ΜΠΟΡΕΙ μια φωτογραφία να ταυτοποιηθεί από τη γραμμή ενός λόφου στο βάθος, από ένα φανάρι, από την καμπύλη ενός δρόμου και από έναν μιναρέ που δεν υπάρχει πια; Για τους διαχειριστές της ομάδας «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης», η απάντηση είναι ναι. Εκεί όπου ένας απλός θεατής βλέπει μια θολή ασπρόμαυρη εικόνα, εκείνοι μπορεί να διακρίνουν μια γειτονιά πριν από την ανοικοδόμηση, ένα κτίριο που κατεδαφίστηκε, ένα ίχνος της οθωμανικής πόλης, και κυρίως μια Θεσσαλονίκη που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη.

Η ομάδα δημιουργήθηκε στο Facebook το 2008 και σήμερα αριθμεί περισσότερα από 137.000 μέλη, ενώ το αρχείο της ξεπερνά τις 50.000 φωτογραφίες, καθιστώντας τη μία από τις μεγαλύτερες συλλογές παλιών φωτογραφιών της Θεσσαλονίκης. Το χρονικό της όριο φτάνει περίπου έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980. Δεν λειτουργεί, όμως, ως ένα απλό λεύκωμα νοσταλγίας. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η πόλη και οι αλλαγές της: τα κτίρια, οι δρόμοι, οι γειτονιές, οι μεταβολές του αστικού τοπίου.
Το 2012 είδα στην ομάδα, σε κάποια φωτογραφία, το σπίτι της γιαγιάς μου και κόλλησα. Αρχισα να παρακολουθώ και να μαθαίνω πράγματα που αγνοούσα. Πλέον, είμαι ένας από τους συνδιαχειριστές.
Για τον Αλέξη Αθάνατο, πολιτικό μηχανικό και λάτρη της Ιστορίας, η σχέση με την ομάδα ξεκίνησε το 2012, σχεδόν τυχαία. «Γεννήθηκα το 1964 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Το 2012 είδα στην ομάδα, σε κάποια φωτογραφία, το σπίτι της γιαγιάς μου και κόλλησα. Αρχισα να παρακολουθώ και να μαθαίνω πράγματα που αγνοούσα. Πλέον, είμαι ένας από τους συνδιαχειριστές της ομάδας», λέει. Από τότε, οι παλιές εικόνες της πόλης άρχισαν να λειτουργούν για εκείνον και ως ένας τρόπος να διαβάζει τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της. Η επιλογή του υλικού ακολουθεί συγκεκριμένη λογική. «Δεχόμαστε μόνο κτίρια και όχι φωτογραφίες που δείχνουν απλώς πρόσωπα, καθώς αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η τεκμηρίωση του αστικού χώρου. Πού ήταν αυτό το σπίτι; Πότε γκρεμίστηκε; Τι υπάρχει σήμερα στη θέση του; Ποιος δρόμος φαίνεται στο βάθος;».
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΙΧΗ
Η στιγμή που λειτούργησε ως τομή για την ομάδα ήρθε το 2017, όταν ο Ζαχαρίας Σεμερτζίδης, συνδιαχειριστής της, ανάρτησε μια σπάνια πανοραμική φωτογραφία από τα Εθνικά Αρχεία της Ουγγαρίας. Στην εικόνα φαινόταν η Θεσσαλονίκη πίσω από τα παραθαλάσσια τείχη της, πριν από την κατεδάφισή τους – μια όψη της πόλης σχεδόν άγνωστη στο ευρύ κοινό.

«Η φωτογραφία είχε κάνει πάταγο και φυσικά έπρεπε να αποδειχθεί ότι έδειχνε πράγματι τη Θεσσαλονίκη. Ηταν η πρώτη φορά που βλέπαμε αυτήν την όψη της πόλης και υπήρχαν πολλοί που το αμφισβητούσαν», θυμάται ο Αλέξης Αθάνατος. «Τραβούσαμε γραμμές για να ταυτοποιήσουμε κτίρια. Τεκμηριώθηκε από τα βουνά, από τους μιναρέδες, από τα ίχνη του τείχους, που είναι γνωστά. Πριν από αυτή τη φωτογραφία είχαμε περίπου 30.000-40.000 μέλη. Τώρα έχουμε πάνω από 130.000». Η ομάδα, που λειτουργεί αποκλειστικά με εθελοντικούς όρους, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την κάθε φωτογραφία με τον ίδιο τρόπο: ελέγχει τη λεζάντα της, εντοπίζει το σημείο λήψης, κάνει συγκρίσεις με μνημεία, δρόμους, λόφους, τραμ. Κοινώς με ό,τι σώθηκε, αλλά και με ό,τι χάθηκε.
ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ
«Οταν έχεις μια φωτογραφία, πρέπει να μπορείς να προσδιορίσεις πρώτα από όλα το πού τραβήχτηκε», λέει ο Γιάννης Σιδηρόπουλος, λογιστής, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός από την ανατολική πλευρά της πόλης. Η δική του σχέση με τον κόσμο των συλλεκτών ξεκίνησε από τον παππού του, που ήταν συλλέκτης γραμματοσήμων. «Συνέχισα για πολλά χρόνια με τα γραμματόσημα. Το 2018 όμως, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γάλλοι διοργάνωσαν διάφορες εκθέσεις και τότε ήρθαν στη δημοσιότητα και πολλά φωτογραφικά αρχεία που συμπεριλάμβαναν και τη Θεσσαλονίκη. Μην ξεχνάμε ότι η πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ιστορικού και εμπορικού κέντρου της πόλης, οπότε ορισμένες από αυτές τις φωτογραφίες δίνουν μια εικόνα άγνωστη στο ευρύ κοινό».
Ακόμα και από τα κάγκελα μιας οικοδομής έχει τύχει να ταυτοποιηθεί το πού τραβήχτηκε μια φωτογραφία.
Ειδικά πριν από το 1912, εξηγεί ο κύριος Σιδηρόπουλος, οι κεντρικοί δρόμοι ήταν λίγοι, οπότε και πιο εύκολα αναγνωρίσιμοι. «Σε άλλες περιπτώσεις μάς βοηθούν οι γραμμές του τραμ, άλλοτε οι λόφοι στο βάθος. Και φυσικά οι μιναρέδες, που λειτουργούσαν σαν σημεία προσανατολισμού σε μια πόλη που δεν υπάρχει πια με αυτή τη μορφή. Ο κάθε μιναρές ήταν διαφορετικός. Οι Γάλλοι τούς έλεγαν “κατάρτια”. Ακόμα όμως και από τα κάγκελα μιας οικοδομής έχει τύχει να ταυτοποιηθεί το πού τραβήχτηκε μια φωτογραφία».


ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ
Η ομάδα, ωστόσο, δεν ψάχνει μόνο πού τραβήχτηκε μια εικόνα. Αναζητά και πότε τραβήχτηκε, από ποιον, μέσα σε ποια ιστορική συγκυρία. Το φωτογραφικό υλικό της Θεσσαλονίκης δεν είναι ομοιόμορφο στο πέρασμα του χρόνου, αλλά έχει τις δικές του πυκνώσεις και τα δικά του κενά. «Η πρώτη περίοδος καλύπτει από το 1859 έως το 1912. Οι φωτογράφοι είναι κυρίως περιηγητές, Γάλλοι, Aγγλοι, κάποιοι αρχαιολόγοι και βυζαντινολόγοι που φωτογράφιζαν εκκλησίες και μνημεία», λέει ο Γιάννης Σιδηρόπουλος.
«Το 1914-1915 έχουμε στην πόλη περίπου 300.000 στρατιώτες, από διαφορετικές εθνικότητες. Ξεχωρίζουν οι Γάλλοι που είχαν επίσημες υπηρεσίες φωτογράφισης και εύπορους αξιωματικούς που φωτογράφιζαν σημεία της πόλης. Οι Αγγλοι από την πλευρά τους ήταν πιο ανθρωποκεντρικοί στις λήψεις τους».
Στον Μεσοπόλεμο, όπως εξηγεί ο Γιάννης Σιδηρόπουλος, το φωτογραφικό υλικό λιγοστεύει. «Ο μέσος Θεσσαλονικιός θα έβγαζε καμιά φωτογραφία στην αυλή, με τον παππού και τη γιαγιά», λέει. Αντίθετα, την περίοδο της Κατοχής οι εικόνες πληθαίνουν, αλλά προέρχονται συχνά από μια βαριά ιστορική συνθήκη. «Οι Γερμανοί έβγαζαν πολλές φωτογραφίες. Οι περισσότερες από αυτές βρίσκονται ακόμα σε σεντούκια και καθώς τις βρίσκουν οι απόγονοι βγαίνουν σταδιακά σε δημοπρασίες». Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, όταν η φωτογραφική μηχανή γίνεται πιο προσιτή, το υλικό αυξάνεται.

Αν η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη είναι πιο αναγνωρίσιμη, οι πρώτες φωτογραφικές απεικονίσεις της πόλης μοιάζουν σχεδόν με αρχαιολογικά ευρήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο φωτογραφίες της Αγίας Σοφίας από τη Βασιλική Συλλογή της Αγγλίας, οι οποίες αγοράστηκαν από τον πρίγκιπα Αλφρεντ κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1859. «Για να βρούμε την ακριβή χρονολογία έγινε πολύ μεγάλη έρευνα», λέει ο Αλέξης Αθάνατος. «Μέχρι και ένας φίλος μας Τούρκος μάς μετέφρασε τουρκικές εφημερίδες, καθώς ψάχναμε να βρούμε πότε έγινε το ταξίδι του πρίγκιπα στην Ελλάδα».
Συμβάλλεις στη δημόσια ιστορία, μοιράζεσαι τα ευρήματά σου με τον κόσμο. Είναι τελείως διαφορετικό από το να καταχωνιάζεις προσωπικές συλλογές και θησαυρούς στα συρτάρια σου.
Για τον Γιάννη Σιδηρόπουλο, η πιστοποίηση εκείνων των φωτογραφιών, που αποτελούσαν δικά του ευρήματα από την έρευνά του στα βρετανικά αρχεία, είχε και προσωπικό βάρος. «Οταν πιστοποιήθηκε η χρονολογία ένιωσα μεγάλη συγκίνηση», λέει. «Δεν πρόκειται για καταξίωση. Είναι ότι συμβάλλεις στη δημόσια ιστορία, μοιράζεσαι τα ευρήματά σου με τον κόσμο. Είναι τελείως διαφορετικό από το καταχωνιάζεις προσωπικές συλλογές και θησαυρούς στα συρτάρια σου».

ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΓΩΝΑΣ
Ενα μέρος του υλικού προέρχεται από κρατικά, ιστορικά και μουσειακά αρχεία, άλλο από δημοπρασίες, άλλο από ξένες συλλογές που ψηφιοποιούνται και βγαίνουν σταδιακά στο φως. Ομως υπάρχει και μια πιο προσωπική διαδρομή: οικογενειακά άλμπουμ, ξεχασμένοι φάκελοι, μπαούλα μελών που ανοίγουν ύστερα από χρόνια. Η Γιώτα Ησαϊάδου, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και Θεσσαλονικιά προσφυγικής καταγωγής, βρίσκεται στην ομάδα σχεδόν από τα πρώτα της χρόνια. «Είμαι 17 χρόνια στην ομάδα. Ξεκίνησα σαν μέλος», λέει. «Ο κόσμος μάς εμπιστεύεται, ανοίγουν οικογενειακά άλμπουμ, μπαούλα. Υπάρχει συνέχεια νέο υλικό. Και εμείς συνεχίζουμε ακάθεκτοι, ταυτοποιούμε, δημοσιεύουμε, σχολιάζουμε». Η κυρία Ησαϊάδου επιμένει ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει από έναν άνθρωπο μόνο. «Υπάρχει ένας άτυπος καταμερισμός εργασιών και η ραχοκοκαλιά της ομάδας είναι η συνεργασία. Οι συνδιαχειριστές μεταξύ μας έχουμε πολύ καλή σχέση».
Κάθε απάντηση στο «πού είναι αυτό σήμερα;» λειτουργεί σαν μικρή υπενθύμιση του ότι η σημερινή Θεσσαλονίκη πατά πάνω σε άλλες, λιγότερο ορατές πόλεις.
Στα σχόλια, το ερώτημα που επανέρχεται συχνότερα είναι το «ποιο είναι αυτό το σημείο σήμερα;». Λογικό, καθώς η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με πολλές ταυτότητες: οθωμανική, εβραϊκή, προσφυγική, μεσοπολεμική, κατεστραμμένη από την πυρκαγιά, ανοικοδομημένη μεταπολεμικά, αλλαγμένη μετά τον σεισμό του 1978. Οπότε, κάθε απάντηση στο «πού είναι αυτό σήμερα;» λειτουργεί σαν μικρή υπενθύμιση του ότι η σημερινή Θεσσαλονίκη πατά πάνω σε άλλες, λιγότερο ορατές πόλεις. «Υπάρχει, βέβαια, ένα παράδοξο», σχολιάζει η κυρία Ησαΐδου. «Ολο αυτό το υλικό, όλη αυτή η δουλειά, όλη αυτή η άτυπη συλλογική μνήμη στεγάζεται κυρίως σε μια πλατφόρμα που δεν σχεδιάστηκε για αρχειακούς σκοπούς. Οπότε είμαστε εκτεθειμένοι στην ευθραυστότητα του ψηφιακού περιβάλλοντος». Κι έτσι, κάθε ταυτοποίηση δεν μοιάζει μόνο με πράξη μνήμης, αλλά και με έναν μικρό αγώνα απέναντι στο ενδεχόμενο να χαθούν ξανά όσα κάποτε διασώθηκαν.

