«Η σχέση μου με το θέατρο είχε γίνει βουλιμική τα τελευταία χρόνια. Ακολουθούσα συγκεκριμένους σκηνοθέτες που με ενδιέφεραν, σε βαθμό που καταβρόχθιζα τη μια παράσταση μετά την άλλη χωρίς ανάσα. Πλέον, προσπαθώ να μετατρέψω το FOMO (fear of missing out) σε JOMO (joy of missing out). Είναι εντάξει, δηλαδή, να χάσεις και μια “παραστασάρα”», μας λέει η Ειρήνη Αρνιακού, 50 ετών, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους φέτος έχει μειώσει τις θεατρικές εξόδους κατά 50% σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές. Πρόκειται για μία μεταξύ των είκοσι θεατρόφιλων με τους οποίους επικοινώνησε η «Κ» διερευνώντας τα σημάδια της σταδιακής εξασθένησης της ορμής με την οποία το κοινό είχε γεμίσει τα θέατρα μετά την πανδημία. Οι αιτίες; Η οικονομική πίεση, η κούραση από τα διαρκή sold out των δημοφιλών παραστάσεων και της ανάγκης να κλείνει κανείς εισιτήριο μήνες νωρίτερα.
Τα πρώτα σημάδια κόπωσης φάνηκαν από την έναρξη της σεζόν, με το «Dracula» σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, μια φιλόδοξη παραγωγή που ανέβηκε τον Οκτώβριο με στόχο να διανύσει όλη τη σεζόν στο θέατρο Πόρτα, αλλά κατέβηκε εκτάκτως τον Δεκέμβριο. Μέτρια προσέλευση είχαν παραστάσεις όπως η «Λόλα» σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη, που ανέβηκε στο Παλλάς, ο «Ταρτούφος» σε σκηνοθεσία Ελενας Μαυρίδου στο θέατρο Αλκυονίς, το «Κέικ» σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη, στο θέατρο Εμπορικόν. «Φέτος ήταν μια δύσκολη χρονιά που διαρκώς μας απασχολούσε το πώς θα φτάσει ο κόσμος στο θέατρο, σε σχέση με τις προηγούμενες σεζόν όπου τα πράγματα κυλούσαν πιο εύκολα», σημειώνει ο κ. Ζερίτης.
«Αυτή ήταν μία από τις πιο δύσκολες χρονιές για το θέατρο», επιβεβαιώνει και ο Πάνος Κατσαρίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής της εταιρείας παραγωγής Prime Entertainment, που χειρίζεται τα θέατρα Ακροπόλ, Πόρτα, Αλμα, Βασιλάκου, ενώ και ο θεατρικός παραγωγός Γιώργος Λυκιαρδόπουλος της εταιρείας «Λυκόφως» συμφωνεί με αυτήν την εκτίμηση. Η «Λυκόφως», που ανεβάζει παραγωγές μεταξύ άλλων στα θέατρα Πορεία, Παλλάς, Σύγχρονο Θέατρο, Αμφι-Θέατρο, κατέγραψε, όπως μας είπε ο κ. Λυκιαρδόπουλος, συνολικά μεγάλη πτώση εσόδων. «Παραστάσεις που περιμέναμε να πάνε πολύ καλά δεν πήγαν και παραστάσεις που πήγαιναν ήδη καλά σε προηγούμενες σεζόν, φέτος είχαν μειωμένες εισπράξεις», σημειώνει ο ίδιος και προσθέτει ότι ήταν ένα φαινόμενο που «είχαμε να δούμε από την εποχή που ξεκινούσε η οικονομική κρίση».
Η διεθνής συγκυρία
Η μεγαλύτερη μείωση στις προπωλήσεις εισιτηρίων φαίνεται να παρατηρήθηκε ιδιαίτερα από τον Ιανουάριο του 2026, ενώ και η διεθνής συγκυρία έπαιξε τον ρόλο της. «Μετά τον πόλεμο που συμβαίνει δίπλα μας ζόρισε λίγο η κατάσταση», ανέφερε ο Μάριος Τάγαρης των ομώνυμων θεατρικών επιχειρήσεων, που έχουν στην κατοχή τους 11 θέατρα, μεταξύ των οποίων τα Αλκυονίς, Βεάκη, Βέμπο, Προσκήνιο κ.ά. Ο κ. Τάγαρης παραμένει ωστόσο αισιόδοξος, καθώς ήταν μια καλή χρονιά για τα θέατρα της εταιρείας του, αν και παρατηρεί πως «υπάρχουν πλέον πάρα πολλές σκηνές στην Αθήνα, ορισμένες χωρίς καν άδεια, αλλά και υπερπληθώρα παραστάσεων, η οποία κάπου θα σταματήσει».
«Οι νεότερες γενιές των 25-35 έρχονται να αντικαταστήσουν τους παλιούς και πιστούς θεατρόφιλους των άνω των 50. Πρόκειται για το κοινό του TikTok, με μεγάλη διάσπαση προσοχής, που θέλει κωμωδίες, ενώ τα κλασικά έργα δεν λειτουργούν πια», λέει ο θεατρικός παραγωγός Γιώργος Λυκιαρδόπουλος.
Από την πλευρά του ο Νίκος Μαρούλης, συνιδιοκτήτης της πλατφόρμας εισιτηρίων Ticket Services, επιβεβαιώνει πως φέτος καταγράφεται μείωση των πωλήσεων εισιτηρίων σε σχέση με τα χρόνια μετά την πανδημία. «Δεν είμαστε στα ίδια επίπεδα με τις σεζόν 2023-2024 και 2024-2025. Εχουμε πτώση της τάξης του 10%, η οποία παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες, ειδικά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η πτώση αυτή αποδίδεται στο ότι «το Πάσχα, άρα και η Κυριακή των Βαΐων όπου παραδοσιακά λήγει η χειμερινή θεατρική σεζόν, φέτος έπεσαν πολύ νωρίς. Αυτό συμπαρασύρει και την προπώληση των καλοκαιρινών παραστάσεων, που και αυτή δεν ξεκίνησε εγκαίρως. Το πιο σοβαρό κατά τη γνώμη μου, όμως, είναι πως ο κόσμος βομβαρδίζεται διαρκώς, όχι από τις βόμβες του Ιράν, αλλά από τις ειδήσεις για την ακρίβεια». Η «Κ» επικοινώνησε και με την πλατφόρμα εισιτηρίων More, αλλά δεν έλαβε απαντήσεις.
Ασφαλείς επιλογές
Παρατηρώντας ποιες παραστάσεις έβγαλαν γεμάτες τη σεζόν, είναι εμφανές πως το κοινό προτίμησε τη σιγουριά σκηνοθετών που εμπιστεύεται, όπως ο Αρης Μπινιάρης με τη «Δίκη» και ο Δημήτρης Καραντζάς με το «Cleansed», επαναλήψεων όπως τα «170 τετραγωνικά», «Η Μηχανή του Τούρινγκ», ή δημοφιλών πρωταγωνιστών, όπως το «Τέλος του Παιχνιδιού» με τους Μάκη Παπαδημητρίου και Γιώργο Χρυσοστόμου, «Το πάρτι της ζωής μου» με την Ελένη Ράντου και το «Ονειρο ενός γελοίου» με τον Αρη Σερβετάλη. Οπως επισημαίνει ο κ. Ζερίτης, «οι νέες παραστάσεις δυσκολεύονται περισσότερο από τις επαναλήψεις, διότι χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να γίνουν γνωστές και δεν τον έχουν». Συνεπώς, το κοινό στρέφεται σε ασφαλείς επιλογές, καθώς πλέον, όπως αναφέρει ο κ. Τάγαρης «έχει εκπαιδευτεί και αντιλαμβάνεται λίγο πιο γρήγορα τι είναι καλό και τι όχι», αφήνοντας μικρότερο περιθώριο στην τυχαία ανακάλυψη.
Η φθορά των «sold out»
Στις πολύ γνωστές παραστάσεις θέλουν να πάνε όλοι. Ετσι, πολλοί θεατρόφιλοι λένε στην «Κ» πως έχουν την αίσθηση ότι όλα είναι «sold out», ενώ η φετινή σεζόν δείχνει το αντίθετο. Αυτή η στρεβλή εντύπωση αποθαρρύνει μεγάλο μέρος του κοινού, που νιώθει να πιέζεται από την έλλειψη διαθεσιμότητας σε κοντινές ημερομηνίες για όσα θα ήθελε να δει, αλλά και από τη δυσκαμψία των θεάτρων σε περίπτωση ανάγκης μεταφοράς του εισιτηρίου. «Είναι δύσκολο να προγραμματίζεις από τα Χριστούγεννα ποια παράσταση θα δεις τον Απρίλιο. Δεν θέλω να κανονίζω να πάω θέατρο σαν να κλείνω ταξίδι με αεροπλάνο», μας λέει η κ. Μωραγιάννη, η οποία αντιλαμβάνεται πως «υπάρχει ντόρος γύρω από ορισμένες παραστάσεις οι οποίες γίνονται sold out και τελικά άλλες που δεν ακούγονται τόσο είναι πολύ πιο αξιόλογες. Για παράδειγμα, από τις πιο μικρές δουλειές μού άρεσε φέτος πάρα πολύ το «Πιτσιμπούργκο» στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου».
Ταυτόχρονα, οι θεατρικοί παραγωγοί προσπαθούν να σκιαγραφήσουν το προφίλ και τις ανάγκες του νέου θεατρικού κοινού που αναδύθηκε μετά την COVID-19 και γέμισε μαζικά τις αίθουσες. «Οι νεότερες γενιές των 25-35 έρχονται να αντικαταστήσουν τους παλιούς και πιστούς θεατρόφιλους των άνω των 50. Πρόκειται για το κοινό του TikTok, με μεγάλη διάσπαση προσοχής, που θέλει κωμωδίες, δεν κυνηγάει τόσο τους τηλεοπτικούς αστέρες διότι δεν βλέπει τηλεόραση πλέον, ενώ τα κλασικά έργα δεν λειτουργούν πια. Νιώθω πως είναι σαν να αλλάζει γενιά το κοινό του θεάτρου», παρατηρεί ο κ. Λυκιαρδόπουλος.
Τι θα φέρει η νέα σεζόν
Με βάση τη φετινή εικόνα, προκύπτει το εύλογο ερώτημα του πώς θα κινηθούν οι παραγωγοί την επόμενη σεζόν. «Η “Λυκόφως” δεν σχεδιάζει τεράστιες παραγωγές, ενώ θα κινηθούμε με λιγότερες παραστάσεις», λέει ο κ. Λυκιαρδόπουλος. Την ανάγκη για μείωση των παραγωγών επισημαίνει και ο σκηνοθέτης Θανάσης Ζερίτης, σύμφωνα με τον οποίο «του χρόνου τα πράγματα θα είναι χειρότερα, διότι αυτή η υπερπροσφορά θα βγει εις βάρος μας», ενώ προσθέτει πως «το να γίνονται τόσο πολλές παραστάσεις σημαίνει πως φτιάχνονται πιο γρήγορα και πιο πρόχειρα». Από την άλλη πλευρά ο κ. Τάγαρης δηλώνει πως θα κάνει περισσότερες παραγωγές, «ενώ ανοίγουμε και ένα νέο χώρο προς τα τέλη του έτους», ενώ ο κ. Κατσαρίδης εκτιμά πως του χρόνου «θα οδηγηθούμε σε διόρθωση της κατάστασης, με μείωση των παραγωγών, για να μπορέσουμε να τις στηρίξουμε και επικοινωνήσουμε καλύτερα. Μη χάσουμε και την ποιότη-τα στον βωμό της ποσότητας».
Οικονομική επισφάλεια και απογευματινές παραστάσεις
Ενας βασικός λόγος που αρκετοί πιστοί θεατρόφιλοι παρακολούθησαν φέτος λιγότερες θεατρικές παραστάσεις είναι η οικονομική επισφάλεια, όπως είπαν στην «Κ». «Από την COVID-19 και μετά, το θέατρο έγινε η πιο ευχάριστη έξοδός μου, όμως από φέτος τα εισιτήρια είναι πολύ ακριβά κι ενώ όλα γύρω μας έχουν μια αυξητική τάση, ο μισθός μένει σταθερός· έτσι, αυτομάτως περιορίζεις τα έξοδα», λέει η 32χρονη Αθανασία Μωραγιάννη, η οποία φέτος μείωσε τις θεατρικές εξόδους σε μία φορά ανά δύο μήνες, από τρεις φορές τον μήνα παλαιότερα. Η δυσκολία αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους θεατρικούς παραγωγούς, οι οποίοι υποστηρίζουν πως οι τιμές των εισιτηρίων είναι ήδη χαμηλές για να καλύψουν τα έξοδα μιας παραγωγής. «Φέτος νιώσαμε ότι η αγοραστική δύναμη του κοινού μειώθηκε πολύ. Το ευρύ κοινό δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε παραστάσεις με εισιτήριο άνω των 23 ευρώ, ενώ βλέπουμε ότι ο κόσμος κυνηγάει πολύ τις προσφορές», σημειώνει ο κ. Λυκιαρδόπουλος.
«Επιλέγουν εστιατόριο»
Αντιστοίχως και η 45χρονη Σοφία Μαρατίδου, ενώ μέχρι πέρυσι συνδύαζε με την παρέα της το θέατρο με το φαγητό, φέτος έχει μειώσει τις θεατρικές εξόδους, όπως και οι φίλοι της. «Οι περισσότεροι τώρα προτιμούν να κάνουν μόνο μία έξοδο και επιλέγουν το εστιατόριο. Μοιάζει πολυτέλεια να συνδυάζουμε και τα δύο σε αυτή τη συγκυρία», συμπληρώνει. Ο οικονομικός παράγοντας επηρεάζει και τη συμπεριφορά του κοινού κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Σύμφωνα με τον κ. Κατσαρίδη, «οι καθημερινές πλέον είναι πολύ δύσκολες, πράγμα που φάνηκε από τη μεγάλη πτώση στον αριθμό εισιτηρίων που κόβονται την Τετάρτη και την Πέμπτη σε σχέση με το Σαββατοκύριακο, ενώ παραστάσεις που παίζονταν ∆ευτερότριτα δεν πήγαν όσο καλά θα μπορούσαν, όπως για παράδειγμα συνέβη με το “Hotel Amour”». Αυτό σχετίζεται με τη συνολικότερη μείωση των εβδομαδιαίων εξόδων, αλλά και με το γεγονός πως «ο κόσμος πλέον νιώθει πολύ κουρασμένος, θέλει οι παραστάσεις να ξεκινούν νωρίτερα», συμπληρώνει ο κ. Κατσαρίδης. Σε αυτό συνηγορεί και ο κ. Λυκιαρδόπουλος, ο οποίος σημειώνει πως «ενώ πάντα η βραδινή παράσταση του Σαββάτου ήταν η πιο δυνατή της εβδομάδας, πλέον η απογευματινή τη συναγωνίζεται και πολλές φορές την ξεπερνάει. Ο κόσμος προτιμά να πάει νωρίς θέατρο, να δει μετά φίλους για ποτό και να επιστρέψει νωρίς σπίτι. Αλλαξαν οι συνήθειές μας». Από την άλλη, ο κ. Τάγαρης αναφέρει πως αν μια παράσταση είναι πολύ καλή, θα γεμίσει οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας.

