Το μέγεθος του σοκ που έχει προκαλέσει στην αγορά ενέργειας ο πόλεμος στο Ιράν είναι πρωτοφανές, ωστόσο οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αντί να καταγράψουν ιστορικά υψηλά όπως θα ήταν αναμενόμενο, έχουν παραμείνει σχετικά περιορισμένες. Αυτό κατά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οφείλεται σε δύο λόγους, στις ελπίδες ότι η σύγκρουση θα έχει μικρή διάρκεια και, κυρίως, στο γεγονός ότι η αγορά ήταν σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει ένα σοκ.
Τώρα, ωστόσο, περίπου πέντε μήνες από την έναρξη της σύγκρουσης, η θέση της αγοράς είναι σημαντικά ασθενέστερη και σε περίπτωση που η αναταραχή είναι παρατεταμένη, ο κίνδυνος νέας και έντονης εκτίναξης των τιμών της ενέργειας είναι αυξημένος. Ειδικότερα, με βάση την ανάλυση των οικονομολόγων της ΕΚΤ, Λία Ντεμούθ, Αννα-Σιμόνα Μανού και Αρθουρ Στάλα-Μπουρντιγιόν, μια αναστάτωση της αγοράς ενέργειας, όπως αυτή που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, θα ωθούσε «κανονικά» τις τιμές του πετρελαίου σε άνοδο έως και 105% και τις τιμές του φυσικού αερίου σε άνοδο άνω του 80%.
Η άνοδος ωστόσο αυτή τη στιγμή είναι κάτω του 30% για το πετρέλαιο και κοντά στο 50% για το φυσικό αέριο. Αυτό είναι αποτέλεσμα των προσδοκιών για ταχεία επίλυση της σύγκρουσης και κυρίως το ότι η αγορά ήταν σε καλύτερη θέση να απορροφήσει τις διαταραχές του εφοδιασμού από ό,τι το 2022, για παράδειγμα, και κατά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας.
Πρώτον, όπως εξηγούν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, η αγορά πετρελαίου εισήλθε στη σύγκρουση με πλεόνασμα προσφοράς πετρελαίου περίπου 2,5 εκατ. βαρελιών την ημέρα. Μεταξύ άλλων παραγόντων, αυτό υποστηρίχθηκε από την πρωτοφανή παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ και από τη στροφή της Κίνας προς τα ηλεκτρικά οχήματα. Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις συνθήκες πριν από τον πόλεμο της Ουκρανίας, όταν οι αγορές πετρελαίου ήταν ήδη σφιχτές και το έλλειμμα ανερχόταν σε περίπου ένα εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Δεύτερον, τα αποθέματα ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι το 2022. Εκτός από τα μεγαλύτερα αποθέματα του ΟΟΣΑ, η σημαντική συσσώρευση αποθεμάτων από την Κίνα παρείχε ένα επιπλέον περιθώριο ασφαλείας. Τα κινεζικά αποθέματα εκτιμάται ότι έχουν αυξηθεί από 92 ημέρες κάλυψης εισαγωγών το 2023 σε περίπου 115 ημέρες στις αρχές του 2026. Αυτό βοήθησε στην άμβλυνση του αντίκτυπου των απωλειών εφοδιασμού.
Τρίτον, η χαμηλότερη ζήτηση, ιδίως στην Ασία, συνέβαλε στον περιορισμό των πιέσεων στις τιμές το 2026. Βασικοί παράγοντες, όπως σημειώνουν οι οικονομολόγοι, ήταν η ασθενέστερη κατανάλωση πετροχημικών προϊόντων στην Κίνα και η χαμηλότερη ζήτηση για αεροπορικά καύσιμα στη Μέση Ανατολή.
Τέταρτον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντέδρασαν πιο δυναμικά. Η συντονισμένη στρατηγική απελευθέρωσης αποθεμάτων πετρελαίου ύψους 400 εκατ. βαρελιών από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA) ξεπέρασε κατά πολύ τα 182 εκατ. βαρέλια που απελευθερώθηκαν το 2022.
Οσον αφορά το φυσικό αέριο, επίσης, οι συνθήκες πριν από το σοκ ήταν ευνοϊκές. Στις αρχές του 2026 οι τιμές του TTF κυμαίνονταν μεταξύ 28 και 40 ευρώ ανά MWh, αντανακλώντας το γεγονός ότι η αγορά ήταν επαρκώς εφοδιασμένη μετά και την απομάκρυνση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και την επέκταση της δυναμικότητας εισαγωγής LNG. Αντιθέτως, οι ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου βρίσκονταν ήδη υπό πίεση πριν από την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022.
Επιπλέον, ο ανταγωνισμός για αποστολές LNG ήταν μειωμένος το 2026, σε αντίθεση με τον έντονο ανταγωνισμό της Ευρώπης με την Ασία το 2022. Αυτό βοήθησε στον περιορισμό της ανοδικής πίεσης στις παγκόσμιες τιμές φυσικού αερίου, παρά τη διαταραχή που έχει επηρεάσει ένα σημαντικό μερίδιο του παγκόσμιου εμπορίου LNG.
«Ολοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν γιατί ένα άνευ προηγουμένου σοκ προσφοράς έχει μεταφραστεί σε μια συγκρατημένη αύξηση των τιμών της ενέργειας», επισημαίνει η ανάλυση. «Το μέγεθος ενός σοκ προσφοράς ενέργειας από μόνο του δεν καθορίζει την αντίδραση των τιμών. Οι αρχικές συνθήκες της αγοράς, τα αποθέματα, η ευελιξία της ζήτησης και οι προσδοκίες είναι εξίσου σημαντικά», τονίζουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ.
Παρ’ όλα αυτά, όπως υπογραμμίζουν, οι συνθήκες στα Στενά του Ορμούζ –και, κατ’ επέκταση, στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας– παραμένουν εξαιρετικά ασταθείς. Ενα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών θα εξαντλούσε σταδιακά τα υπάρχοντα αποθέματα ασφαλείας και τα παγκόσμια αποθέματα, αναγκάζοντας παράλληλα τις αγορές να εγκαταλείψουν τις προσδοκίες για ταχεία επίλυση, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο ανανεωμένων ανοδικών πιέσεων στις τιμές.

