Η Ευρώπη οδεύει προς τον χειμώνα με ανησυχητικά εύθραυστα ενεργειακά αποθέματα, καθώς οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία απειλούν τις παγκόσμιες αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και πετρελαίου θέρμανσης, οδηγώντας τα αποθέματα σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα. Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο αποτελούν τις κύριες πηγές θέρμανσης κατοικιών. Επειτα από διαδοχικά χρόνια ενεργειακών κρίσεων, η Γηραιά Ηπειρος ετοιμάζεται για ακόμη ένα χειμώνα, με τις αγορές καυσίμων να δέχονται σοβαρή πίεση. Η ευπάθεια της περιοχής στο φυσικό αέριο αποτελεί συνέπεια της δραματικής μεταμόρφωσης της ενεργειακής πολιτικής της, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Η Ευρώπη αντικατέστησε γρήγορα το ρωσικό αέριο αγωγών με LNG, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε έναν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς παγκοσμίως. Αυτή η μετατόπιση μείωσε την εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά περιέπλεξε τη δυναμική. Αντί για μακροπρόθεσμες ροές, η Ευρώπη ανταγωνίζεται πλέον με την Ασία σε μια παγκόσμια αγορά όπου οι διαταραχές εφοδιασμού έχουν άμεσο αντίκτυπο στα αποθέματα. Αυτή η αδυναμία έγινε εμφανής τους τελευταίους μήνες, καθώς η Ευρώπη υστερεί στον ρυθμό αναπλήρωσης αποθεμάτων.
Οι υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι πλήρεις κατά 55%, στο χαμηλότερο επίπεδο γι’ αυτή την εποχή από το 2021. Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Ευρώπη έχουν επιβραδυνθεί αισθητά μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, οι εισαγωγές οδεύουν προς έναν συνολικό όγκο μόλις 6,3 εκατ. μετρικών τόνων για τον Ιούλιο, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2024.
Αυτό συμβαίνει επειδή η Ασία επέστρεψε δυναμικά. Η αυξημένη ζήτηση προσείλκυσε ρεκόρ 4 εκατ. τόνων αμερικανικής προσφοράς τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, εκτρέποντας φορτία από την Ευρώπη. Παράλληλα, όταν το Ορμούζ άνοιξε για λίγο μετά την ενδιάμεση συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν τον Απρίλιο, υπήρχαν ελπίδες ότι το Κατάρ θα αποκαθιστούσε τις εξαγωγές. Ωστόσο, ο αποκλεισμός των Στενών, εν μέσω νέας κλιμάκωσης, διέψευσε τις προσδοκίες.
Οι ανησυχίες για τα χαμηλά αποθέματα και τις ασθενείς εισαγωγές ώθησαν τις ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς φυσικού αερίου πάνω από τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2023. Αν και οι υψηλές τιμές ενδέχεται να προσελκύσουν φορτία, η περιοχή πιθανότατα θα εισέλθει στον χειμώνα με αποθέματα πολύ κάτω από τον στόχο του 80%. Παρόμοιες προκλήσεις αντιμετωπίζει η Ευρώπη στο ντίζελ, το οποίο τροφοδοτεί μεταφορές και βιομηχανία, ενώ χρησιμεύει ως πρώτη ύλη για πετρέλαιο θέρμανσης. Αντί για τη συνήθη καλοκαιρινή συσσώρευση, τα αποθέματα συρρικνώθηκαν σε χαμηλό από το 2022 λόγω διαταραχών στη Μέση Ανατολή.
Η κατάσταση επιδεινώνεται και από τις πολιτικές αποφάσεις. Η Κίνα περιόρισε τις εξαγωγές καυσίμων για να διατηρήσει τα δικά της αποθέματα. Παράλληλα η Ρωσία, δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ το 2025 με 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών τον Ιούλιο, ύστερα από επιθέσεις ουκρανικών drones που προκάλεσαν ζημιές σε διυλιστήρια. Το αποτέλεσμα ήταν μια εκτόξευση των ευρωπαϊκών περιθωρίων κέρδους διύλισης ντίζελ σε ρεκόρ σχεδόν 65 δολαρίων ανά βαρέλι.
Οι αυξημένες τιμές πιέζουν τη ζήτηση, η οποία μειώθηκε κατά 6% τον Απρίλιο, στα 5,53 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ακόμη και αν οι εντάσεις υποχωρήσουν, η ζημιά στα αποθέματα έχει γίνει και οι αγορές θα παραμείνουν υποεφοδιασμένες για μήνες, εκτιμούν οι αναλυτές. Αυτό αφήνει την Ευρώπη εξαρτημένη από τον καιρό. Ενας ήπιος χειμώνας θα προσέφερε περιθώριο αποφυγής της κρίσης. Ωστόσο, ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους θα αποκάλυπτε το μηδαμινό περιθώριο σφάλματος του ενεργειακού συστήματος, φέρνοντας την ήπειρο ξανά σε απόσταση αναπνοής από μια σοβαρή κρίση.

