Τον Φεβρουάριο του 2020 η κυβέρνηση της Ισπανίας δημιούργησε μια έκθεση οίνου στη Βαρκελώνη (Barcelona Wine Week) με σκοπό να προωθήσει παγκοσμίως το ισπανικό κρασί, ενώνοντας μεγάλες εταιρείες με μικρούς οινοποιούς και οικογενειακές επιχειρήσεις. Εξι χρόνια μετά, και με τις πρώτες εκθέσεις να επηρεάζονται από τον κορωνοϊό και τη διστακτικότητα των οινοποιών, το στοίχημα έχει κερδηθεί. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της διοργάνωσης φέτος συμμετείχαν 1.350 οινοποιεία, ενώ αυξήθηκε κατά 25% η παρουσία διεθνών αγοραστών. Κι αναμφίβολα, αυτή η έκθεση, που διοργανώνεται σε έναν από τους πιο εμβληματικούς αστικούς εκθεσιακούς χώρους στον κόσμο, στο Μοντζουίκ στην καρδιά της καταλανικής πρωτεύουσας, αποτελεί παράδειγμα για το πώς πρέπει να κινηθεί και ο κατακερματισμένος ελληνικός οινικός κλάδος – δεν προλαβαίνουμε πλέον να μετράμε τα καλέσματα.
Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση στην έκθεση, η οποία διήρκησε από τις 2 έως τις 4 Φεβρουαρίου. Πρώτον, ότι όλη η πόλη ζούσε στον ρυθμό της. Υπήρχαν διαφημίσεις σχεδόν παντού, από το μετρό μέχρι τις στάσεις των λεωφορείων, ακόμη και στον περιβάλλοντα χώρο μπάσκετ του γηπέδου Παλάου Μπλαουγκράνα. Ο κόσμος στα εστιατόρια και στα μπαρ μιλούσε για την έκθεση, συζητούσε για τις ετικέτες που δοκίμασε, και αρκετοί σερβιτόροι ρωτούσαν αν γνωρίζαμε για τη «μεγάλη εκδήλωση» της εβδομάδας. Δεύτερον, η άψογη οργάνωσή της. Μπορούσες να δεις τον χάρτη των εκθετών στο κινητό σου, να κανονίσεις μέσω μιας ειδικής πλατφόρμας τα επαγγελματικά σου ραντεβού, να βρεις εύκολες χρηστικές πληροφορίες, είτε για το παρκάρισμα είτε για τα ΜΜΜ, και βεβαίως να παρακολουθήσεις τα οργανωμένα σεμινάρια και τις ομιλίες. Ακόμα, θετική εντύπωση δημιούργησαν η αισθητική και ο εύστοχος, βοηθητικός για τον επισκέπτη, διαχωρισμός των περιοχών και των οινοποιών. Κάθε μεγάλος διάδρομος είχε στην «πλάτη» του μια φωτογραφία σε πανί και το όνομα της περιοχής, οπότε καταλάβαινες αμέσως πού βρισκόσουν. Τα μικρά περίπτερα των οινοποιών ήταν όλα ίδια με ξύλινα έπιπλα, στοιχείο ισότητας. Η επωνυμία τους και ο αριθμός τους ήταν με μαύρα γράμματα κολλημένα σε έναν λευκό πίνακα, ενώ για λόγους βιωσιμότητας οι περισσότεροι μοίραζαν τις πληροφορίες τους ψηφιακά. Αλλες σημαντικές λεπτομέρειες; Ιδανική θερμοκρασία στον χώρο, κατάλληλος φωτισμός και μια ομάδα καθαρισμού φρόντιζε να είναι όλα «λαμπίκο».
16 γενιές οινοποιών
Συνάντησα τα αδέλφια Γιούντιτ και Χουάν Βαλντελάνα από το οινοποιείο Bodegas Valdelana στο Ελθιέγο, στη χώρα των Βάσκων. Δέκατη έκτη γενιά οινοποιών, η Γιούντιτ ασχολείται με το μάρκετινγκ και ο αδελφός της, ως οινολόγος, με την παραγωγή. Είναι ένας από τους πιο βραβευμένους νέους οινολόγους της Ισπανίας και το 2016 είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στον διεθνή διαγωνισμό της Βιέννης για το καλύτερο Τεμπρανίγιο. «Είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος, ο πατέρας μας από μικρό με είχε μαζί του στο οινοποιείο και στα αμπέλια. Ηξερα ακριβώς τι θέλω να κάνω», λέει και σερβίρει το εμβληματικό κρασί «Juan Valdelana», στην ερυθρή του εκδοχή. Το 2019 το υπουργείο Γεωργίας αναγνώρισε για πρώτη φορά τον χαρακτηρισμό «μοναδικός» (singular) σε 84 εξαιρετικούς αμπελώνες της Ριόχα, καθρεφτίζοντας ουσιαστικά το σύστημα Grand Cru της Βουργουνδίας. Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά τους είναι ότι τα αμπελοτόπια πρέπει να μετράνε πάνω από 35 χρόνια ζωής και να τρυγούνται με το χέρι. Εντεκα από αυτά τα αμπελοτόπια ανήκουν στην οικογένειά του και με κάποια εξ αυτών φτιάχνει το συγκεκριμένο κρασί, παντρεύοντας αρμονικά τέσσερις ερυθρές (Τεμπρανίγιο, Γκρανάτσα, κ.ά.) και μια λευκή ποικιλία (Βιούρα). Με λιγότερες από 10.000 φιάλες παραγωγή και με αμπελοτόπια άνω των εκατό ετών, αυτή η ετικέτα εξελίσσεται στο σύμβολο του κτήματος.
Η αδελφή του φέρνει στο τραπέζι άλλες δυο φιάλες. Και οι δυο είχαν κάτι διαφορετικό να μου μάθουν. Η πρώτη, το ροζέ «Duquesa D La Victoria» -η οικογένεια κυκλοφορεί στην αγορά τέσσερις διαφορετικές επωνυμίες κρασιού-, είχε μια προηγμένη τεχνολογία που αν την έτριβες εξωτερικά μπορούσες να μυρίσεις την πραγματική μυρωδιά του κρασιού! Η δεύτερη, το κρασί «Agnus de Author Crianza», από 100% Τεμπρανίγιο, το οποίο συλλέγεται κι αυτό με το χέρι. Εδώ, η ενδιαφέρουσα πληροφορία ήταν ότι χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση και δρύινα βαρέλια από τη Σιβηρία. «Το ξύλο από τη Σιβηρία έχει μικρότερους πόρους άρα περνάει λιγότερο οξυγόνο στο κρασί, οπότε έχει μια πιο ήπια εξέλιξη. Επίσης, η αρωματική επίδραση του ξύλου είναι πολύ μικρότερη, οπότε αφήνει το κρασί να εκφράσει περισσότερο το φρούτο και το αμπελοτόπι», καταλήγει.

Ενα ιστορικό κτήμα
Στον ίδιο διάδρομο με την οικογένεια Βαλντελάνα, αρκετά μέτρα πιο κάτω, συνάντησα τον Φερνάντο Ροντρίγκεζ ντε Ριβέρα, σημερινό ιδιοκτήτη της εταιρείας κρασιών Πραντορέι που βρίσκεται στη βόρεια Ισπανία, κοντά στην πόλη Μπούργος. Το ιστορικό κτήμα, με την ονομασία «Real Sitio de Ventosilla», συνολικής έκτασης σήμερα 5.800 στρεμμάτων, αρχικά είχε αγοραστεί το 1503 από τη βασίλισσα Ισαβέλλα Α΄ της Καστίλης και κατέληξε στα χέρια του παππού του Χαβιέρ το 1989. Το κτήμα χρόνο με τον χρόνο μεγάλωνε και σήμερα αποτελείται από ένα οικοσύστημα 12 διακριτών αμπελώνων και πολλών διαφορετικών εγκαταστάσεων (φωτοβολταϊκών πάρκων, ξενοδοχείου, κ.ά.) που στοχεύουν να αναδείξουν το τερουάρ της οινικής ζώνης Ριμπέρα ντελ Ντουέρο, η οποία ακολουθεί την κοιλάδα του ποταμού Ντούρου.
«Ημασταν από τους πρώτους που πίστεψαν στην ανάγκη δημιουργίας μιας εθνικής έκθεσης και για αυτό στηρίξαμε τη ΒWW εξ αρχής. Φέτος, είχε τους περισσότερους παραγωγούς από κάθε άλλη χρονιά, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε και μεγάλη επισκεψιμότητα από διεθνείς αγοραστές. Προσωπικά, μας εξυπηρετεί περισσότερο η έκθεση στη Βαρκελώνη συγκριτικά με τη μεγαλύτερη Prowein καθώς συμφέρει οικονομικά, χρειάζεται πολύ λιγότερα μεταφορικά και είναι πιο στοχευμένη», εξηγεί ο Φερνάντο χαμογελαστός, του οποίου η εταιρεία παράγει ετησίως 1.500.000 εκατομμύριο φιάλες. Από αυτές, το 80% καταναλώνεται εγχώρια και οι υπόλοιπες εξάγονται. Με 151 διαφορετικά μικροτερουάρ εντός του κτήματος, προσπαθεί να εκφράσει τον πολύπλευρο χαρακτήρα του Τεμπρανίγιο και των άλλων ερυθρών ποικιλιών.
Εκτός του ότι ο ίδιος το 2016 άρχισε να χρησιμοποιεί αμφορείς του προηγούμενου αιώνα για την ποιοτικότερη ωρίμανση των κρασιών, το 2020 ξεκίνησε και τη φύτευση λευκών ποικιλιών στην περιοχή. Ετσι δίπλα στο εμβληματικό «El Retablo», ένα Τεμπρανίγιο 100% (blend από διαφορετικές σοδειές), που κυκλοφορεί μόνο σε 588 φιάλες, μπορεί να βρει κάποιος κι ετικέτες 100% Αλμπίλο. «Το El Retablo πήρε το όνομά του από την μπαρόκ σύνθεση του 16ου αιώνα που απεικονίζει τη ζωή και τα θαύματα του Αγίου Ανδρέα, έργο ενός ανώνυμου καλλιτέχνη που δεσπόζει στο παρεκκλήσι του κτήματός μας. Είναι αποτέλεσμα μυστηρίου, πίστης, επιμονής και δεξιοτεχνίας», λέει περήφανος ο Φερνάντο, σερβίροντας για να δοκιμάσουμε τη ναυαρχίδα του κτήματος. Για να αποκτήσεις τη συγκεκριμένη φιάλη πρέπει να μπεις σε σειρά προτεραιότητας κι έχεις δικαίωμα να αγοράσεις μέχρι τρεις!
Οινογευσία στο Πριοράτ
Η έκθεση προς το τέλος της έκρυβε κι άλλες εκπλήξεις. Η συνάντηση μας με τον Βαλεντί Λιαγοστέρα, ιδιοκτήτη του κτήματος «Mas Doix», κατέληξε σε μια οινογευσία στο οινοποιείο του στο Πριοράτ. Σε ένα τετράγωνο τραπέζι, μαζί με τον Απόστολο Μαυρόχη, διευθυντή Ανάπτυξης της ελληνικής εισαγωγικής εταιρείας «Foodballer», τον Αλιχάν Καρίμ, εισαγωγέα από τη Βραζιλία, και τη Ζενεβιέβ Λιμ, συν-ιδιοκτήτρια εισαγωγικής εταιρείας κρασιών στη Σιγκαπούρη, δοκιμάζαμε τα κρασιά του Βαλεντί με φόντο το μεσαιωνικό χωριό Πομπολέδα και το βουνό Μοντσάντ, το βόρειο φυσικό όριο του Πριοράτ. Το κτήμα εξειδικεύεται σε δυο ερυθρές ποικιλίες, το Καρινιάν και την Γκρενάτσα. «Η πρώτη δίνει κρασιά που είναι πιο κοντά στη γη, στο χώμα, σε καλεί να διαλογιστείς. Η δεύτερη είναι πιο αλέγκρα και αιθέρια, αναδεικνύει περισσότερο το φρούτο και σε προσκαλεί να χορέψεις», περιγράφει παθιασμένα ο Βαλεντί.
Στις δυο ώρες που κράτησε η οινογευσία, ο Βαλεντί εξηγούσε πώς προσπαθεί να τιθασεύσει αυτές τις δυο ποικιλίες στην αφιλόξενη γη του Πριοράτ, όπου οι αμπελώνες αναπτύσσονται πάνω στη λικουρέγια (llicorella), ένα σχιστολιθικό έδαφος με χαλαζία, φτωχό σε οργανική ύλη αλλά πολύ καλή αποστράγγιση. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ρίζες των αμπελιών να διεισδύουν βαθιά στο υπέδαφος για να βρουν υγρασία, αυξάνοντας έτσι τη συμπύκνωση των κρασιών της περιοχής. Ο ίδιος, στην ετικέτα «Doix», με 40% Καρινιάν και 60% Γκρενάτσα, βλέπει την ισορροπία μεταξύ των δυο ποικιλιών, ενώ στην Grand Cru ετικέτα «1902 Tossal D’en Bou», με σταφύλια άνω των εκατό ετών, απολαμβάνει τη νέα, επαναστατική έκφραση του Καρινιάν.
Αλλωστε, όπως έγραφε και στο σουπλά μας: «Οσο γηραιότερα είναι τα σταφύλια, τόσο μακρύτερες είναι οι ρίζες. Κι όσο μικρότερη είναι η σοδειά, τόσο καλύτερα είναι τα σταφύλια. Οσο καλύτερα είναι τα σταφύλια, πιο σύνθετο το άρωμα, όσο μεγαλύτερη διάρκεια έχουν οι γεύσεις τόσο πιο έντονες είναι οι υφές του κρασιού». Και κάπως έτσι, ο Βαλεντί, στην άγονη γη του Πριοράτ, μας υπενθύμισε πως για να πετύχεις ένα καλό αποτέλεσμα δεν αρκεί η τεχνογνωσία. Χρειάζεται επιμονή για να βρεις νερό, όπως οι ρίζες των αμπελιών, και πάθος για να μην εγκαταλείψεις την προσπάθεια στην πρώτη δυσκολία. H λιτότητα του Πριοράτ διδάσκει ότι «με τα λίγα μπορείς να κάνεις πολλά». Και η στρατηγική ολόκληρης της έκθεσης δείχνει τον δρόμο για το ελληνικό κρασί.

