«Εδώ και 35 χρόνια, στο Οινοποιείο Ρούβαλη η ζωή κυλά και ανασαίνει σε αρμονία με την αδιάλειπτη ροή του κρασιού, ακολουθεί τη διαδρομή του, ιδίως του ελληνικού κρασιού, και συνομιλεί με τη μακραίωνη ιστορία του». Αντιγράφω αυτά τα λόγια της Θεοδώρας Ρούβαλη από τη συλλεκτική έκδοση Ρίζες και Ορίζοντες, που επισφραγίζει τις τρεις και πλέον δεκαετίες παρουσίας του Οινοποιείου Ρούβαλη στα τεκταινόμενα του ελληνικού κρασιού. Ένα βιβλίο που καταγράφει με σαφήνεια και λυρισμό όχι μόνο την πορεία της οικογένειας, αλλά και ολόκληρης της ορεινής Αιγιάλειας, όπου συγκλονιστικοί αμπελώνες κοσμούν τον οινικό κόσμο της χώρας μας.
Κλείνω τα μάτια και γυρίζω πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τότε είχα μια σελίδα κρασιού, την πρώτη σε περιοδικό ποικίλης ύλης, στις Εικόνες. Δεν θυμάμαι αν γνώρισα πρώτα τον Άγγελο Ρούβαλη και μετά δοκίμασα το πρώτο του κρασί, το Ασπρολίθι, ή αν έγινε το αντίθετο. Το σίγουρο είναι, όμως, ότι εκείνα τα δύσκολα χρόνια που το ελληνικό κρασί προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του, το Ασπρολίθι, φρέσκο, δροσερό, λεμονάτο, νεανικό, γέμιζε τα ποτήρια μας με ενθουσιασμό. Ο Άγγελος είχε καταφέρει να ρίξει το λιθαράκι του στην οίνοπα λίμνη και να δημιουργήσει το πρώτο κύμα. Χημικός, οινολόγος, ποιητής, διανοούμενος, ο Ρούβαλης έβαλε την υπογραφή του, μαζί με τους πρωτεργάτες της νέας εποχής του ελληνικού κρασιού, με πολλούς τρόπους και σε πολλούς τομείς. Για μένα όμως, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, είναι πάντα συνδεδεμένος με το Ασπρολίθι, το οποίο θεωρώ ακρογωνιαίο λίθο των σύγχρονων λευκών κρασιών. Προοδευτικός και ανοιχτόκαρδος, ευτύχησε να έχει μια εξίσου χαρισματική θυγατέρα, τη Θεοδώρα, στην οποία παρέδωσε με χαρά τη σκυτάλη να τη μοιραστεί με τον σύντροφό της, Αντόνιο, και να προχωρήσουν. Κι όπως λέει η ίδια: «Φέρνουμε στον τόπο μας την παγκόσμια γνώση και εμπειρία και ταυτόχρονα αναδεικνύουμε το τοπικό σε παγκόσμιο, πάντα με γνώμονα την αειφορία της υπαίθρου και με το βλέμμα στραμμένο σε ένα διεθνές κοινό που αναζητά ποιότητα και αυθεντικότητα». Ένα τέτοιο κρασί είναι εδώ και 35 χρόνια το Ασπρολίθι. Η ειλικρίνειά του παραμένει σταθερή, με φρεσκάδα, τραγανή οξύτητα, χαμηλό σχετικά αλκοόλ (12%) και μια διακριτική ορυκτότητα που κάνει τη διαφορά και υπογράφει το σύνολο. «Ιδανικός συνοδός της ελληνικής κουζίνας, εξισορροπεί τη λιπαρότητα των λαδερών και του ελαιολάδου, ξεδιψά την αλμύρα του ψαριού και της φέτας των Καλαβρύτων, αναδεικνύει τα χόρτα, τα λαχανικά και τις λευκές σάλτσες, όπως τα αυγολέμονα που συνοδεύουν τα κατσικάκια των γύρω βουνών».
Συμπληρώνω και χειροκροτώ ότι, στα 9,40 €, διεκδικεί μια πρώτη θέση στα value-for-money κρασιά. Επίσης πρέπει να σας πω ότι, παρά τη φρεσκάδα του, η εξαιρετική οξύτητα του δίνει χρόνια ζωής. Δοκίμασα προχθές μια εμφιάλωση του 2021 και εντυπωσιάστηκα από τη συμπύκνωση, την ορυκτότητα και το ώριμο φρούτο. Οπότε, μην το φοβηθείτε αν μείνει λίγο περισσότερο στην κάβα σας.

