις εξασκεί για λίγες ώρες την ημέρα, η γλωσσική εξάσκηση είναι συνεχής και εντατική, εξηγεί η Eλεν Μπιαλιστόκ, ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Γιορκ του Καναδά, η οποία μελετά τις επιδράσεις των γλωσσών στον εγκέφαλο εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες.
Η γνώση και η συχνή χρήση δύο ή και περισσότερων γλωσσών μοιάζει με συνεχή προπόνηση ενδυνάμωσης για τον εγκέφαλο καθώς η πολυγλωσσία δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος, αλλά και τη δομή του.
Πώς οι γλώσσες αλλάζουν τον εγκέφαλο
Στους δίγλωσσους ανθρώπους, περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού που σχετίζονται με τη γλώσσα ανταποκρίνονται και στις δύο γλώσσες. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο δίκτυο υπάρχουν και εξειδικευμένες περιοχές που ενεργοποιούνται μόνο για μία συγκεκριμένη γλώσσα, εξηγεί η ερευνήτρια Λουσία Αμορούσο.
Ακόμη και όταν μιλάμε ή ακούμε μία μόνο γλώσσα, οι υπόλοιπες παραμένουν ενεργές στον εγκέφαλο. «Η άλλη γλώσσα δεν κοιμάται», λέει η Αμορούσο. Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλος των πολύγλωσσων ανθρώπων παρακολουθεί διαρκώς τι ακούν και τι λένε, αξιολογώντας ποια γλώσσα είναι η κατάλληλη κάθε στιγμή.
«Δεν υπάρχει διακόπτης που αλλάζει γλώσσα», επισημαίνει η Μπιαλιστόκ.
Αυτός φαίνεται πως είναι και ένας από τους λόγους που όσοι μιλούν πολλές γλώσσες φαίνεται να έχουν καλύτερο έλεγχο της προσοχής τους, να εστιάζουν πιο αποτελεσματικά στις σημαντικές πληροφορίες και να αγνοούν ευκολότερα τους περισπασμούς.
Η διαδικασία αυτή ξεκινά από πολύ νωρίς στη ζωή. Ερευνες έχουν δείξει ότι βρέφη επτά μηνών που μεγαλώνουν σε δίγλωσσα νοικοκυριά μπορούν ήδη να αντιλαμβάνονται πότε αλλάζει η γλώσσα, ενώ αποδίδουν καλύτερα σε ορισμένες δοκιμασίες προσοχής σε σχέση με βρέφη που μεγαλώνουν σε μονόγλωσσο περιβάλλον.
Η ανάγκη συγκέντρωσης, διάκρισης και επιλογής της κατάλληλης γλώσσας φαίνεται ότι «εκπαιδεύει» τον εγκέφαλο, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά του.
Ενας πιο αποδοτικός εγκέφαλος
Σε μία μελέτη, η Μπιαλιστόκ και οι συνεργάτες της χρησιμοποίησαν ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα για να συγκρίνουν την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου δίγλωσσων και μονόγλωσσων ανθρώπων. Διαπίστωσαν ότι οι δίγλωσσοι εμφάνιζαν συνολικά μικρότερη, αλλά πιο στοχευμένη, εγκεφαλική δραστηριότητα όταν βρίσκονταν σε κατάσταση ηρεμίας.
Ανάλογα αποτελέσματα έχουν προκύψει και από άλλες μελέτες. Οταν πολύγλωσσοι και μονόγλωσσοι συμμετέχοντες υποβάλλονταν στις ίδιες απλές δοκιμασίες προσοχής, οι πολύγλωσσοι χρειάζονταν μικρότερη ενεργοποίηση του εγκεφάλου για να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη αποδοτικότητα της εγκεφαλικής λειτουργίας.
Αυτή ακριβώς η ιδιότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία με την πάροδο της ηλικίας, ιδίως όταν εμφανίζονται παθολογικές αλλοιώσεις που σχετίζονται με νοσήματα όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. Ενας πιο αποδοτικός εγκέφαλος μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί αποτελεσματικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, παρά τις επιπτώσεις της γήρανσης ή της νόσου.
Παράλληλα, η γνώση μιας δεύτερης γλώσσας φαίνεται ότι διατηρεί διακριτά και εξειδικευμένα τα διαφορετικά εγκεφαλικά δίκτυα που συνεργάζονται για συγκεκριμένες λειτουργίες.
Εγκέφαλοι που φαίνονται… νεότεροι
Οι ερευνητές γνώριζαν ήδη ότι η γνώση περισσότερων από μίας γλωσσών μπορεί να κάνει τον εγκέφαλο πιο αποδοτικό. Θα μπορούσε όμως να τον κάνει και… νεότερο;
Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, η Λουσία Αμορούσο και οι συνεργάτες της εκπαίδευσαν μοντέλα μηχανικής μάθησης χρησιμοποιώντας απεικονιστικά και βιολογικά δεδομένα από περισσότερους από 86.000 ανθρώπους.
Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε πέρυσι στο περιοδικό Nature Aging, διαπίστωσαν ότι, σε 27 ευρωπαϊκές χώρες, οι πληθυσμοί όπου ομιλούνται περισσότερες γλώσσες εμφάνιζαν βραδύτερη γήρανση του εγκεφάλου.
Επειδή η συγκεκριμένη μελέτη εξέταζε διαφορές μεταξύ χωρών και όχι μεταξύ ατόμων, η Αμορούσο και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν μια δεύτερη έρευνα, δημιουργώντας μοντέλα εκτίμησης της «ηλικίας» του εγκεφάλου με βάση δεδομένα ηλεκτρικής εγκεφαλικής δραστηριότητας 728 ατόμων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που μιλούσαν δύο ή τρεις γλώσσες είχαν εγκεφάλους που έμοιαζαν κατά μέσο όρο έξι χρόνια νεότεροι, ενώ όσοι γνώριζαν τέσσερις γλώσσες εμφάνιζαν εγκεφάλους που έδειχναν 13 χρόνια νεότεροι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι όσο πιο συγγενικές είναι μεταξύ τους οι γλώσσες που γνωρίζει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο φαίνεται να είναι το προστατευτικό όφελος για τον εγκέφαλο.
Η σχέση της πολυγλωσσίας με την άνοια
Η γνώση περισσότερων γλωσσών φαίνεται ότι ενισχύει τη λεγόμενη γνωστική εφεδρεία, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται και να αντισταθμίζει τις βιολογικές αλλαγές που προκαλούνται από τη γήρανση ή από νευροεκφυλιστικές ασθένειες.
Ερευνες έχουν δείξει ότι οι δίγλωσσοι διαγιγνώσκονται με άνοια αργότερα σε σχέση με όσους μιλούν μόνο μία γλώσσα και διατηρούν τη λειτουργικότητά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν παρουσιάζουν προχωρημένες αλλοιώσεις που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.
«Κερδίζουν περίπου τέσσερα έως πέντε χρόνια κατά τα οποία παραμένουν λειτουργικοί. Ο εγκέφαλός τους εμφανίζει τις χαρακτηριστικές αλλοιώσεις της νόσου Αλτσχάιμερ, όμως κλινικά αυτές δεν επηρεάζουν ακόμη την καθημερινή τους λειτουργία», εξηγεί η Μπιαλιστόκ.
Πηγή: Washington Post

