Η επανεκκίνηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους στόχους της κυβερνητικής πολιτικής στην αγορά εργασίας, καθώς η αύξηση των μισθών μέσω της υπογραφής περισσοτέρων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) θεωρείται πλέον βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία που επιτεύχθηκε τον περασμένο Νοέμβριο μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης, η οποία στηρίζεται στον κοινωνικό διάλογο και όχι σε μονομερείς νομοθετικές παρεμβάσεις. Ηδη, μετά τη θεσμοθέτηση της κοινωνικής συμφωνίας, υπεγράφησαν πολύ σημαντικές νέες συλλογικές συμβάσεις –εστίαση, αρτοποιία, βιομηχανία ζαχαρωδών προϊόντων– που ήταν «κολλημένες» για χρόνια και οι οποίες οδήγησαν σε αυξήσεις μισθών πάνω από 400.000 εργαζομένων. Επίσης, πριν από λίγες ημέρες «έκλεισε» και η σύμβαση στους τεχνολόγους τροφίμων, που δεν είχαν σύμβαση για 15 ολόκληρα χρόνια. Αλλά και το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένονται, σύμφωνα με πληροφορίες, σημαντικές εξελίξεις σε κλάδους όπως των μηχανημάτων έργου, του μετάλλου και των τραπεζών. Μάλιστα, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο, μέχρι τον Οκτώβριο θα επιχειρηθεί από τη Συνομοσπονδία αλλά και τους εργοδοτικούς φορείς η υπογραφή συμβάσεων και στο λιανικό εμπόριο, στην καθαριότητα και στις εταιρείες security.
«O μόνος τρόπος για να επηρεάσεις την αύξηση του μέσου μισθού είναι μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μέσω ενός πλαισίου πιο υποστηρικτικού προς τη σύναψη και την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας», δήλωσε στην «Κ» η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, για να συμπληρώσει ότι «στην παρούσα συγκυρία αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Σύμφωνα με την υπουργό, είναι πολλές οι συλλογικές συμβάσεις που αυτή τη στιγμή ετοιμάζονται από τους εκπροσώπους και εργαζομένων και εργοδοτών. Να σημειωθεί ότι την προηγούμενη εβδομάδα η κ. Κεραμέως παρουσίασε στις Βρυξέλλες, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, την κοινωνική συμφωνία ως ευρωπαϊκό πρότυπο κοινωνικού διαλόγου, που στόχο έχει να αυξήσει την κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα βρισκόταν για χρόνια στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το ποσοστό κάλυψης να κινείται πέριξ του 20%, πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανάγκη αλλαγής αυτής της εικόνας έγινε ακόμη πιο επιτακτική μετά την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, η οποία συνδέει άμεσα την προστασία των εργαζομένων με την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Ηδη έχουν υπογραφεί σημαντικές συλλογικές συμβάσεις σε εστίαση, αρτοποιία, βιομηχανία ζαχαρωδών προϊόντων και τεχνολόγους τροφίμων.
Ωστόσο, η δυναμική που καταγράφηκε τους πρώτους μήνες δεν είχε συνέχεια με τον ίδιο ρυθμό. Μετά το αρχικό κύμα συμφωνιών, οι διαπραγματεύσεις σε πολλούς μεγάλους κλάδους επιβραδύνθηκαν και αρκετές συμβάσεις που θεωρούνταν ώριμες για υπογραφή μετατέθηκαν για το φθινόπωρο. Το λιανικό εμπόριο, η φύλαξη, η καθαριότητα, οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι ψηφιακές πλατφόρμες συγκαταλέγονται μεταξύ των κλάδων όπου οι συζητήσεις συνεχίζονται χωρίς ακόμη να έχουν καταλήξει σε τελική συμφωνία. Βασικό εμπόδιο παραμένει το οικονομικό περιβάλλον. Ο επίμονος πληθωρισμός ενισχύει τις διεκδικήσεις των εργαζομένων για μεγαλύτερες αυξήσεις, καθώς οι απώλειες στην αγοραστική δύναμη των τελευταίων ετών εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικό μέρος των νοικοκυριών. Από την άλλη πλευρά, οι εργοδοτικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο ενεργειακό κόστος, υψηλότερες λειτουργικές δαπάνες και περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης πρόσθετων μισθολογικών βαρών. Ετσι, το ύψος των αυξήσεων, η διάρκεια των συμβάσεων και η διατήρηση ή επέκταση επιδομάτων αποτελούν τα βασικά σημεία τριβής στις διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, πρόσθετες καθυστερήσεις προκαλεί η συζήτηση γύρω από τα συνδικαλιστικά μητρώα. Ο νόμος Κεραμέως, βεβαίως, περιλαμβάνει σημαντικές βελτιώσεις, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες μικρότερες αντιδράσεις, με την αβεβαιότητα να λειτουργεί ανασταλτικά για ορισμένες οργανώσεις, οι οποίες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς την πλήρη ενεργοποίηση των διαδικασιών που απαιτούνται για την επέκταση των κλαδικών συμβάσεων.
Σύμφωνα με τον κ. Παναγόπουλο, η σύμβαση στον κλάδο μηχανημάτων έργου στον οποίο απασχολούνται χιλιάδες εργαζόμενοι, βρίσκεται στον ΟΜΕΔ, όμως η διαδικασία ενδεικτικής μεσολάβησης θεωρείται χρονοβόρα. Επιχειρείται, σε συνεννόηση της ΓΣΕΕ με τον ΣΕΒ, οι εμπλεκόμενοι φορείς να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κι εφόσον υπάρξει συμφωνία (αν και στα μισθολογικά υπάρχει σημαντική απόσταση μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών) να συνυπογραφεί η σύμβαση και να έχει καθολική ισχύ. Στον κλάδο του μετάλλου υπάρχουν δύο συμβάσεις, μία που υπογράφει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων με τον ΣΕΒ και μια δεύτερη που υπογράφει με τη ΓΣΕΒΕΕ. Στόχος είναι να υπογραφεί μία για όλους μεταξύ της ΠΟΕΜ, με τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ, και των ΣΕΒ και ΓΣΕΒΕΕ. Τέλος, εξελίξεις αναμένονται και στον κλάδο των τραπεζών, με την ΟΤΟΕ να καλείται να εγγραφεί στο μητρώο εργαζομένων προκειμένου η τριετής σύμβαση που ήδη ισχύει για τους εργαζομένους στις συστημικές τράπεζες, να επεκταθεί και στις υπόλοιπες.

