Το θέμα με τη Luce είναι ότι η συζήτηση που ξεσήκωσε τη στιγμή των αποκαλυπτηρίων της δεν περιορίστηκε στις επιδόσεις, στην τεχνολογία ή στην τιμή της. Τουναντίον, στράφηκε σχεδόν αμέσως στην ίδια την ταυτότητα της μάρκας.
Η Luce είναι ένα αυτοκίνητο που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Ωστόσο, όχι απαραίτητα με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από μια Ferrari. Πεντάθυρη, πενταθέσια, σχεδόν πεντάμετρη, με τεράστιο χώρο αποσκευών 597 λίτρων και σχεδίαση που σε τίποτα δεν θυμίζει την κλασική εικόνα των supercars του Μαρανέλο, εμφανίστηκε περισσότερο ως ριζική δήλωση αλλαγής, λες και ξαφνικά η μάρκα αισθάνθηκε πως δεν είναι αρεστή.
Το γεγονός ότι την εξωτερική της εικόνα ανέλαβε η LoveFrom των Τζόνι Αϊβ και Μαρκ Νιούσον εξηγεί εν μέρει τη μινιμαλιστική, σχεδόν τεχνολογική προσέγγιση, αλλά δεν αρκεί για να κατευνάσει τις αντιδράσεις.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η υποδοχή υπήρξε σκληρή. Σχόλια όπως «μοιάζει σαν ποντίκι της Apple», «πού βρίσκεται το κουμπί για dislike;» και «η Πρωταπριλιά ήταν τον περασμένο μήνα» αποτύπωσαν τη δυσφορία ενός κοινού που μεγάλωσε με τις Ferrari ως αντικείμενα πόθου και όχι ως ασκήσεις ψηφιακού design. Η Luce αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και από την αγορά, με τη μετοχή της Ferrari να υποχωρεί πάνω από 6% στο χρηματιστήριο του Μιλάνου μετά την παρουσίασή της.
View this post on Instagram
Οι συντάκτες των 4ΤΡΟΧΩΝ προσεγγίζουν τη Luce από διαφορετικές θέσεις, αλλά σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή προσθήκη στην γκάμα.
Για τον Στράτη Χατζηπαναγιώτου, η απάντηση είναι κάθετα αρνητική: «Και μη χειρότερα… Αρνητική η ψήφος από τον πρόλογο. Χωρίς “ναι μεν, αλλά”, παρά τη νέα τάξη πραγμάτων και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι, οδηγικά, δεν θα υστερεί. Τουλάχιστον σε σχέση με μια Porsche Taycan, που προκαλεί τα συναισθήματά σου, αποτυπώνοντας μια αμφιλεγόμενη σύγχρονη πραγματικότητα.
Καμία υπεκφυγή απέναντι στην πραγματικότητα. Με την ευκαιρία, όμως, ποιος την ορίζει; Οι αγοραστές Ferrari; Αποκλείεται
Ως ο αρχαιότερος της φρουράς, διαχρονικά ερωτευμένος με τη γαλάζια Scuderia και έχοντας αποθηκευμένες στη μνήμη τις φωτογραφίες του Θάνου Ηλιόπουλου από το Φιοράνο, όπως και τις F40, F50 και Enzo στην πίστα, σε διαδικασία-ιεροτελεστία, συγγνώμη, αλλά δεν θα “πάρω” ηλεκτρική Ferrari. Και μάλιστα, ανεξάρτητα από την αισθητική της, που άλλωστε ήδη δοκιμάζεται από τις σύγχρονες Daytona και Testarossa.
Καμία υπεκφυγή απέναντι στην πραγματικότητα. Με την ευκαιρία, όμως, ποιος την ορίζει; Οι αγοραστές Ferrari; Αποκλείεται. Οι μάγοι στις καρέκλες, που αναλύουν έσοδα και βλέπουν την ευκαιρία για ακόμα μεγαλύτερα κέρδη, γνωρίζοντας ότι ο πιστός συγχωρεί ακόμα και κραυγαλέα λάθη; Πιθανόν. Αλλωστε, έχει περάσει η εποχή που στο Μαρανέλο τα λάθη κόστιζαν. Σήμερα, αρκεί να έχουν προϊόν. Και να αυξάνονται τα τρελά τους κέρδη. Σε πρώτο πρόσωπο, αρνείσαι με συνέπεια να αποδεχθείς μια πραγματικότητα που αντιτίθεται σε ό,τι υπηρέτησες και σε ό,τι εκτιμάς ότι εξακολουθείς να υποστηρίζεις. Με σεβασμό στον Ιταλό σχεδιαστή και, κυρίως, μηχανικό, που ακόμα σου επιτρέπει να ξεφυλλίζεις αναμνήσεις από τις οποίες εξακολουθούν να προκύπτουν όνειρα. Ονειρα που δεν μπαίνουν στην πρίζα. Οπως η μαγεία να οδηγείς στην Τοσκάνη την 458 Speciale. Σε ένα γοητευτικό παιχνίδι, με τα χρώματα σε κρεσέντο, με ακούσματα και μυρωδιές, με την αδρεναλίνη να ακολουθεί τις στροφές του V8. Απλά να ζεις».

Και όμως, πίσω από την εικόνα που δίχασε, υπάρχει ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό υπόβαθρο. Τέσσερις ηλεκτροκινητήρες, ένας σε κάθε τροχό, συνδυαστική ισχύς 1.050 ίππων και 990 Nm, επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα σε 2,5 δλ. και 0-200 χλμ./ώρα σε 6,8 δλ., τελική ταχύτητα άνω των 310 χλμ./ώρα, αρχιτεκτονική 800 Volt, φόρτιση έως 350 kW και μπαταρία 122 kWh, με εκτιμώμενη αυτονομία 530 χλμ. Η Ferrari δείχνει να έχει δουλέψει τη Luce όχι ως υποχρεωτική συμμόρφωση στην ηλεκτρική εποχή, αλλά ως επίδειξη τεχνικής υπεροχής με όρους που θεωρητικά αρμόζουν στο σήμα της.
«Ιστορικό σημείο καμπής»
Ο Σωτήρης Τσαντίλης προσπαθεί να το δει… ψύχραιμα, μα φευ. «Στα λατινικά υπάρχει η φράση “στην απουσία φωτός, το σκοτάδι κυριαρχεί”. Στη δική μας περίπτωση φαίνεται ότι το πολυπόθητο φως που ήθελε να δώσει η Ferrari με την παρουσίαση της Luce, μάλλον θα χαθεί μέσα στο σκοτάδι των σφοδρών αντιδράσεων που έπονται. Η είσοδος της ιταλικής φίρμας στην ηλεκτρική εποχή είναι ένα αναμφισβήτητο ιστορικό σημείο καμπής, παρόμοιο με εκείνο της Purosangue που προκάλεσε αντίστοιχες αντιδράσεις, καθώς το όρθιο αλογάκι “φορέθηκε” σε ένα SUV.
Το πρακτικό ζήτημα μεταφράζεται σε οικονομικά δεδομένα, από τα έσοδα που προκύπτουν από την επέκταση σε ένα νέο κομμάτι της αγοράς
Τέτοιες κινήσεις έχουν συνήθως δύο βασικές παραμέτρους, τη φιλοσοφική και την πρακτική. Οσο κι αν δεν μπορεί κανείς να δεχθεί μία τέτοια Ferrari, το πρακτικό ζήτημα μεταφράζεται σε οικονομικά δεδομένα, από τα έσοδα που προκύπτουν από την επέκταση σε ένα νέο κομμάτι της αγοράς, αυτό των υπερπολυτελών ηλεκτρικών λιμουζινών.
Υπάρχουν πολλοί (υπερ)ευκατάστατοι πελάτες που δεν θέλουν να στριμώχνονται, απολαμβάνοντας ανέσεις που δεν μπορεί να προσφέρει μία χαμηλή κεντρομήχανη θερμική κατασκευή. Μία ηλεκτρική υλοποίηση, αντίθετα, έχει ξεκάθαρο χωροταξικό προβάδισμα, ενώ μπορεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις στη ζυγαριά με περίσσεια δύναμης.
Μέχρις εδώ μπορούν όλοι να δείξουν τη δέουσα κατανόηση. Ακόμα όμως κι αν δεχθείς το μεγάλο βάρος, ελπίζοντας ότι οι Ιταλοί θα αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία που έχουν στις αναρτήσεις και το στήσιμο, δύσκολα μπορείς να καταπιείς την εμφάνιση. Με δυο λόγια, τα χαστούκια είναι απανωτά. Κάπως έτσι λοιπόν νιώθεις ότι η σχεδιαστική κολεκτίβα LoveForm δημιούργησε τη Luce, όχι για λογαριασμό της Ferrari, αλλά για κάποιον ανερχόμενο Κινέζο κατασκευαστή. Μα πού χάθηκαν οι Pininfarina και Bertone ετούτου του πλανήτη;»

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι μια Ferrari δεν κρίθηκε ποτέ μόνο με αριθμούς. Αν αυτό ίσχυε, η συζήτηση θα είχε τελειώσει ήδη. Η Luce είναι εξαιρετικά ισχυρή, πολύ γρήγορη και τεχνολογικά σύνθετη. Διαθέτει torque vectoring, ενεργή ανάρτηση, τετραδιεύθυνση, paddles για τη ρύθμιση της ισχύος και της ανάκτησης ενέργειας, καθώς και ένα σύστημα ηχητικής αναπαραγωγής που αξιοποιεί τους πραγματικούς μηχανικούς ήχους του ηλεκτρικού συστήματος μετάδοσης αντί να μιμείται τεχνητά έναν V12. Αυτά είναι στοιχεία που δείχνουν ότι το Μαρανέλο προσπάθησε να μεταφράσει την έννοια της οδηγικής εμπειρίας σε μια νέα τεχνολογική γλώσσα.
«Δεν θα αφήσει κανέναν αδιάφορο»
Το ερώτημα είναι αν αυτή η μετάφραση αρκεί και ο Χρήστος Αποστολόπουλος αμφιταλαντεύτεαι. «Τολμηρή, αμφιλεγόμενη και μάλλον απαραίτητη. Το σίγουρο είναι ότι η νέα Luce, το πρώτο EV στη μακρόχρονη ιστορία της Ferrari, δεν θα αφήσει κανέναν αδιάφορο. Πρώτα και κύρια, με την εξωτερική της περιβολή. Υπερβολικά “καθαρή”», σχεδόν μινιμαλιστική από όποια γωνιά κι αν την αντικρίσεις, μοιάζει να έχει απογυμνωθεί πλήρως από την γνώριμα συναισθηματική σχεδιαστική γλώσσα που πάντοτε χαρακτήριζε τις τετράτροχες δημιουργίες από το Μαρανέλο. Οι χαρακτηριστικές εισαγωγές αέρα, οι μυώδεις ώμοι και οι δραματικές καμπύλες που έκαναν όλους να θαυμάζουν τις Ferrari, εδώ λάμπουν διά της απουσίας τους.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γενναιότητα από το να αλλάζεις όταν όλοι περιμένουν να μείνεις ίδιος
Το βέβαιο είναι ότι η Ferrari δεν διάλεξε τον εύκολο δρόμο προκειμένου να φέρει στο “φως” ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο που να μη μιμείται τα παλιά της πρότυπα. Επέλεξε να αλλάξει ριζικά, προτείνοντας μια νέα αισθητική προσέγγιση για μια νέα εποχή της αυτοκίνησης. Ακόμα κι αν η κίνηση αυτή απογοητεύσει τους παραδοσιακούς της οπαδούς.
Η απόφαση των Ιταλών να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη και να δημιουργήσουν ένα EV που μοιάζει περισσότερο με προηγμένη… συσκευή πάνω σε ρόδες καταδεικνύει ταυτόχρονα τη βαθιά κατανόηση του τι χρειάζεται η μάρκα για να επιβιώσει και να εξελιχθεί στο σύγχρονο αυτοκινητικό γίγνεσθαι. Ουσιαστικά, η Luce, όπως και η προγενέστερη Purosangue, λειτουργεί ως γέφυρα που θα επιχειρήσει να σταθεί δίπλα και όχι “απέναντι” στα παραδοσιακά σπορ οχήματα με σήμα το όρθιο αλογάκι. Ναι, δεν είναι για όλους. Μολαταύτα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη γενναιότητα από το να αλλάζεις όταν όλοι περιμένουν να μείνεις ίδιος».
«Μια σύγχρονη λιμουζίνα που πετάει χαμηλά»
Αν η πρώτη αντίδραση απέναντι στη Luce ξεκινά από την εικόνα της και από την αίσθηση ότι κάτι βαθιά ferrarista έχει χαθεί στη διαδρομή, υπάρχει και μια λιγότερο συναισθηματική ανάγνωση, όπως αυτή του Σπύρου Χατήρα ο οποίος θυμίζει ότι και η Purosangue αντιμετωπίστηκε αρχικά ως παραβίαση των ιερών και των οσίων του Μαρανέλο, πριν η αγορά δώσει τη δική της απάντηση. «Πολλοί θα σκεφτούν “η Ferrari απαρνήθηκε τις αρχές της”, με την ένταξη της αμιγώς ηλεκτρικής Luce στην γκάμα των μοντέλων της. Πάνω-κάτω, τα ίδια είχαν συζητηθεί σχετικά πρόσφατα, όταν το Μαρανέλο παρουσίασε το πρώτο του SUV, την Purosangue. “Το κάστρο έπεσε” σχολίαζαν, η συνέχεια όμως ήταν άκρως επιτυχημένη από εμπορικής πλευράς, με αποτέλεσμα να σιωπήσουν οι επικριτές. Κατά την εκτίμησή μας, το ίδιο θα συμβεί και τώρα.
Τετράθυρη, πενταθέσια, τετρακίνητη, μεγάλοι χώροι και… Ferrari
Η εταιρεία των ονείρων, ανεκπλήρωτων για εμάς τους κοινούς θνητούς, έχει φροντίσει γι’ αυτό: Τετράθυρη, πενταθέσια, τετρακίνητη, μεγάλοι χώροι και… Ferrari, μια σύγχρονη λιμουζίνα που πετάει χαμηλά, ό,τι πρέπει για μια κατηγορία πελατών από το “πάνω ράφι”, στην οποία το ιταλικό εργοστάσιο δεν είχε καν πρόσβαση πριν από τη Luce. Ολα γίνονται για τα λεφτά, λοιπόν; Οχι ακριβώς, αλλά αυτά πρέπει με κάποιο τρόπο να εξασφαλίζονται, για να μπορείς να επιβιώσεις και να δημιουργήσεις. Η Ferrari δεν εγκατέλειψε αυτά που πρεσβεύει και δεν χρειάζεται να πας ταξίδι στο παρελθόν, για να το καταλάβεις αυτό. Αρκεί να δεις τα υπόλοιπα μοντέλα της εταιρείας (296, SF90, F80, 849 Testarossa) και να περάσει σαν αεράκι γύρω από τα αυτιά σου η “αύρα” που αυτά εκπέμπουν, είτε κινούνται στον δρόμο είτε είναι κάπου ακίνητα».
«Είχαμε πράγματι ανάγκη ένα smartphone με ρόδες από τη Ferrari;»
Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι η Luce μπορεί να λειτουργήσει εμπορικά, το ζήτημα της εικόνας παραμένει ανοιχτό. Γιατί εδώ η συζήτηση αφορά την πρώτη εντύπωση, τη σχεδιαστική ταυτότητα και το κατά πόσο ένα αυτοκίνητο με τόσο ισχυρό τεχνολογικό αποτύπωμα μπορεί να αποφύγει την αίσθηση ενός ψηφιακού αντικειμένου πάνω σε τέσσερις τροχούς. Εξ ου και η ένσταση του Αναστάση Γαλάνη «Είχαμε πράγματι ανάγκη ένα smartphone με ρόδες από τη Ferrari; Ημαστε, βέβαια, προετοιμασμένοι. Γνωρίζαμε εδώ και μήνες ότι η Ferrari ετοιμάζεται να ενδώσει στη νέα τάξη πραγμάτων, καθώς ο δρόμος προς την απανθρακοποίηση είναι κοινός για όλους. Εδώ και λίγες ώρες, ωστόσο, όταν και αποκαλύφθηκε η σιλουέτα της Luce, προσπαθούμε –μάλλον μάταια– να εντοπίσουμε μια ελάχιστη σύνδεση με την παραδοσιακή σχεδιαστική της ταυτότητα.
Πώς μπορείς να γοητευτείς από το κοντό καπό της Luce ή τη μονοκόμματη γυάλινη επιφάνεια που ορίζει το πάνω μέρος του μοντέλου, όταν στα παιδικά σου χρόνια χάζευες επί ώρες τις κοφτές γραμμές της LaFerrari, το χαμηλωμένο ρύγχος της F40 και τις θηριώδεις εισαγωγές αέρα της Enzo;
Αντιλαμβάνεσαι εύκολα τι κρύβεται πίσω από αυτή την αμφιλεγόμενη σχεδιαστική μετατόπιση
Oσο και να προσπαθείς να βάλεις στην άκρη το προσωπικό σου γούστο, αδυνατείς να συμφιλιωθείς με την εικόνα. Από την άλλη, αντιλαμβάνεσαι εύκολα τι κρύβεται πίσω από αυτή την αμφιλεγόμενη σχεδιαστική μετατόπιση: Είναι η συνειδητή απόφαση της Ferrari να δώσει τα κλειδιά του design στον πρώην επικεφαλής σχεδιασμού της Apple, σερ Τζόνι Αϊβ, και να δρέψει μέχρι και τον τελευταίο καρπό της ελευθερίας που προσφέρουν τα αμιγώς ηλεκτρικά μοντέλα. Το κοντό καπό και η απουσία κεντρικού τούνελ μετάδοσης συνδράμουν σε ένα άνετο εσωτερικό περιβάλλον, κάτι το οποίο, σε συνδυασμό με τα ψηφιακά κομφόρ (βλ. μεγάλες οθόνες) αποτελεί το… τυράκι για τη διεύρυνση του πελατολογίου της και την ενίσχυση της κερδοφορίας της.
Θα τα καταφέρει; Μόνο ο χρόνος θα δείξει. Οταν, ωστόσο, είσαι η Ferrari και η συντριπτική πλειονότητα των σχολίων στη σελίδα σου στο Instagram είναι στην κατεύθυνση “μπράβο, φτιάξατε ένα iPhone 5 με ρόδες”, οι οιωνοί δεν είναι και τόσο θετικοί. Διότι ίσως ούτε το νέο target group της Ferrari θα ήθελε ένα smartphone πάνω σε ρόδες».
Προσώρας η Luce φαίνεται να κρίνεται ως δήλωση προθέσεων. Για κάποιους είναι η αναγκαία προσαρμογή της Ferrari σε μια εποχή που αλλάζει, για άλλους ένα βήμα μακριά από όσα έκαναν το Μαρανέλο συνώνυμο του πάθους, του ήχου και της μηχανικής έντασης. Η αγορά μπορεί να τη δικαιώσει, όπως συνέβη με την Purosangue. Η πιο δύσκολη «πίστα» πάντως για τη Luce θα είναι να αποδείξει ότι μπορεί και να συγκινήσει.

