Ο Χ(ε)ίρων, η Κασσάνδρακαι οι τρεις Ερινύες

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταπιάστηκαν με το θέμα του τέλους της γλώσσας – την αίσθηση ότι λόγος και σκέψη δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσουν τον άνθρωπο. Ή, ακόμη κι αν είναι, είναι σίγουρο πως τον παγιδεύουν σε μια κατάσταση διαλυτική για εκείνον

4' 49" χρόνος ανάγνωσης

BIOS, Πειραιώς 84
«Χλιμίντρισμα» του Μάριου Ποντίκα
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιάμης
Ερμηνεύουν: Κατερίνα Αμπλιανίτη, Ειρήνη Δένδη, Μιράντα Ζησιμοπούλου, Ρόζυ Μονάκη, Δημήτρης Τσιάμης.
Χορογραφία – επιμέλεια κίνησης: Ελένη Χατζηγεωργίου
Σχεδιασμός κοστουμιών: Agata Uchman
Κατασκευή και υλοποίηση κοστουμιών: Αναστασία Καρατζά
Κατασκευή μάσκας: Ζωή Κελέση
Σχεδιασμός φωτισμού: Δημήτρης Κασιμάτης
Κατασκευή σκηνικού: Σήφης Λυκάκης

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταπιάστηκαν με το θέμα του τέλους της γλώσσας – την αίσθηση ότι λόγος και σκέψη δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσουν τον άνθρωπο. Ή, ακόμη κι αν είναι, είναι σίγουρο πως τον παγιδεύουν σε μια κατάσταση διαλυτική για εκείνον. Δηλαδή, ως δράμα δεν προσφέρει σπουδαία πρωτοτυπία. Κι επιπλέον, είναι πολύ «εγκεφαλικό», θα απασχολούσε περισσότερο τους –«διαπιστευμένους» και μη– διανοούμενους κι όσους απλώς αντιλαμβάνονται τι εστί να είναι κάποιος διανοούμενος.

Το πλατύτερο κοινό, όμως, αποζητεί και σήμερα από το θέατρο να του κινεί το συναίσθημα – και όχι υποχρεωτικά και τη σκέψη. Και ας είναι αποδεδειγμένα προδοτικό το συναίσθημα. Ειδικά, όποτε το θυμικό και η παρόρμηση το υποδαυλίζουν περισσότερο απ’ όσο τα καταφέρνει η λογική κι ας προδίδει πολύ σπανιότερα.

Ο Μάριος Ποντίκας (1942-2022) είναι σίγουρα ένας από τους πιο σημαντικούς Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ασχολήθηκε με τις ρεαλιστικές διαστάσεις της εποχής εκείνης, με λεπτότητα και λεκτική εκζήτηση που εισέρχονται στον λόγο του χωρίς να προκαλούν ουλές στη λείανση και στη ροή του. Καθοριστική του συγγραφικού στυλ του υπήρξε και η οξυδερκής παρατήρηση της μικροκλίμακας των πραγμάτων της ελληνικής κοινωνίας, που ζούσε το μετατραυματικό σοκ της δικτατορίας, «συγκολλώντας» επιμέρους «τραυματάκια» – άλλα εισαγόμενα και άλλα «αναπαλαιωμένα».

Ο παραλογισμός των ’70s

Ο Ποντίκας βρισκόταν κυρίως στην πλευρά των παρατηρητών που κάγχαζαν ευγενικά με την κατάσταση που διαμορφωνόταν. Οχι επειδή δεν συνέπασχαν, αλλά επειδή εστίαζαν την προσοχή –ιδίως κατά τη δεκαετία του 1970– στη δόση παραλογισμού, για την οποία κανείς δεν ανησυχούσε. Σαν, ας πούμε, να ήταν φυσιολογικός εκείνος ο παραλογισμός, που, κάποια στιγμή, πέρασε από τις αρχικές διαστάσεις του στις τρομερές.

Ομως, στην ύστερη δραματουργική του περίοδο, οικειοποιήθηκε μια πιο «επική» εξεικόνιση της συντελεσμένης ηθικής και πολιτισμικής μεταβολής. Η δική του πιο εγκεφαλική ματιά δείχνει ικανοποιημένη με την επική διάσταση. Αλλά, ειδικά για το «Χλιμίντρισμα», η διερώτηση παραμένει: Είχε πράγματι την όρεξη να αποδώσει το θέμα του μέσα από ελληνικά μυθολογικά μοτίβα ή του το επέβαλε ένα διάχυτο πολιτισμικό «υπερεγώ»; Εκείνη η κληρονομημένη αίσθηση χρέους απονομής τιμής στην ένδοξη αρχαιότητα του έθνους, η οποία αποδεικνύεται ακόμη πιο παντοδύναμη και ρυθμιστική όποτε ένας Ελληνας συγγραφέας πλευρίζει, με απόγνωση, την απόγνωση που τον περιστοιχίζει. Και συνεπώς, το έργο του, παρά τις όποιες αρετές του, θα δείχνει και σαν μεταμφιεσμένο για toga party. Τα ερωτήματα αυτά, όμως, σπανίως απαντώνται.

Και είναι εγγυημένο ότι δεν θα απαντηθούν ποτέ, όταν το κείμενο που παραδίδει ένας συγγραφέας είναι τόσο καλό, όσο το «Χλιμίντρισμα». Κι ας είναι πομπώδες, σε σύγκριση με το προηγούμενο έργο του Ποντίκα. Καθότι, πομπώδες-ξεπομπώδες, αρέσει.

Το φίνο κείμενο του Ποντίκα ακούγεται καθαρά· αλλά η σύμβαση της απόδοσής του μέσω των μυθολογικών προσώπων σήμερα δείχνει πιο άτονη κι απ’ όταν γράφτηκε.

Το έργο περιγράφεται ως «σκηνικό τρίπτυχο», που σημαίνει ότι μοιράζεται σε τρία επεισόδια, από μονολόγους του Κενταύρου Χ(ε)ίρωνα –ορθογραφία επιλεγμένη από τον συγγραφέα–, της Κασσάνδρας και των τριών Ερινύων: Αληκτούς, Μέγαιρας και Τισιφόνης. Ο Κένταυρος έχει χάσει την αλογίσια φύση του κι έχει εκπέσει στην ανθρώπινη. Εξαχρειώθηκε τόσο λόγω των «τυφλών ελπίδων» του, που συνέχιζε να τις τρέφει ένας διαιωνιζόμενος εκφυλισμός του λόγου και της λογικής, που προοδευτικά ολοκληρώνεται όταν καταλήγει στον άναρθρο, παραληρηματικό λόγο της Κασσάνδρας.

Στο τωρινό του ανέβασμα, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσιάμης το αντιμετώπισε με ειλικρινές ενδιαφέρον και με την πρόθεση να το συνδέσει με μια πιο αγχωτική σημερινή αλήθεια, που είναι η απόσχιση του ανθρώπου και η απομάκρυνσή του από τη θεμελιώδη συνθήκη του να ανήκει στη φύση. Επειδή καταχράστηκε με απληστία τους πόρους της.

Η παράσταση παίζεται ακολουθώντας μια σωματική φόρμα υποκριτικής, όπου η γλώσσα επιφέρει συμβολικά «χτυπήματα» στο σώμα. Το εντυπωσιακό σε αυτήν την παράσταση είναι ότι, αν κατά κανόνα στο σωματικό θέατρο η γλώσσα «εισβάλλει» στο κορμί των ηθοποιών και προκαλεί σε αυτό δονήσεις, συσπάσεις και εξάρσεις έκλυσης κινητικής ενέργειας, τα ίδια «συμπτώματα» εδώ δείχνουν να εκφράζουν την «απόσυρση» της γλώσσας και του λόγου από το σώμα, αφήνοντάς το εξουθενωμένο.

Σπουδαίες ερμηνείες

Οι ερμηνείες είναι σε γενικές γραμμές στο ίδιο υψηλό επίπεδο, ξεκινώντας με σπουδαιότερη εκείνη του Κενταύρου (Δημήτρης Τσιάμης), που είναι η πιο αισθαντική. Μετά της Κασσάνδρας (Ρόζυ Μονάκη) και καταλήγοντας σ’ εκείνες των Ερινύων (Κατερίνα Αμπλιανίτη, Ειρήνη Δένδη, Μιράντα Ζησιμοπούλου). Αυτή η διάκριση οφείλεται στο ότι οι τρεις ηθοποιοί που ερμηνεύουν τις Ερινύες, ενόσω λένε τα λόγια, δεν κρατούν τη φωνή τους κατεβασμένη στο βάθος που θα ταίριαζε με το ηχητικό φόντο φωνημάτων και σκουξιμάτων που παράγουν παράλληλα.

Τα κοστούμια είναι πολύ εντυπωσιακά, με πρώτο και καλύτερο εκείνο του Κενταύρου, που παραπέμπει σε μωρό τη στιγμή που γεννιέται και που ταυτόχρονα θα βρισκόταν στην τρίτη ηλικία της ζωής του. Είναι πολύ επιμελημένο κοστούμι, με στοιχεία που η δυτική ζωγραφική ανά τους αιώνες έχει συνδέσει με τους Κενταύρους, αλλά και με στοιχεία ελαφρώς τερατώδη, προερχόμενα, ας πούμε, από ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Οπως θα ήταν, π.χ., η φιγούρα του μεταλλαγμένου επαναστάτη Kuato που ζούσε μέσα στο στομάχι του δίδυμου αδελφού του, στην περίφημη ταινία «Ολική επαναφορά» (1990), σκηνοθεσίας Πολ Φερχόφεν. Σε κάθε περίπτωση, το αξιοσημείωτο είναι πώς ένα κοστούμι με τόσο απρόσφορη όψη συμβάλλει τελικά στο να συμπαθήσει ο θεατής το πάσχον δραματικό πρόσωπο που είναι ο Κένταυρος. Το κοστούμι της Κασσάνδρας είναι κι αυτό εντυπωσιακό, αλλά με πιο συμβατικό τρόπο, προσφέροντας αναφορές στον ρομανικό μεσαίωνα και στη σημερινή «γοτθική» παράδοση που βασίστηκε σε αυτόν.

Κανείς δεν φεύγει δυσαρεστημένος από αυτήν την παράσταση, αλλά και κανείς δεν φεύγει εκστασιασμένος. Είναι πράγματι μια παράσταση σπάνια, η οποία υπηρετεί τη βούληση των καλλιτεχνών να ανεβάσουν αυτό το έργο. Το φίνο κείμενο του Ποντίκα ακούγεται καθαρά· αλλά η σύμβαση της απόδοσής του μέσω των μυθολογικών προσώπων σήμερα δείχνει πιο άτονη κι απ’ όταν γράφτηκε.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT