Η οινική ζώνη του Μάρλμπορο, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νότιου νησιού της Νέας Ζηλανδίας, είναι από τις διασημότερες στον κόσμο, κυρίως για την ποικιλία Sauvignon Blanc. Ο Ιβαν Σάδερλαντ, συνιδρυτής του οινοποιείου Dog Point και ένας από τους πρωτοπόρους οινοποιούς της συγκεκριμένης ζώνης, μεγάλωσε σε μια οικογένεια αγροτών και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ασχολήθηκε εντατικά με την κωπηλασία. Από το 1974 έως το 1980 συμμετείχε με την εθνική ομάδα σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Γνωρίζοντας ότι ο ίδιος και η σύζυγος του είναι από τους ανθρώπους που άλλαξαν τη μοίρα του κρασιού στη Νέα Ζηλανδία, τον ρωτάω πώς προέκυψε η ενασχόληση με το κρασί.
«Οι πρώτες εμπορικές φυτεύσεις αμπελιών στο Μάρλμπορο πραγματοποιήθηκαν το 1973, όταν μια οινοποιητική εταιρεία με την ονομασία “Montana” αγόρασε μυστικά εννέα μεγάλα αγροτεμάχια σε διαφορετικές τοποθεσίες σε δυο κοιλάδες της ζώνης. Οσο σπούδαζα και μετά που ασχολούμουν με την κωπηλασία, παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον την ανάπτυξη των αμπελώνων της εταιρείας. Εν τέλει, το 1979 μαζί με τη σύζυγό μου κι έναν ξάδελφό μου, αγοράσαμε 200 στρέμματα στην οδό Dog Point και φυτέψαμε Muller Thurgau, Riesling και Chardonnay». Ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο, λόγω αθλητισμού, γνώρισε ποιοτικά κρασιά που ήταν ανώτερα από τα περισσότερα κρασιά που παρήγαγε τότε η χώρα του. Σιγά σιγά, κατανοώντας καλύτερα τον ρόλο που παίζουν η περιοχή, το κλίμα και το έδαφος στην καλλιέργεια κρασιού, συνειδητοποίησε ότι μια ποικιλία μαζικής παραγωγής, όπως το Muller Thurgau, ήταν πλέον ακατάλληλη για το Μάρλμπορο.

«Μέσα από ενδελεχή μελέτη, κυρίως βιβλιογραφική, για ποικιλίες και υποκείμενα που ευδοκιμούν σε ψυχρά κλίματα παγκοσμίως, αποφασίσαμε να αντικαταστήσουμε το Muller Thurgau με Sauvignon Blanc και Pinot Noir, προσθέτοντας και περισσότερες φυτεύσεις Chardonnay. Σήμερα, η οινική βιομηχανία της ζώνης μέσα σε πενήντα χρόνια έχει φτάσει σχεδόν τις 300.000 στρέμματα αμπελώνων, στοιχείο πραγματικά εντυπωσιακό. Η σύζυγός μου, Μαργαρίτα, κι εγώ, νιώθουμε ιδιαιτέρως προνομιούχοι που υπήρξαμε μέρος αυτής της πορείας από τα πρώτα βήματα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις πρωτοποριακές εκείνες εποχές που ήταν γεμάτες έρευνα και αβεβαιότητες».
Η ίδρυση του Dog Point
Tην περίοδο που επέκτειναν τους αμπελώνες τους, άρχισε ο ίδιος να ασχολείται και με τη συμβουλευτική αμπελουργία. Ετσι, το 1985 συνεργάστηκε με τον ιδρυτή του «Cloudy Bay», Ντέιβιντ Χόνεν, κι έναν χρόνο αργότερα εντάχθηκε πλήρως στην εταιρεία ως αμπελουργός, συγκροτώντας ένα δίκτυο έξι συμβεβλημένων παραγωγών. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο ίδιος. Παράλληλα, η γυναίκα του εργαζόταν κι αυτή στο «Cloudy Bay», στη φιλοξενία των επισκεπτών. Ολα αυτά, έχοντας ήδη τρία παιδιά. Τελικώς, έμεινε στην εταιρεία 18 ολόκληρα χρόνια, αποκτώντας πολύτιμη οινική εμπειρία και συμμετέχοντας στη δημιουργία ενός διεθνούς ποιοτικού οινικού brand. Βέβαια, αυτό που τον έκαιγε ήταν να αρχίσει να παράγει τις δικές του ετικέτες. Στο τέλος του 2003 αποχώρησαν από το «Cloudy Bay», έχοντας ήδη κυκλοφορήσει στην αγορά τη μετέπειτα διάσημη ετικέτα «Section 94» – ένα Sauvignon Blanc από συγκεκριμένο αμπελοτόπι που φυτεύτηκε το 1992.
«Από την αρχή, στο Dog Point στόχος μας ήταν να δημιουργούμε κρασιά με ταυτότητα, κρασιά με δυνατότητα παλαίωσης. Θεμέλιο αυτής της φιλοσοφίας ήταν η προσήλωση στη λεπτομέρεια, δηλαδή σωστή διαχείριση φυλλώματος, ελεγχόμενες αποδόσεις, χειρωνακτικός τρύγος, προσεκτικός προσδιορισμός ωριμότητας και μέγιστη έκφραση του φρούτου. Εστιάσαμε συνειδητά σε τέσσερα κρασιά, στο Sauvignon Blanc ζύμωσης δεξαμενής, ένα παλαιωμένο σε παλιά βαρέλια Sauvignon Blanc μεγαλύτερης πολυπλοκότητας, Chardonnay και Pinot Noir. Στο οινοποιείο εφαρμόζουμε ελάχιστες παρεμβάσεις, διαλογή σταφυλιών, φυσικές ζύμες στα κρασιά τριών βαρελιών και σε μεγάλο ποσοστό και στο Sauvignon Blanc δεξαμενής».
Το Dog Point πήρε το όνομά του από τους επιτηρητές των κοπαδιών προβάτων· πριν χαραχθούν φράχτες στο τοπίο, οι σκύλοι ήταν οι αόρατοι φύλακες που όριζαν και προστάτευαν τα σύνορα των κοπαδιών. Σήμερα, είναι το μεγαλύτερο πιστοποιημένο βιολογικό οινοποιείο στη Νέα Ζηλανδία, παράγει μόλις τέσσερις ετικέτες κι όλες είναι ήπιας παρέμβασης. Οπως λέει ο Ιβαν, «η μετάβαση στη βιολογική αμπελουργία ξεκίνησε από την επιθυμία μας να καλλιεργούμε με πιο φυσικό τρόπο και από την αποστροφή μας προς τη συμβατική πρακτική της υπερβολικής χρήσης συνθετικών ψεκασμών και ζιζανιοκτόνων. Σημαντικοί παράγοντες ήταν επίσης η βελτίωση της υγείας του εδάφους και των φυτών, καθώς και η δημιουργία ενός υγιέστερου περιβάλλοντος ζωής και εργασίας για την οικογένεια και το προσωπικό μας. Απώτερος στόχος είναι να παραδώσουμε τη γη και το περιβάλλον σε σαφώς καλύτερη κατάσταση, πιστεύοντας ακράδαντα στην κοινωνική και περιβαλλοντικής μας ευθύνη».
Το μέλλον της οινοποίησης
Εμμονικός με τη βιολογική καλλιέργεια, τον ρωτάω αν αντιμετωπίζει δυσκολίες με την κλιματική αλλαγή, καθώς οι περιοχές ψυχρού κλίματος, όπως το Μάρλμπορο, είναι γνωστές για την κλιματική μεταβλητότητά τους. «Δεν αποτελούμε εξαίρεση εδώ, επηρεαζόμαστε κι εμείς. Για παράδειγμα, κατά τη δεκαετία του 1990, σε σύγκριση με 40 χρόνια στατιστικών μετεωρολογικών δεδομένων, βιώσαμε το ψυχρότερο έτος, το θερμότερο, το ξηρότερο και το πιο υγρό, με ορισμένα από αυτά τα ρεκόρ να έχουν ξεπεραστεί έκτοτε. Φυσικά και υπάρχει μεταβλητότητα, όμως για την ώρα μας σώζει ο άνεμος, που συχνά το αποκαλούμε “το καλύτερα κρυμμένο μυστικό της ζώνης”. Προσαρμοζόμαστε στις αλλαγές, μένοντας πιστοί στη βασική πρακτική της προσεκτικής διαχείρισης φυλλώματος, με έμφαση στη σχέση των φύλλων προς τον καρπό».

Η πολύ προσεκτική διαχείριση του φορτίου στον αμπελώνα σε συνδυασμό με τη βιολογική καλλιέργεια, την επιλογή φυσικών ζυμών και τη χρήση βαρελιού, «άνοιξε» τον δρόμο στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για ένα εναλλακτικό στυλ του Sauvignon Blanc. Ουσιαστικά, πρόκειται για κρασιά που δημιουργούνται με εκτεταμένη χρήση φυσικών ζυμών και ζύμωση σε βαρέλι, διατηρώντας τον φρουτώδη χαρακτήρα με τροπικές νότες της ποικιλίας, αλλά προσφέροντας πιο αλμυρή και σύνθετη γευστική δομή. Μια από αυτές τις ετικέτες είναι η «Section 94», μαζί με την «Te Koko» του οινοποιείου Cloudy Bay. «Το Section 94» τρυγιέται αποκλειστικά με το χέρι, πιέζεται ολόκληρο το τσαμπί και παλαιώνει 18 μήνες σε παλιά γαλλικά δρύινα βαρέλια. Το κρασί εμφιαλώνεται χωρίς διαύγαση και με ελάχιστη διήθηση», συμπληρώνει.
Πενήντα τρία χρόνια μετά τις πρώτες φυτεύσεις, ο ίδιος βλέπει την εξέλιξη του Μάρλμπορο, της ζώνης που αγαπά με την ψυχή του, μέσα από την ενασχόληση με τις τρεις ποικιλίες που αποδεδειγμένα πλέον ταιριάζουν στον τόπο: το Sauvignon Blanc, το Chardonnay και το Pinot Noir. Πιστεύει ότι το ποικιλόμορφο terroir της ζώνης είναι ανεξάντλητο, οπότε απαιτεί συστηματική έρευνα και ευθυγράμμιση της γνώσης των εδαφών με τις οινολογικές πρακτικές. Στην κουβέντα μας, αναφέρει με περηφάνια και την πρωτοβουλία «Appellation Marlborough Wine», η οποία αποτελεί και μια δικλίδα ασφαλείας για το υγιές μέλλον της ζώνης. Το 2017, μια μικρή ομάδα παραγωγών ίδρυσε τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία με στόχο τη διαφοροποίηση από τα χαμηλής τιμής, μαζικής παραγωγής κρασιά. Σήμερα συμμετέχουν 56 παραγωγοί, με κοινό ήθος έναν εθελοντικό κώδικα πρακτικών καλλιέργειας και παραγωγής, ενώ όλα τα κρασιά με το λογότυπο πιστοποιούνται από μια ανεξάρτητη γευσιγνωστική επιτροπή.
Εχοντας όλα αυτά στο μυαλό, την κωπηλασία, το πάθος με το κρασί, τον αγώνα για την ηθική καλλιέργεια, το αγροτικό παρελθόν του, τις αρχικές προκλήσεις και την παγκόσμια καταξίωση, τον ρωτάω τι θα συμβούλευε έναν νέο οινοποιό. Ερώτηση κλισέ, αλλά σπανίως έχεις την τύχη να συνομιλείς με ανθρώπους που άλλαξαν τη μοίρα μιας ολόκληρης περιοχής. «Χρειάζεται προσοχή στη λεπτομέρεια, εστίαση σε λίγες ετικέτες, αφοσίωση στην ποιότητα χωρίς συμβιβασμούς και υπομονή στην αγορά. Πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να κερδίσεις τον σεβασμό ως brand. Επίσης, η ταπεινότητα παραμένει πάντα πολύτιμη στην επικοινωνία με το εμπόριο και τον καταναλωτή».

