Στον ελληνικό τουρισμό, οι αγγελίες εργασίας πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς που επιβεβαιώνουν τη δυναμική του κλάδου – αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτουν και τα όριά του. Πίσω από τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για προσωπικό, κρύβεται μια αγορά που εξακολουθεί να αναζητά κυρίως επαγγέλματα «πρώτης γραμμής» –μάγειρες, σερβιτόρους, καμαριέρες, υπαλλήλους υποδοχής– αναπαράγοντας ένα μοντέλο ανάπτυξης έντονα εποχικό, λειτουργικό και χαμηλής εξειδίκευσης. Την ώρα που διεθνώς ο τουρισμός μετασχηματίζεται υπό το βάρος της ψηφιακής μετάβασης και της βιωσιμότητας, η ελληνική αγορά εργασίας δείχνει να κινείται με ταχύτητες άλλης εποχής. Και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν θέσεις εργασίας – αλλά τι είδους τουρισμό αυτές υπηρετούν και, κυρίως, ποιο μέλλον προδιαγράφουν για την ελληνική οικονομία. Η «Κ» παρουσιάζει σήμερα τα πρώτα συμπεράσματα έρευνας που υλοποιείται από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το ΑΠΘ στο πλαίσιο του έργου Skillscapes, το οποίο φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την αγορά εργασίας στον τουρισμό.
Η καινοτομία του έργου έγκειται ακριβώς στη μεθοδολογία του. Αντί να βασίζεται σε καθυστερημένα στατιστικά στοιχεία, συλλέγει και αναλύει σε σχεδόν πραγματικό χρόνο αγγελίες εργασίας από όλη τη χώρα, χρησιμοποιώντας εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την ταξινόμησή τους ανά επάγγελμα, δεξιότητες και γεωγραφική περιοχή. Μέχρι σήμερα έχουν επεξεργαστεί πάνω από 30.000 αγγελίες για την περίοδο Μαΐου 2025 – Φεβρουαρίου 2026, δημιουργώντας ένα δυναμικό «παρατηρητήριο» της αγοράς εργασίας, ανοιχτό σε ερευνητές, φορείς και πολίτες. Τα πρώτα αποτελέσματα παρουσιάζει στην «Κ» ο Στέλιος Γκιάλης, καθηγητής και συντονιστής του Ερευνητικού Εργαστηρίου της Γεωγραφίας της Εργασίας (lgrl.aegean.gr), στο Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, επισημαίνοντας ότι επιβεβαιώνουν αρχικά τη γνωστή γεωγραφική συγκέντρωση του τουρισμού. Το Νότιο Αιγαίο κυριαρχεί, συγκεντρώνοντας περίπου το ένα τρίτο των αγγελιών συνολικά, και πρωτοπόρους την Κω (5,7%), τη Ρόδο (5,5%), τη Σαντορίνη (8,5%) και τη Μύκονο (7,7%). Ακολουθούν η Κρήτη (18,3%), η οποία εμφανίζει σχετικά ισομερή κατανομή αγγελιών στο εσωτερικό της, η Αττική και κυρίως ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών (9,3%), η Κεντρική Μακεδονία με επίκεντρο τη Χαλκιδική (9,3%), και τα Ιόνια Νησιά με επίκεντρο την Κέρκυρα (5,2%) και τη Ζάκυνθο (3,1%). Στον αντίποδα, ηπειρωτικές περιφέρειες χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα όπως η Δυτική Μακεδονία και τμήματα της Θεσσαλίας υστερούν σημαντικά, γεγονός που αναδεικνύει τη μονοκαλλιέργεια του παραθαλάσσιου τουρισμού.
Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη διάρθρωση των επαγγελμάτων. Στην κορυφή της ζήτησης βρίσκονται οι μάγειρες, οι οποίοι αντιστοιχούν περίπου στο 14% των αγγελιών. Ακολουθούν επαγγέλματα πρώτης γραμμής: υπάλληλοι υποδοχής, σερβιτόροι, καμαριέρες και μπάρμαν. Πρόκειται για θέσεις που σχετίζονται άμεσα με την εξυπηρέτηση των επισκεπτών και επιβεβαιώνουν τον έντονα λειτουργικό και εποχικό χαρακτήρα του ελληνικού τουρισμού.
Αντίθετα, οι θέσεις διοίκησης και συντονισμού εμφανίζονται αισθητά περιορισμένες στις αγγελίες. Διευθυντές ξενοδοχείων, υπεύθυνοι υποδοχής ή εστιατορίων και στελέχη οργάνωσης φαίνεται είτε να είναι λιγότερες είτε να καλύπτονται μέσω άτυπων μηχανισμών, όπως εσωτερικές προαγωγές και προσωπικά δίκτυα.
Ανάλογη είναι και η εικόνα στις δεξιότητες που ζητούνται. Οι εργοδότες δίνουν σαφή προτεραιότητα σε δεξιότητες εξυπηρέτησης πελατών και επικοινωνίας, οι οποίες αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της τουριστικής εμπειρίας. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν πρακτικές και τεχνικές δεξιότητες, καθώς και βασικά στοιχεία επαγγελματικής συμπεριφοράς, όπως η ομαδικότητα, η προσαρμοστικότητα και η συμμόρφωση με τους κανόνες λειτουργίας.
Εκεί όπου εντοπίζεται το μεγαλύτερο έλλειμμα είναι στις λεγόμενες «δεξιότητες του μέλλοντος». Οι ψηφιακές δεξιότητες εμφανίζονται περιορισμένα στις αγγελίες, παρά την αυξανόμενη σημασία των τεχνολογιών στη διαχείριση κρατήσεων, στην ανάλυση δεδομένων πελατών και στην προβολή προορισμών. Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η αναφορά σε «πράσινες» δεξιότητες, που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα, την εξοικονόμηση πόρων και τη διαχείριση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οπως επισημαίνει ο κ. Γκιάλης, η περιορισμένη ζήτηση για τέτοιες δεξιότητες υποδηλώνει ότι ο ελληνικός τουρισμός δεν έχει ακόμη ενσωματώσει πλήρως τις αλλαγές που συντελούνται διεθνώς.
Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο Skillscapes αποκτά ιδιαίτερη αξία, όχι μόνο ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και ως εργαλείο πολιτικής. Η δυνατότητα παρακολούθησης της αγοράς εργασίας σε πραγματικό χρόνο μπορεί να βοηθήσει τόσο την πολιτεία όσο και τους εκπαιδευτικούς φορείς να σχεδιάσουν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις κατάρτισης. Παράλληλα, προσφέρει στους εργοδότες μια πιο καθαρή εικόνα των τάσεων και των αναγκών του κλάδου.

