ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΑΡΑΦΥΛΛΗΣ
«ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ»
εκδ. Αντίποδες, 2025
σελ. 24
Μια βραχονησίδα, η Αγία Κυριακή κοντά στην Κάλυμνο, δίνει, εικάζουμε, τον τίτλο στη λιλιπούτεια συλλογή –αριθμεί μόλις δεκατρία ολιγόστιχα, κατά βάσιν, ποιήματα– του γεννημένου το 2002 Μανόλη Καραφύλλη που, σύμφωνα με το εσώφυλλο του βιβλίου, «αναθράφηκε στην Κάλυμνο». Ετσι, μετά τον γεννημένο το 1998 στην Κάρπαθο Αγγελο Μπέρτο, που συζητήσαμε από τη στήλη αυτή την πρώτη συλλογή του, τα «Καρπάθια», είχαμε μέσα στο 2025 δεύτερο πρωτοεμφανιζόμενο, νεότερο ακόμα, ποιητή από τα Δωδεκάνησα, που και αυτός ξαφνιάζει ευχάριστα. Οπως στον Μπέρτο, έτσι και στον Καραφύλλη, ο τόπος, το νησί, οι άνθρωποί του, το τοπίο, εγγράφονται δυναμικά μέσα στους στίχους. Ομως αυτό δεν συμβαίνει κοινότοπα, περιγραφικά. Δεν μπαίνει ο νεαρός ποιητής σε πειρασμούς καλολογικής δεξιοτεχνίας. Γνωρίζει ότι η ποίηση είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιδιοσυγκρασία, μοιρασμένη με ακρίβεια, αφαίρεση και ρυθμό. Η πινελιά του είναι λιτή και σίγουρη, εντυπωσιακά για την ηλικία του. Δεν φοβάται το χιούμορ, δεν αποφεύγει την παιγνιώδη διάθεση, δεν διστάζει να συνθέσει ποιήματα που μοιάζουν παραδοσιακά στιχάκια για να παίζουν τα παιδιά (πόσο μας λείπουν σήμερα τα στιχάκια αυτά από το μεγάλωμα των παιδιών μας!).
Ας πάρουμε παράδειγμα τον Μηνά, από το ομότιτλο ποίημα: «Στον βυθό της Μεσογείου/ βασιλεύει ένα χταπόδι/ Με τον θρόνο του φτιαγμένο/ από κελύφη καβουριών//Και περνάει ένας δύτης//-απ’ την Κάλυμνο ο αλήτης-/ Ψαροντουφεκάς μεγάλος// που δηλώνει Χταποδάς». Επειτα από λίγη περιπέτεια, ο Μηνάς θα χτυπήσει, εντέλει, το πολυπόθητο χταπόδι. Ομως, στο δεύτερο μέρος, «Βγήκαν τα χταπόδια στη στεριά/ Κι έφαγαν τ’ αμπέλι του Μηνά». Η ιστορία τελειώνει με αλλόκοτο τρόπο: «Κι ο Μηνάς νομίζει τα ’κλεψα εγώ!/ Μα πώς του ήρθε αυτό; Αφού του είπα:» Υπάρχει ομοιοκαταληξία, αλλά όχι αυστηρή.
«Ελαστικά» σονέτα
Αλλού επιχειρείται, με τρόπο ελαστικό, η μορφή του σονέτου· αλλού, το ποίημα οργανώνεται σε τρίστιχα, αλλού πάλι είναι ελεύθερος ο στίχος και αλλού ελάχιστος, απηχώντας το πνεύμα του χάικου. Κάθε τόσο, ο Καραφύλλης μοιάζει να μας θυμίζει ότι, εκτός από το νόημα και τις εικόνες, η ποίηση είναι –και πολύ σωστά– μια δουλειά με τις λέξεις και ένα παιχνίδι με τις λέξεις. «Με αυτές τις λέξεις, λοιπόν, ό,τι θέλω κάνω, και δεν φοβάμαι καθόλου ούτε να αστειευθώ, ούτε να τραγουδήσω», είναι σαν να μας λέει, σχεδόν με θράσος και με ύφος πειραχτηριού.
Αλλά αν δεν έχει ο ποιητής και η ποιήτρια το σθένος να κάνουν ό,τι θέλουν με τις λέξεις, τότε ποιος; Ποιήτριες και ποιητές μεγαλύτερης ηλικίας, με αρκετές δημοσιεύσεις στο ενεργητικό τους που, ενώ θεωρούνται δόκιμοι, δεν παύουν να υποκύπτουν με τρόπο έκτυπο στην αβεβαιότητα κατά τη χρήση των λέξεων, θα είχαν να διδαχτούν από τον πολύ νεαρό Καραφύλλη. Εκεί, δηλαδή, που αυτές και αυτοί φλυαρούν αμήχανα, περιγράφουν και επεξηγούν, μην τύχει και δεν καταλάβει η αναγνώστρια/ο αναγνώστης πού το πάνε, ο υπό συζήτηση πρωτοεμφανιζόμενος αφήνει με εμπιστοσύνη και με σιγουριά ώριμου καλλιτέχνη τα πράγματα απλώς να συμβούν με τις λέξεις. Το ξέρουμε, βέβαια, ότι το ποίημα δεν είναι ούτε μόνο εικόνα, ούτε μόνο αφήγηση, ούτε μόνο ρυθμός, μα είναι κυρίως συμβάν. Αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πεταγόμαστε από την καρέκλα μας και να χτυπάμε παλαμάκια, κάθε φορά που πετυχαίνει κάποιος ένα τέτοιο συμβάν.
Μακριά από την Κάλυμνο
Σαν να θέλει, τώρα, να μας κλείσει το μάτι, δείχνοντας ότι και μακριά από την Κάλυμνο τα καταφέρνει, κλείνει τη συλλογή με το ποίημα «Παιανία, άνοιξη»: «Κοίτα, βγήκε ουράνιο τόξο! Τι ωραίος ο Υμηττός/ Ακου τον κοκκινολαίμη, πρέπει να ’ναι κάπου εδώ.//Ψιλόβροχο, ήλιος, σαλιγκάρια/ Η αυλή με τις κληματαριές, η ψησταριά στην άκρη// Να τος ο κοκκινολαίμης! Α, σπουργίτια είναι αυτά// (Τσίρι-τίρι, τσιριτρό / τσιριτρί, τσιριτρό)». Αν δεχτούμε ότι το χαϊκού είναι προπάντων ένας πυκνότατος τρόπος να υποβάλλει κανείς αισθήματα και σκέψεις, παρατηρώντας την εξωτερική πραγματικότητα, τότε αυτό εδώ είναι μια ατόφια εκδοχή νεοελληνικού χαϊκού, επί της ουσίας και όχι με βάση το εξωτερικό περίβλημα.
Σαν κάποιος που κερνάει ή σέρνει έναν κυκλικό χορό, μας μπάζει στην ποίησή του ο Καραφύλλης. Ηρεμα, με τόνο χαμηλό, σε γενικές γραμμές, αλλά επιφυλάσσοντας πού και πού μια σύντομη φιγούρα: «Μπαίνεις μέσα, ξυπνάς δυο αυγά απ’ το ψυγείο/ Τα ρωτάς αν ξέρουν να οδηγάνε μηχανάκι/ Γελάνε ψιλοβρασμένα».

