Το ζευγάρι του τελικού του ελληνικού πρωταθλήματος μπάσκετ γνωστό, εδώ και χρόνια. Σχεδόν βαρετά γνωστό και μόνιμο. Είναι, ωστόσο, και αντιπροσωπευτικό της διαφοράς ποιότητας, διαθέσιμων χρημάτων και συχνά μπασκετικής και επικοινωνιακής ανωτερότητας των φιναλίστ, Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού. Οι τελικοί της GBL, της Α1 για εκείνους της περασμένης γενιάς, έγιναν ένα αθηναϊκό απωθημένο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν η κυριαρχία των Aρη και ΠΑΟΚ έλαβε τέλος. Οι δύο «αιώνιοι» επέβαλαν τον δικό τους νόμο στη συνέχεια και η φετινή συνάντησή τους, η οποία αρχίζει το βράδυ της Τετάρτης (3/5, 21:00) στο ΣΕΦ, θα είναι συνολικά η 23η σε σειρά τελικών, η πέμπτη διαδοχική και η 17η τα τελευταία 19 χρόνια. Οι μόνες εξαιρέσεις μεσολάβησαν το 2019 και το 2021 –το ’20 το πρωτάθλημα δεν ολοκληρώθηκε λόγω κορονοϊού–, όταν Προμηθέας και Λαύριο αντίστοιχα εκμεταλλεύτηκαν την οικειοθελή συμμετοχή του Ολυμπιακού στην Α2 και αγωνίστηκαν στους τελικούς με τον Παναθηναϊκό.
Τα τελευταία χρόνια, η κατάκτηση του πρωταθλήματος πέρασε από τη φάση του αυτοσκοπού για τους «αιώνιους» και έγινε, δίχως καμία διάθεση ειρωνείας ή σνομπ αντιμετώπισης, το «αποκούμπι» εκείνου που δεν τα κατάφερνε στον μεγάλο (μεγαλύτερο) στόχο της Ευρωλίγκας. Κάποτε, ο Γιάννης Ιωαννίδης είχε αποκαλέσει «κυπελλάκι» τη δεύτερη τη τάξει διοργάνωση του ελληνικού μπάσκετ. Την τελευταία διετία, ο προπονητής του Παναθηναϊκού, Εργκίν Αταμάν, ουσιαστικά συμφώνησε και ας μην το είπε χρησιμοποιώντας την ίδια λέξη. Κι ας το κατέκτησε τη φετινή σεζόν, νικώντας στον τελικό –ποιον άλλον;– τον Ολυμπιακό.
Το πρωτάθλημα δείχνει και είναι άλλη υπόθεση. Διατηρεί ακόμη μεγαλύτερη αίγλη από το Κύπελλο Ελλάδας, όμως, από τη στιγμή που τόσο ο κόουτς Αταμάν όσο και ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν έχουν κρύψει και δημοσίως ότι πολλά ματς της GBL είναι κάτι σαν «αγγαρεία», το συναπάντημα με τον μεγάλο αντίπαλο κρύβει πάντα και το γόητρο. Το «πρωταθληματάκι», που συχνά είναι η «παρηγοριά», έχει δείξει ότι μπορεί να προσφέρει περισσότερα από ένα απλό τρόπαιο ή μία «άφεση (ευρωπαϊκών) αμαρτιών».
Το περσινό turning point του Ολυμπιακού
Η σειρά των τελικών του 2024-25 φάνηκε να κλείνει έναν κύκλο, με το Αμπου Ντάμπι να μη φεύγει από το μυαλό των ανθρώπων του Ολυμπιακού. Οι «ερυθρόλευκοι» εμφανίστηκαν κάκιστοι στον ημιτελικό της Ευρωλίγκας με τη Μονακό, ηττήθηκαν και δεν κατόρθωσαν να κατακτήσουν το τρόπαιο στο τέταρτο διαδοχικό Final Four τους. Η ατμόσφαιρα έδειχνε μία ομάδα, κατά το κοινώς λεγόμενο, «άδεια» από δυνάμεις, ιδέες και συναισθήματα. Στον Παναθηναϊκό, από την άλλη, η ευρωπαϊκή κούπα του ’24 και το άλλοθι του τραυματισμού του Ματίας Λεσόρ είχαν μετριάσει τη θλίψη για την ήττα στον ημιτελικό από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Φενέρμπαχτσε.
Ο πρώτος τελικός του ΟΑΚΑ επιβεβαίωσε εκείνη τη θεωρία. Το «τριφύλλι» έφτασε σε μία διαφορά 20 π., επικράτησε τελικά με το «σεμνό και ταπεινό» για την εικόνα του ματς 80-68, είχε το πλεονέκτημα έδρας και αντίκριζε απέναντι έναν αντίπαλο πληγωμένο. Οι ειδικοί πόνταραν πως ίσως η σειρά να τελείωνε και στο 3-0. Αν συνέβαινε αυτό, η μπασκετική λογική – κυρίως στα μέρη μας – θα επέτασσε πιθανή απόλυση του κόουτς Μπαρτζώκα, καθώς και ο ίδιος, με τη γλώσσα του σώματος αλλά και με δικά του λόγια («σκέφτηκα να αποχωρήσω μόνος μου, αν επηρεάζω την ενότητα της ομάδας») δεν είχε αποκλείσει το τέλος αυτού του κύκλου.
Οσα συνέβησαν στον δεύτερο αγώνα άλλαξαν όλα τα δεδομένα. Η παρουσία του ιδιοκτήτη της ΚΑΕ Παναθηναϊκός, Δημήτρη Γιαννακόπουλου στο ΣΕΦ «πυροδότησε» μία ένταση που έφτασε ως τα υπουργικά γραφεία, με την απειλή Βρούτση ότι θα βάλει «λουκέτο» στους αγώνες και θα ματαιώσει τους τελικούς. Ο προπονητής του Ολυμπιακού είδε την ομάδα του να γυρίζει την κατάσταση, κατέκτησε τον ελληνικό τίτλο με τρεις διαδοχικές νίκες και αυτό κράτησε τον Μπαρτζώκα στον πάγκο. Αυτό αποδείχθηκε ένα διπλό σημείο καμπής για την ομάδα του. Εκείνος έμεινε στη θέση του και φέτος οδήγησε τους «κόκκινους» στην κατάκτηση της Ευρωλίγκας.
Το άλλο κέρδος των «ερυθρόλευκων» ήταν η επανεμφάνιση στη σειρά με τους «πράσινους» του… άφαντου όλη την περασμένη σεζόν Τάιλερ Ντόρσεϊ. Ο ομογενής διεθνής γκαρντ φερόταν με το ένα πόδι στην πόρτα της εξόδου, λόγω και του υψηλού συμβολαίου του, ωστόσο η παρουσία του άλλαξε και αυτά τα δεδομένα, με αποτέλεσμα τη μεστή συνεισφορά του στο χάλκινο μετάλλιο της Εθνικής στο Ευρωμπάσκετ του 2025 και, στη συνέχεια, την εκπληκτική φετινή χρονιά του στην Ευρωλίγκα.
Το «πράσινο» κίνητρο και η ανάγκη για «μόνο μπάσκετ»
Στη «γωνιά» του ΟΑΚΑ προφανώς θα επιθυμούσαν οι φετινοί τελικοί να κρύβουν μία αντίστοιχη «ανταμοιβή» για τους ίδιους. Ο Παναθηναϊκός μπαίνει στη σειρά φορώντας τον «κόκκινο» μανδύα του ’25. «Λαβωμένος» από τον αποκλεισμό από το «δικό του» Final Four στην έδρα του, με συνοδεία της αγωνιστικής αστάθειας όλης της χρονιάς και, ας μην κρυβόμαστε, με φήμες και σενάρια αλλαγής προπονητή να «αιωρούνται» πάνω από τα κεφάλια του κόουτς Αταμάν και των παικτών του. Η εικόνα του «τριφυλλιού» δεν άλλαξε όταν έκαναν το ίδιο και οι καταστάσεις. Το «χρυσό» ρόστερ των σχεδόν 30 εκατ. ευρώ το έφερε μόλις στην 7η θέση της κανονικής περιόδου και απρόσμενα στην άχαρη διαδικασία του Play–In. Στο ματς νοκ άουτ με τη Μονακό στο ΟΑΚΑ δεν έδειξε κάτι διαφορετικό, παρά τη νίκη.
Οι εντυπωσιακές δύο νίκες στη Βαλένθια, στην αφετηρία των playoffs, αποδείχθηκαν «πυροτέχνημα». Οι Ισπανοί απάντησαν με δύο breaks και ολοκλήρωση της ανατροπής και προκρίθηκαν εκείνοι στο Final Four.
Στους τελικούς με τον Ολυμπιακό, οι παίκτες του κόουτς Αταμάν αναζητούν και αγωνιστική και πνευματική αφύπνιση. Μονάχα που όπως και στο Play-In με τη Μονακό δεν ήταν στον επιθυμητό για εκείνους βαθμό ετοιμότητας. Στην επιστροφή στην ελληνική πραγματικότητα, η εικόνα δεν διαφοροποιήθηκε. Οι «πράσινοι» συνάντησαν τον ΠΑΟΚ, τον οποίο κέρδισαν στην παράταση στην πρεμιέρα στην Αθήνα και με μεγάλη δυσκολία στο δεύτερο παιχνίδι στην Πυλαία. Το αναμενόμενο «νέο ξεκίνημα», με κίνητρο και, όπως λένε, «με το μαχαίρι στα δόντια», δεν εμφανίστηκε στις δύο αναμετρήσεις με τον «Δικέφαλο». Μετά το 1-0, ο Τούρκος προπονητής σχολίασε ότι «ήμαστε 12 ημέρες χωρίς αγώνα», για να δικαιολογήσει τον ρυθμό της ομάδας του. Ο ΠΑΟΚ, όμως είχε να παίξει τρεις εβδομάδες.
Το «τριφύλλι» εμφανίστηκε στο παρκέ με εμφανή την κατάσταση σοκ από τον αποκλεισμό από τη Βαλένθια, όπως ο Ολυμπιακός στον περσινό πρώτο τελικό. Ο Εργκίν Αταμάν χρειάστηκε να αφήσει στο παρκέ τον Σλούκα για 22:43, κι ας επέστρεφε από τραυματισμό. Παρότι χρησιμοποίησε δέκα παίκτες για περισσότερα από 13΄ (μόνο οι Σαμοντούροφ και Κουζέλογλου έπαιξαν από μόλις 0:18), είδε τον Τζέντι Οσμαν να παίζει 39΄ και τον Χέιζ-Ντέιβις άλλα 36΄. Στον πρώτο ημιτελικό, σε ματς 45΄ με παραγωγικότητα 114 π., ο Παναθηναϊκός είχε μόλις 18 ασίστ (29 ο ΠΑΟΚ), κάτι που επιβεβαιώνει έλλειψη δημιουργίας και ιδεών. Οι 21 π. του Λεσόρ σε 26΄ ήταν το κέρδος αποτελεσματικότητας, όμως οι 17 π. του Κέντρικ Ναν (αλλά με 1/7 τρίπ.) συνοδεύτηκαν από ένα κακό ματς του περσινού MVP της Ευρωλίγκας στη Θεσσαλονίκη, με 8 π. και 3/13 σουτ, όπου οι Οσμαν (29 π.), Λεσόρ, Γκραντ (από 15 π.) και Χέιζ-Ντέιβις (14 π.) υπέγραψαν το 2-0.
Στις μέρες της (ακόμη και επίσημης) καζούρας, που συχνά ένας τίτλος δεν είναι μόνο παράσημο του νικητή αλλά και ευχαρίστηση που «δεν τον κατέκτησε ο “απέναντι”», οι φετινοί τελικοί μπορεί να προσφέρουν ένα κέρδος πιο μακροπρόθεσμο, ακόμη και αν για τον Παναθηναϊκό προμηνύεται καλοκαίρι αλλαγών. Στη σειρά με τη Βαλένθια η μπόλικη κουβέντα δεν έκανε καλό.
Σε κάθε συνάντηση με τον «αιώνιο» αυτό μοιάζει αναπόφευκτο. Κάποια στιγμή, καλό θα ήταν να (ξανα)κυριαρχήσει η συζήτηση μόνο για το παιχνίδι.
