«Οποιος ψεύδεται έχει πολλά αφηγήματα. Οποιος λέει την αλήθεια έχει μόνο ένα».
Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα από τα μότο του έργου «A Trial», των Κριστιάν Ζαταΐ και Βάγκνερ Μόουρα, που ολοκλήρωσε τη Δευτέρα τον κύκλο των παραστάσεών του στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου. Ο ηθοποιός Βάγκνερ Μόουρα, υποψήφιος για Οσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Secret Agent» και επίσης γνωστός από τον ρόλο του ως Πάμπλο Εσκομπάρ στη σειρά «Narcos» του Netflix, επέστρεψε στο θέατρο για να ενσαρκώσει τον γιατρό Τόμας Στόκμαν.
Το ιψενικής έμπνευσης έργο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου και αποτέλεσε την τελευταία παράσταση για φέτος στον βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς 260.
Στο ιψενικής έμπνευσης έργο, που έκανε δύο sold out στην Αθήνα και αποτέλεσε την τελευταία παράσταση για φέτος στον βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς 260, ο Μόουρα τοποθέτησε την ιστορία του «Εχθρού του λαού», από τη Νορβηγία, στη δική του γενέτειρα.
Στο Ρίο Βερμέλιο
Η σκηνή της αίθουσας H είχε διαμορφωθεί σαν δικαστήριο, με μία μόνο εισαγγελέα να απευθύνει ερωτήματα στον κατηγορούμενο Τόμας Στόκμαν (Μόουρα), ο οποίος καλείτο να αποδείξει ότι τα λουτρά της πόλης (αυτή τη φορά του Ρίο Βερμέλιο) είναι πράγματι μολυσμένα, όπως συμβαίνει στο έργο του Ιψεν. Η δικαστική αντιπαράθεση εξελισσόταν σε ένα εντυπωσιακό και εξαντλητικό πινγκ πονγκ επιχειρημάτων σε τρεις γλώσσες (πορτογαλικά, ελληνικά, αγγλικά).
Ερωτήσεις υπέβαλλε και ο Πέτερ Στόκμαν (Ντανίλο Γκρανζέια), ο δήμαρχος και αδελφός του γιατρού, που σύμφωνα με τον Ιψεν δεν θέλει να αποκαλυφθεί η αλήθεια, φοβούμενος την οικονομική καταστροφή και την απώλεια του τουρισμού – ρίσκο που είναι διατεθειμένος να πάρει ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μπαίνουν στα μολυσμένα νερά.
Ενα από τα στοιχεία που ανέδειξαν τη δύναμη της παράστασης ήταν ο τρόπος με τον οποίο ανατράπηκε η παραδοσιακή ανάγνωση του έργου. Μέσα από τεκμήρια, διαδικτυακές παρεμβάσεις ειδικών και μία σειρά από καθηλωτικούς μονολόγους του Μόουρα, παρακολουθούσαμε μια δίκη να εκτυλίσσεται με σχεδόν ρεαλιστικούς όρους. Ο Τόμας Στόκμαν μπορεί να είχε δίκιο, αλλά δεν παρουσιαζόταν πάντα ως ο πιο συμπαθής· δεν ήταν ο «καημένος ήρωας» που όλοι τον λιθοβολούν και στο τέλος δικαιώνεται. Η παράσταση άφηνε χώρο στις αντιφάσεις του, θέτοντας το ερώτημα του πόσο εύκολα αποδίδουμε τον τίτλο του υπερασπιστή της αλήθειας σε κάποιον που τη διεκδικεί.
Εναντίον της πλειοψηφίας
Το «καθοριστικό γεγονός», αυτό που, έστω για λίγο, άλλαξε την εικόνα μας για τον πρωταγωνιστή, ήταν η ηχογραφημένη ομιλία του στη γενική συνέλευση της πόλης. Παρουσιάζοντας την ανακάλυψή του, ότι τα νερά είναι μολυσμένα, χάνει την ψυχραιμία του επειδή κανείς δεν τον πιστεύει. Ο λόγος του αποκτά έναν τόνο που σήμερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχεδόν ακροδεξιός: υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία δεν έχει πάντα δίκιο και ότι σκέφτεται να κηρύξει μια επανάσταση εναντίον της. «Η πλειοψηφία που αποφασίζει επηρεάζεται από ηγέτες και πολιτικές σκοπιμότητες», λέει μεταξύ άλλων, ενώ σε άλλο σημείο αναρωτιέται: «Η πλειοψηφία αποτελείται από περισσότερους ανόητους ή έξυπνους;».
Πριν από την παράσταση μοιράστηκαν καρτέλες σε περίπου πενήντα θεατές, από τους οποίους οι 12 κληρώθηκαν ως ένορκοι και παρακολούθησαν όλη αυτή τη γεμάτη ένταση θεατρική δίκη πάνω στη σκηνή. Στο τέλος αποσύρθηκαν για να αποφασίσουν την έκβαση. Αν και το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενα υπέρ του γιατρού, υπήρξε πράγματι προβληματισμός, υπενθυμίζοντας ότι το θέατρο πετυχαίνει τον σκοπό του όταν ανοίγει χώρο στη σκέψη. «Το κοινό δεν πρέπει να αποφασίσει μόνο για το ποιος λέει την αλήθεια, αλλά και αν η κατοχή της αλήθειας δικαιολογεί οποιονδήποτε τρόπο υπεράσπισής της», είπε λίγο πριν από το τέλος ο πρωταγωνιστής.
Το έργο του 1882 είχε την τιμητική του το 2026, με παραγωγές υψηλού επιπέδου να καταπιάνονται μαζί του – είδαμε την εκδοχή του Τόμας Οστερμαϊερ τον χειμώνα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, καθώς και την ανάγνωση του Theater of War Productions με τους Γουίλεμ Νταφόε και Τζέισον Αϊζακς στο πλαίσιο του SNF Nostos. Παρ’ όλα αυτά, η εκδοχή των Μόουρα και Ζαταΐ ξεχώρισε. Οχι επειδή επιχείρησε μία ακόμη αναβίωση ή έναν εύκολο εκσυγχρονισμό, αλλά επειδή έδωσε πραγματική συνέχεια στο έργο, ανοίγοντας μια κρυφή πόρτα που μας οδήγησε στα παρασκήνια της ίδιας της ιστορίας.
