Ζωρζ Σαρή
Το ψέμα (Graphic Novel)
σενάριο – εικονογράφηση Αλεξ Στεφανής Πονς
επιμ. Γιώργος Γούσης
εκδ. Πατάκη, 2026
σελ. 128
Η αλλαγή εποχής στα αναγνώσματα των παιδιών και των εφήβων είναι ένα σημαντικό, αν και υποτιμημένο στον δημόσιο διάλογο, χαρακτηριστικό της Μεταπολίτευσης. Τότε, τα παραδοσιακά αναγνώσματα παλαιότερων γενεών υποχώρησαν σταδιακά και άρχισαν να κυκλοφορούν ευρέως διαφορετικού ύφους βιβλία, προπάντων εκείνα των Αλκης Ζέη και Ζωρζ Σαρή. Ο,τι, ωστόσο, υπήρξε άλλοτε επαναστατική καινοτομία, σήμερα είναι πλέον παράδοση· λογίζεται κλασικό. Και το κλασικό αργά ή γρήγορα θα διασκευασθεί σε «κλασικό εικονογραφημένο». Αραγε πόσα παιδιά, από το 1970 που πρωτοκυκλοφόρησε μέχρι σήμερα, ανατράφηκαν με την ιστορία της 15χρονης Χριστίνας από τη Θεσσαλονίκη που, ύστερα από ένα κακό διαζύγιο των γονιών της και την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα, βρίσκεται να ζει σε ένα κολωνακιώτικο υπόγειο της δεκαετίας του ’60; Η μητέρα της δουλεύει θυρωρός και μοδίστρα για να τα βγάλουν πέρα, η ίδια επιλέγει να κρύψει τις συνθήκες της ζωής της από τις/τους συμμαθήτριες/ές του ιδιωτικού σχολείου στο οποίο, χάρη σε συγγενική διαμεσολάβηση και στις άριστες επιδόσεις της, φοιτά. Το ψέμα φουσκώνει μέρα με τη μέρα εντός της και την πνίγει. Το εφηβικό δράμα κορυφώνεται και λύνεται, όταν η μικρή ηρωίδα φέρνει στο φως, ταυτόχρονα με το δικό της, και ένα άλλο, κακόβουλο ψέμα, και αποκαθιστά μιαν αδικία.
Τα σκίτσα και τα χρώματα της υπό συζήτηση εικονογραφημένης διασκευής του «Ψέματος» εμφυσούν νέα ζωή στο αγαπημένο βιβλίο. Το κείμενο συγκροτείται αποκλειστικά από αυτούσια αποσπάσματα του πρωτότυπου. Η δημιουργική παρέμβαση είναι, εδώ, μια γερή, υποδειγματική αφαίρεση. Δεν θα βρούμε, βέβαια, στη γραφιστική νουβέλα τη χαρακτηριστικά παλλόμενη, συγκινημένη στο έπακρο, αλλά χωρίς ίχνος γλυκερότητας πένα της Ζωρζ Σαρή, που μας χάρισε φράσεις όπως: «Κι όμως, η κάθε λεπτομέρεια της ζωής μου μπήγεται στη σκέψη μου σαν τη βελόνα της μαμάς στο ρούχο της πελάτισσας». Με αυτή την αφορμή, όμως, ας παρακινηθούν μεγάλοι και μικροί να ξαναδιαβάσουν τα βιβλία της. Και ας σκεφθούμε κριτικά προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, δεν επιβεβαιώνει, άραγε, κάθε περιδιάβαση στις σελίδες των δύο μεγάλων κυριών, ότι πρόκειται όχι απλώς για «σταρ» της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας αλλά, όσο αυστηρά κι αν το κρίνει κανείς, για δύο από τις πιο γερές πένες στην ελληνική μεταπολεμική πεζογραφία; Και, δεύτερον, γιατί δεν παρακινούνται οι νεότερες/οι συγγραφείς να μη βιάζονται, να μην απλοποιούν και να επιχειρήσουν να βυθομετρήσουν με τη γλώσσα τα συναισθήματα και να διαπλάσουν με φιλόδοξη στόχευση χαρακτήρες που δεν θα καταναλωθούν απλώς, αλλά θα «μείνουν»;
Επανέρχομαι στην υπό συζήτηση γραφιστική νουβέλα. Υπάρχει, όπως είπαμε, μια αυστηρή επιλογή: Τα «λόγια», δηλαδή οι διάλογοι (και οι εσωτερικοί μονόλογοι) είναι αποκλειστικά και μόνον της Ζωρζ Σαρή, από το πρωτότυπο «Ψέμα». Δύσκολο χειρουργείο, που δικαιώνεται απόλυτα από το αποτέλεσμα. Επιστρατεύεται, μονάχα, ένα απλό όσο και ευφυές τρικ, για να διευκολυνθεί η ροή της αφήγησης. Αυτό συνίσταται σε μικρές μετατοπίσεις σκηνών, χωρίς αλλαγή του περιεχομένου τους, π.χ. η σκηνή με τη συμμαθήτρια/εξαδέλφη Ρέα, που ντύνεται και συζητάει με τη μαμά της τις ψυχολογικές παρατηρήσεις της. Στα –λίγα– μειονεκτήματα θα συγκατέλεγα την επιμονή στη μελαγχολική χρωματική ομοιομορφία, όπου κυριαρχούν οι ψυχροί ιώδεις, κυανοί και φαιοί τόνοι, μην επιτρέποντας να αναδειχθούν, κατ’ εξαίρεση έστω, πράγματα σημαντικά όπως τα λουλουδάτα πολύχρωμα καλύμματα, που, με μητρική πρωτοβουλία, ομορφαίνουν την υπόγεια κατοικία, απαλύνοντας τη δυσθυμία της μικρής πρωταγωνίστριας. Μου λείπει, επίσης, η αθηναϊκή γεωγραφία που, στο μυθιστόρημα, πολύ εύστοχα, συμπρωταγωνιστεί: η Κάνιγγος του φροντιστηρίου, οι ονοματισμένοι δρόμοι του Κολωνακίου, το υπόγειο της Πατριάρχου Ιωακείμ όπου κατοικεί η πρωταγωνίστρια-Χριστίνα, η κατηφόρα της Μαρασλή, η Βασιλίσσης Σοφίας – και, στο βάθος, οι δρόμοι της χαμένης για πάντα Θεσσαλονίκης, η λεωφόρος Νίκης, η παραλία… Η έλλειψη αυτή στο κόμικ αφαιρεί πολύτιμες δυνατότητες ταύτισης των σημερινών νεαρών αναγνωστ(ρι)ών με τον τόπο, μέσω της λογοτεχνίας. Τέλος, η διασκευή προσπερνά την έμμεση αλλά σαφή αυτοαναφορά στην ίδια τη Ζωρζ Σαρή και την οικογένειά της (δυο παιδιά, αγόρι – κορίτσι), που και αυτή συμπρωταγωνιστεί στο «Ψέμα», πιάνοντας, άλλωστε, το νήμα της αφήγησης από τον «Θησαυρό της Βαγίας». Θα ήταν ωραίο να την αναγνωρίζαμε στο σκίτσο, να μας έκλεινε το μάτι ως μητέρα του Αλέξη και της Λίνας, μέσα από τις εικονογραφημένες σελίδες.

