Αρθρο του Κώστα Μητρόπουλου στην «Κ»: Οι προκλήσεις για να συγκρατηθεί το κόστος ηλεκτρισμού

Αρθρο του Κώστα Μητρόπουλου στην «Κ»: Οι προκλήσεις για να συγκρατηθεί το κόστος ηλεκτρισμού

Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν έχει αυξηθεί από το 2021, αλλά η συνεισφορά των ΑΠΕ έχει διευρυνθεί σημαντικά

4' 15" χρόνος ανάγνωσης

Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν έχει αυξηθεί από το 2021, αλλά η συνεισφορά των ΑΠΕ έχει διευρυνθεί σημαντικά. Οι τιμές του ηλεκτρισμού σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες παρακολουθούν την τιμή του υγροποιημένου φυσικού αερίου (Φ.Α.), που αποτελεί το καύσιμο αιχμής. Επειδή μετά το 2022 τροφοδοτούνται με ακριβότερο Φ.Α., κυρίως από τις ΗΠΑ, οι τιμές παραμένουν υψηλές. Για την ατελή αντιμετώπιση του φαινομένου υπάρχουν διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις, που όμως αγνοούν τις δομικές αιτίες του, με πιο κοινή τον μειωμένο ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό, αλλά και επιδότηση του Φ.Α. στην Ιβηρική και πολύχρωμα τιμολόγια στην Ελλάδα.

Για να έχουμε ρεύμα κάθε φορά που ανοίγουμε τον διακόπτη πρέπει να καλύπτεται το κόστος διαθεσιμότητας ισχύος, δικτύων μεταφοράς και διανομής, παραγωγής ενέργειας, απωλειών, μέτρησης της κατανάλωσης και εξυπηρέτησης του πελάτη. Τα κόστη αυτά περιλαμβάνουν το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε μονάδες παραγωγής, δίκτυα μεταφοράς και διανομής και μετρητές, τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης όλων αυτών, καθώς και το κόστος των καυσίμων και της χρέωσης εκπεμπόμενου CO2.

Το συνολικό κόστος εξαρτάται από τη δομή του ηλεκτρικού συστήματος, τον βαθμό βελτιστοποίησης της λειτουργίας του και το μείγμα των καυσίμων, και θεωρητικά ανακτάται μέσα από τις τιμές της παραγόμενης ενέργειας και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις μεταφοράς και διανομής. Στο σημερινό ευρωπαϊκό σύστημα, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος διαθεσιμότητας εκτιμάται περίπου στο 70% του συνολικού μακροπρόθεσμου οριακού κόστους, ενώ το μεταβαλλόμενο κόστος παραγωγής, που κυριαρχεί στις πολιτικές συζητήσεις, στο υπόλοιπο 30%.

Το target model της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας θεσμοθετήθηκε από την Ε.Ε. για να διευκολύνει, μέσα από τη σωστή τιμολόγηση, τη βέλτιστη κατανομή κεφαλαίων σε διαφορετικές τεχνολογίες και γεωγραφίες σε βάθος χρόνου. Σε συνδυασμό με την τεχνητή αγορά εκπομπών CO2 της Ε.Ε., που προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο κόστους, δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τα αναγκαία ιδιωτικά κεφάλαια για να βελτιστοποιήσει τη λειτουργία και τον συντονισμό των εθνικών συστημάτων και έτσι υπονομεύει μεσοπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε.

Η προσπάθεια «εμπορευματοποίησης» του ηλεκτρισμού, μέσα από μια πολύπλοκη αγορά χονδρικής και μια πρωτόγονη λιανικής, αποδείχθηκε μη αποτελεσματική γιατί δεν ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις ανταγωνισμού. Η χονδρική τιμή, μέσω της οποίας ανακτάται το κόστος παραγωγής, διαμορφώνεται «χρηματιστηριακά» με περιορισμένο ανταγωνισμό, εξαιτίας των μεγάλων κεφαλαιακών και χρονικών δεσμεύσεων που απαιτούνται από τους επενδυτές αλλά και της μη αποθηκευσιμότητάς του. Ετσι, η αγορά χονδρικής, λόγω του συνδυασμού τοπικών περισσευμάτων ΑΠΕ, ελλειμμάτων σταθερής ισχύος στις αιχμές, και περιορισμένων ανταλλαγών μεταξύ των ηλεκτρικών δικτύων, έχει γίνει κερδοσκοπική και φυσικά αδυνατεί να δώσει τα σωστά σινιάλα στους επενδυτές. Αλλά και στη λιανική αγορά ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί αποδοτικά. Οι προσφερόμενες τιμές είναι σταθερές για μεγάλα χρονικά διαστήματα και καμία σχέση έχουν με τη διαρκώς μεταβαλλόμενη τιμή χονδρικής, εμποδίζοντας την οικονομικά ορθή αντίδραση των καταναλωτών στις μεταβολές του κόστους παραγωγής.

Η συγκράτηση σε βάθος χρόνου του συνολικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας προϋποθέτει πανευρωπαϊκή προσέγγιση.

Καθώς η τελική κατανάλωση ενέργειας εξηλεκτρίζεται, με μέση εκτιμώμενη ετήσια αύξηση 3% μέχρι το 2050, θα χρειαστούν μεγάλες επενδύσεις σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, μεταφοράς και διανομής του ηλεκτρισμού, που θα αυξήσουν το κόστος, παρά τη σταδιακή και μερική αντιστάθμιση από βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης και μειώσεις στο κόστος παραγωγής και εκπομπών CO2, καθώς θα αυξάνονται οι ΑΠΕ και η αποθήκευση. Πέραν όμως των επενδύσεων μεγέθυνσης, υπάρχουν τρεις ακόμη σημαντικές συνιστώσες πρόσθετου κόστους του ηλεκτρικού συστήματος. Πρώτον, η διατήρηση επαρκούς σταθερής εγκατεστημένης ισχύος για την άμεση εξισορρόπηση της μεγάλης ασύγχρονης μεταβλητότητας της ζήτησης και της παραγωγής ΑΠΕ. Δεύτερον, η ενίσχυση των δικτύων για τη διαχείριση των αδυναμιών που αναδύθηκαν στο περυσινό black out (π.χ. υψίσυχνες μεταβολές τάσης) στην Ιβηρική χερσόνησο. Τρίτον, η ισχυρή διασυνδεσιμότητα, ώστε η υπερβάλλουσα παραγωγή ΑΠΕ να διοχετεύεται στην κάλυψη της ζήτησης σε άλλα σημεία, χωρίς διακοπές παραγωγής για την προστασία της ευστάθειας του συστήματος.

Για να συγκρατηθεί το κόστος του ηλεκτρισμού και να ενισχυθεί συνολικά η ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε., πρέπει να εγκαταλειφθεί η πίστη στις «ελεύθερες» αγορές παραγωγής και εμπορίας ηλεκτρισμού και συνακόλουθα στο target model. Σε αντικατάστασή του χρειάζεται ένα πανευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα, με ρυθμιζόμενες αγορές παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και εμπορίας, που να συνάδουν με την ελαχιστοποίηση του συνολικού μακροπρόθεσμου οριακού κόστους.

Τέσσερις είναι οι βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις. Πρώτον, τεχνική ενοποίηση, βελτιστοποίηση και ενιαία διαχείριση του δικτύου μεταφοράς πανευρωπαϊκά. Δεύτερον, διαμόρφωση ενιαίου πλαισίου για την ανταγωνιστική «διεκδικησιμότητα» (contestability) μακροχρόνιων θέσεων σταθερής διαθέσιμης ισχύος, με διακριτή ανταμοιβή, κατά τρόπο συμβατό με τη βέλτιστη λειτουργία του συστήματος. Τρίτον, ταχύτατη αναβάθμιση και αύξηση της πυκνότητας των εθνικών δικτύων και των διασυνδέσεών τους με το ευρωπαϊκό δίκτυο μεταφοράς. Τέταρτον, ευφυής συνολική διαχείριση του συστήματος, με προηγμένες τεχνολογίες, για ευστάθεια, ασφάλεια και μείωση των απωλειών.

Οι ελεύθερες αγορές λύνουν βέλτιστα το πρόβλημα κατανομής πόρων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ανταγωνισμού. Δυστυχώς αυτές δεν ικανοποιούνται ούτε στην παραγωγή ούτε στην εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας. Οι σημερινές αγορές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη λόγω σχεδιαστικών δυσλειτουργιών δεν αντανακλούν ορθά το πραγματικό κόστος, επιτρέπουν μεγάλες διαφορές τιμών μεταξύ χωρών και δεν κινητοποιούν κεφάλαια που βελτιστοποιούν μακροπρόθεσμα το σύστημα. Η συγκράτηση σε βάθος χρόνου του συνολικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, o περιορισμός των χωρικών διαφορών τιμών και η εξασφάλιση της αναγκαίας και διαρκώς πιο βιώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας προϋποθέτουν πανευρωπαϊκή προσέγγιση μέσα από ισχυρά και «σοφά» ρυθμιζόμενες αγορές, που να διευκολύνουν εξέλιξη του συστήματος με την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων.

*Ο κ. Κώστας Σ. Μητρόπουλος είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT