ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία ανακοινώνουν πυρηνική συμφωνία – Γιατί προκαλεί αντιδράσεις

ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία ανακοινώνουν πυρηνική συμφωνία – Γιατί προκαλεί αντιδράσεις

Η συμφωνία, η οποία αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα, Τετάρτη, έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Αξιωματούχοι στις ΗΠΑ προειδοποιούν ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να εμπιστεύεται το Ριάντ για τη χρήση πυρηνικής τεχνολογίας

6' 9" χρόνος ανάγνωσης

Η κυβέρνηση του Τραμπ αναμένεται να ανακοινώσει σήμερα, Τετάρτη, ότι κατέληξε σε συμφωνία για ευρεία πυρηνική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλούνται αμερικανικά Μέσα και το Reuters.

Η συμφωνία ενδέχεται να επιτρέψει στους Σαουδάραβες να εμπλουτίζουν το δικό τους πυρηνικό καύσιμο για την τροφοδοσία πυρηνικών αντιδραστήρων, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Η συμφωνία αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των δύο χωρών, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν δοκιμάζει τις διμερείς σχέσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά ότι η συμφωνία θα αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με πρώτο κερδισμένο τον όμιλο Westinghouse, ο οποίος σχεδιάζει πολλούς από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες που εξάγονται διεθνώς.

Εγκριση από το Κογκρέσο

Σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους, τους οποίους επικαλούνται οι New York Times, η συμφωνία θα υπογραφεί και θα ανακοινωθεί επισήμως σήμερα, Τετάρτη, ενώ αμέσως μετά θα παρουσιαστούν οι λεπτομέρειές της στο Κογκρέσο.

Παρότι εκτιμάται ότι θα τύχει της στήριξης πολλών Ρεπουμπλικανών, αρκετοί Αμερικανοί βουλευτές και γερουσιαστές, τόσο από το Ρεπουμπλικανικό όσο και από το Δημοκρατικό Κόμμα, καθώς και Ισραηλινοί αξιωματούχοι, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις.

Οι επικριτές φοβούνται ότι ένα πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας –για ειρηνικούς σκοπούς– θα μπορούσε μελλοντικά να κατευθυνθεί προς ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.

Η συμφωνία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης εδώ και χρόνια. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν είχε ενταχθεί σε ευρύτερο σχέδιο, το οποίο προέβλεπε και την επίσημη αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία.

Ωστόσο, μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, το σχέδιο «πάγωσε». Ο πρόεδρος Τραμπ επέλεξε να αποσυνδέσει τη συνεργασία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας από την αναγνώριση του Ισραήλ.

Η συμφωνία θα πρέπει να εξεταστεί από το Κογκρέσο, το οποίο, βάσει του Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας, έχει τη δυνατότητα να εγκρίνει ψήφισμα απόρριψής της. Στην πράξη, ωστόσο, θεωρείται πιθανό να τεθεί σε ισχύ, καθώς για να ανατραπεί θα απαιτείτο πλειοψηφία ικανή να υπερκεράσει ενδεχόμενο προεδρικό βέτο.

Παρά ταύτα, η συζήτηση στο Κογκρέσο αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονη. Για να εξασφαλίσει τη συναίνεση του διαδόχου του σαουδαραβικού θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο πρόεδρος Τραμπ αποδέχθηκε όρους που ενδέχεται να περιορίζουν τη δυνατότητα των διεθνών επιθεωρητών να πραγματοποιούν ελέγχους σε εγκαταστάσεις τις οποίες θεωρούν ύποπτες για πιθανή εκτροπή πυρηνικού καυσίμου προς στρατιωτική χρήση.

Παράλληλα, συμφώνησε ότι, μετά την ολοκλήρωση κοινής μελέτης με τη Σαουδική Αραβία για τη βιωσιμότητα παραγωγής πυρηνικού καυσίμου, το Ριάντ θα μπορεί να αποκτήσει το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας πλουτωνίου εντός της επικράτειάς του.

Διαπραγματεύσεις από τον Νοέμβριο

Η εφημερίδα Wall Street Journal ανέφερε χθες, Τρίτη, το βράδυ ότι ο πρόεδρος Τραμπ είχε ήδη εγκρίνει τη συμφωνία.

Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, τονίζοντας σε συνέντευξή του ότι αυτό θα συμβεί «χωρίς καμία αμφιβολία».

Το Ιράν διατηρεί πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο υποστηρίζει ότι εξυπηρετεί αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς. Ωστόσο, μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία του 2015, έπειτα από απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ το 2018, η Τεχεράνη προχώρησε στον εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα πολύ κοντά σε εκείνα που απαιτούνται για την κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Τον Ιούνιο του 2025 ο Τραμπ διέταξε τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να συμμετάσχουν μαζί με το Ισραήλ σε επιθέσεις κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, ενώ τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους ξεκίνησε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της χώρας.

Οι ηγέτες ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας συμφώνησαν να προχωρήσουν στη συνεργασία για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας κατά την επίσκεψη του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στον Λευκό Οίκο τον περασμένο Νοέμβριο.

Εκτοτε, Αμερικανοί και Σαουδάραβες αξιωματούχοι επεξεργάζονταν το τελικό σχέδιο, ενώ οι διαπραγματεύσεις φέρονται να ολοκληρώθηκαν τους τελευταίους μήνες, με στόχο την άμεση υποβολή του στο Κογκρέσο.

Η συμφωνία συνοδεύεται από δύο απόρρητες επιστολές. Η κυβέρνηση αναμένεται να υποστηρίξει ότι περιλαμβάνουν επιχειρηματικά στοιχεία και πληροφορίες εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, αρκετά μέλη του Κογκρέσου ενδέχεται να αρνηθούν να εγκρίνουν τη συμφωνία εάν το περιεχόμενό τους δεν δημοσιοποιηθεί.

Οι παραχωρήσεις προς τη Σ. Αραβία

Το πλαίσιο συνεργασίας που συμφωνήθηκε είναι γνωστό ως «Συμφωνία 123», ένας νομικά δεσμευτικός μηχανισμός που ρυθμίζει τη συνεργασία μεταξύ κρατών στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, με βασικό στόχο την αποτροπή διάδοσης πυρηνικών όπλων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συνάψει συνολικά 26 τέτοιες συμφωνίες με 51 κυβερνήσεις και με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.

Οι παραχωρήσεις του προέδρου Τραμπ προς τη Σαουδική Αραβία θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές. Σε αντίστοιχη συμφωνία των Ηνωμένων Πολιτειών με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009, οι όροι ήταν αισθητά αυστηρότεροι.

Τα Εμιράτα αποδέχθηκαν ενισχυμένο καθεστώς επιθεωρήσεων από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας και παραιτήθηκαν από το δικαίωμα παραγωγής δικού τους πυρηνικού καυσίμου. Κάτι που ουσιαστικά απέκλεισε τη δυνατότητα να αναπτύξουν υποδομές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς.

Η συμφωνία εκείνη θεωρήθηκε επί σειρά ετών το «χρυσό πρότυπο» της διεθνούς πολιτικής μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Αν και η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι θα εφαρμοστούν άλλοι μηχανισμοί ελέγχου, όπως στενή αμερικανο-σαουδαραβική συνεργασία για την εποπτεία του προγράμματος, επικριτές επισημαίνουν ότι η νέα συμφωνία σηματοδοτεί σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τις πολιτικές που είχαν διαμορφωθεί επί των κυβερνήσεων Τζορτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα.

Κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο επιχειρηματίας και στενός συνεργάτης του Τόμας Μπάρακ είχε εισηγηθεί σχέδιο για την κατασκευή πυρηνικών σταθμών στη Σαουδική Αραβία από αμερικανικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της δικής του επενδυτικής εταιρείας.

Το σχέδιο δεν προχώρησε, κυρίως λόγω της άρνησης του Ριάντ να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους περί μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε επίσης διαπραγματευθεί συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, εντάσσοντάς την σε ευρύτερο σχέδιο εξομάλυνσης των σχέσεων του βασιλείου με το Ισραήλ.

Τον Απρίλιο του 2025, λίγο μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ συζήτησε την πρόταση με τον πρίγκιπα Μοχάμεντ κατά την επίσκεψή του στο βασίλειο, έξι μήνες πριν από τη συνάντηση του τελευταίου στην Ουάσιγκτον.

Διαφωνίες για τον πόλεμο στο Ιράν

Οι σχέσεις Τραμπ και Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δοκιμάστηκαν τον Μάιο εξαιτίας διαφωνιών σχετικά με τον πόλεμο κατά του Ιράν. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση του σαουδαραβικού εναέριου χώρου από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις για την προστασία εμπορικών δεξαμενόπλοιων στα Στενά του Ορμούζ.

Η νέα συμφωνία για την πυρηνική συνεργασία εκτιμάται ότι συμβάλλει στην αποκατάσταση της σταθερότητας στις σχέσεις των δύο χωρών.

Κατά την περίοδο της κυβέρνησης Μπάιντεν, οι δύο πλευρές συζητούσαν επίσης συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνεργασίας, η οποία η Σαουδική Αραβία επιθυμούσε να κυρωθεί από τη Γερουσία, ώστε να δεσμεύει και μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις. Η πρόταση αυτή δεν προχώρησε.

Αντί αυτής, ο πρόεδρος Τραμπ και ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν κατέληξαν σε κατ’ αρχήν συμφωνία για πιο περιορισμένη αμυντική συνεργασία, η οποία περιλαμβάνει και την πώληση προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών F-35 στη Σαουδική Αραβία, χωρίς όμως να λάβει τη μορφή διεθνούς συνθήκης.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, η Σαουδική Αραβία βασίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για την προμήθεια αναχαιτιστικών πυραύλων αεράμυνας απέναντι στις ιρανικές επιθέσεις.

Παράλληλα, ωστόσο, Σαουδάραβες αξιωματούχοι εξακολουθούν να εκφράζουν ανησυχίες ότι η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή, και ιδιαίτερα η στενή συνεργασία της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ, αυξάνει τους κινδύνους για το βασίλειο και τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου.

Για τον λόγο αυτόν, το Ριάντ επιδιώκει ταυτόχρονα τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Οι δύο χώρες αποκατέστησαν τις διπλωματικές τους σχέσεις το 2023, στο πλαίσιο συμφωνίας για την οποία διαμεσολάβησε η Κίνα.

Με πληροφορίες από NYT, WSJ, Reuters

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT