Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, σύμμαχοι της Ουάσιγκτον, εμφανίζονται ολοένα και πιο απογοητευμένες από την κλιμάκωση των συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς ο πόλεμος απειλεί τόσο την εθνική τους ασφάλεια όσο και τις οικονομίες τους.
Η δυσαρέσκειά τους αποτυπώνεται στις διαφορετικές απόψεις που επικρατούν σχετικά με τα επόμενα βήματα που θα πρέπει να ακολουθήσει η κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, θα πρέπει να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αναπτύσσοντας χερσαίες δυνάμεις σε περιοχές του Ιράν, ενδεχομένως καταλαμβάνοντας το στρατηγικής σημασίας νησί Χαργκ, από όπου πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Οι ίδιοι εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία δεν πρόκειται να υποχωρήσει ούτε να χαλαρώσει τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, εάν οι ΗΠΑ δεν υιοθετήσουν πιο επιθετική στρατηγική. Διαφορετικά, προειδοποιούν, η περιοχή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση χαμηλής έντασης, η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει για μήνες, αποθαρρύνοντας επενδυτές και τουρίστες.
«Οι ΗΠΑ πρέπει να εντείνουν την πίεση ώστε να επιτύχουν αποκλιμάκωση», δήλωσε ο Ντέιβιντ Σένκερ, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης για τη Μέση Ανατολή κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ και συνεργάτης, πλέον, του ινστιτούτου Washington για την πολιτική στην Εγγύς Ανατολή. Οπως ανέφερε, «πρέπει να γίνει “κάτι παραπάνω”, γιατί η σημερινή δυναμική δεν πρόκειται να αναγκάσει το Ιράν να κάνει παραχωρήσεις, ούτε για τα Στενά του Ορμούζ ούτε για το πυρηνικό του πρόγραμμα».
Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι ο Τραμπ διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με τους ηγέτες της περιοχής και πως η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τα κράτη του Κόλπου από την έναρξη του πολέμου. Κατά τον ίδιο, οι επιθέσεις του Ιράν εναντίον γειτονικών χωρών αποδεικνύουν ότι η Τεχεράνη ενεργεί με επικίνδυνη απερισκεψία και δεν μπορεί να της επιτραπεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Ο Τραμπ προαναγγέλλει μακρά σύγκρουση
Την Τρίτη, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι ο πόλεμος ενδέχεται να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Αν αποχωρούσαμε αύριο, θα είχαμε σημειώσει μια μεγάλη επιτυχία. Αλλά δεν φεύγουμε αύριο», δήλωσε στους δημοσιογράφους κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Λιβάνου.
Δεν συμμερίζονται όμως όλες οι χώρες του Κόλπου την άποψη περί στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ορισμένες, μεταξύ των οποίων και το Κατάρ, που διαδραματίζει μαζί με το Πακιστάν πρωταγωνιστικό ρόλο στις προσπάθειες διαμεσολάβησης, ζητούν άμεση αποκλιμάκωση, προκειμένου να αποφευχθεί η επιστροφή στην ένταση του Μαρτίου και των αρχών Απριλίου, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδιζαν ιρανικές πόλεις και η Τεχεράνη απαντούσε με χιλιάδες πυραύλους και drones σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου.
Η διαφοροποίηση αυτή σηματοδοτεί αλλαγή σε σχέση με τις εβδομάδες που προηγήθηκαν της προσωρινής συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν στα μέσα Ιουνίου, όταν οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου εμφανίζονταν ενωμένες υπέρ της διπλωματικής επίλυσης της κρίσης. Η κοινή αυτή στάση κατέρρευσε μετά την αναζωπύρωση των συγκρούσεων και την αλληλοκατηγορία Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για την αποτυχία εφαρμογής του μνημονίου κατανόησης.
Επιθέσεις σε κράτη του Κόλπου
Το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν έχουν δεχθεί σφοδρές ιρανικές επιθέσεις, ενώ στο στόχαστρο έχει βρεθεί και η Ιορδανία. Στο Κουβέιτ, πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλήξει εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, ενώ οι αεροπορικές πτήσεις διακόπτονται συχνά. Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν δει δεξαμενόπλοιά τους να δέχονται επιθέσεις κοντά στα Στενά του Ορμούζ, ενώ το Ιράν έχει εξαπολύσει πυρά και προς το Ομάν και το Ιράκ.
Ο πόλεμος, τον οποίο τα πλούσια κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου είχαν προειδοποιήσει την Ουάσιγκτον να αποφύγει, έχει ενισχύσει τις αμφιβολίες τους για την ικανότητα των ΗΠΑ να προστατεύσουν τους συμμάχους τους. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες κυβερνήσεις εξετάζουν πλέον την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας τους με ευρωπαϊκές χώρες.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ εμφανίζεται ολοένα και πιο εκνευρισμένος με την ιρανική ηγεσία, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών την τελευταία εβδομάδα στην Ιορδανία και το Ιράκ και την εξαφάνιση ακόμη ενός. Παράλληλα, η Τεχεράνη συνεχίζει να επιτίθεται σε πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, αψηφώντας τις αμερικανικές απειλές για εντατικοποίηση των αεροπορικών βομβαρδισμών.
Δύσκολες επιλογές για την Ουάσιγκτον
Ο Λευκός Οίκος βρίσκεται αντιμέτωπος με ιδιαίτερα δύσκολα διλήμματα. Η αποστολή χερσαίων δυνάμεων ή μια επιχείρηση κατάληψης του νησιού Χαργκ θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη πιο σφοδρά ιρανικά αντίποινα, να εκτινάξει περαιτέρω τις τιμές του πετρελαίου και να εκθέσει εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες σε άμεσες επιθέσεις, οι οποίες θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αναχαιτιστούν.
Παράλληλα, η αγανάκτηση των χωρών του Κόλπου εντείνεται καθώς η κίνηση στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζει να υποχωρεί. Πολλοί περιφερειακοί αξιωματούχοι αμφιβάλλουν ότι η θαλάσσια οδός θα επαναλειτουργήσει πλήρως στο άμεσο μέλλον.
«Ο κόσμος είναι απογοητευμένος και θυμωμένος», δήλωσε ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνεϊ. «Δεν εκφράζονται όμως δημόσια, επειδή όλοι προσπαθούν να διαχειριστούν τη σχέση τους με τον Τραμπ. Θέλουν να ξαναρχίσουν οι εξαγωγές πετρελαίου και οι οικονομίες τους να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Η κατάσταση έχει γίνει εξαιρετικά αγχωτική».
Πίεση για ευρωπαϊκή εμπλοκή
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συγκαταλέγονται στις χώρες που επιμένουν περισσότερο στην ανάγκη διατήρησης ανοικτών των Στενών του Ορμούζ. Μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ εξακολουθούν να αποστέλλουν πετρελαιοφόρα μέσω της περιοχής, συχνά όμως με απενεργοποιημένα τα συστήματα δορυφορικού εντοπισμού ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος.
Σύμφωνα με πηγές, το Αμπού Ντάμπι επιθυμεί οι ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο και να ξεκινήσουν αποστολή εκκαθάρισης ναρκών, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες ασφαλείας. Την περασμένη εβδομάδα, αξιωματούχοι των ΗΑΕ συζήτησαν το θέμα με Ευρωπαίους ομολόγους τους.
Σε ανακοίνωσή του στις 18 Ιουλίου, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΑΕ ζήτησε «άμεσο τερματισμό της κλιμάκωσης» και επιστροφή στις διαπραγματεύσεις, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της ασφαλούς και απρόσκοπτης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Οικονομικές επιπτώσεις
Την ίδια ώρα, ο πόλεμος έχει βυθίσει στην αβεβαιότητα τις οικονομικές προοπτικές μιας περιοχής που αξιοποίησε τα έσοδα από το πετρέλαιο για να εξελιχθεί σε μία από τις πλουσιότερες του κόσμου.
Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ επενδύουν πλέον δυναμικά σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα hedge funds και ο τουρισμός, θεωρώντας τη σταθερότητα απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους.
Ωστόσο, η σύγκρουση και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρό πλήγμα, αναγκάζοντας τις χώρες να περιορίσουν σημαντικό μέρος των εξαγωγών τους και οδηγώντας σε εκτίναξη των δημοσιονομικών τους ελλειμμάτων.
Παρότι οι ηγέτες του Κόλπου είχαν υποδεχθεί θετικά το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη τον προηγούμενο μήνα, εξέφραζαν επιφυλάξεις ότι θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράν τεράστια οικονομικά οφέλη, μέσω της άρσης κυρώσεων, της αποδέσμευσης παγωμένων κεφαλαίων και της δημιουργίας ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, καμία από τις έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου δεν σχεδιάζει προς το παρόν να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση αυτού του ταμείου.
Αξιωματούχοι της περιοχής εμφανίζονται ιδιαίτερα ενοχλημένοι από την ιδέα ότι θα κληθούν ουσιαστικά να χρηματοδοτήσουν την αποκατάσταση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τη στιγμή που οι ίδιες οι χώρες τους έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τις ιρανικές επιθέσεις.
«Οι χώρες του Κόλπου είναι απογοητευμένες, αλλά δεν διαθέτουν τη δύναμη να σταματήσουν καμία από τις δύο εμπόλεμες πλευρές», δήλωσε ο Αλί Βάεζ, διευθυντής του Iran Project στο International Crisis Group.

