Με τα ρεκόρ θερμοκρασίας στη δυτική Ευρώπη να καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο την περασμένη εβδομάδα, η κοινή γνώμη και η πολιτική τάξη της Γηραιάς Ηπείρου έλαβαν μία χρήσιμη υπενθύμιση: το να αγνοείς το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, δεν θα το κάνει να εξαφανιστεί.
Το 2025, το τρίτο πιο θερμό έτος στα χρονικά, η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας έφτασε στον 1,4 βαθμό Κελσίου από την αρχή της βιομηχανικής εποχής. Η Συμφωνία των Παρισίων του 2015 έθετε την αύξηση κατά 1,5 βαθμό ως όριο ασφαλείας για την αποτροπή ακραίων μορφών κλιματικής αλλαγής.
Η στροφή
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, θεωρεί την κλιματική κρίση «απάτη». Από τη στιγμή που επέστρεψε στο Οβάλ Γραφείο, κάνει ό,τι μπορεί για να υπονομεύσει την ενεργειακή μετάβαση των ΗΠΑ και να πριμοδοτήσει τα ορυκτά καύσιμα. Μεταξύ άλλων, απέσυρε για δεύτερη φορά τη χώρα του από τη Συμφωνία των Παρισίων.
Ηδη πριν από τη δεύτερη εκλογική του νίκη, η ευρωπαϊκή Δεξιά είχε αρχίσει να στρέφεται κατά των –διεθνώς προωθημένων– μέτρων της Ε.Ε. για τον μηδενισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Ιδιαίτερα από το 2023, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, επικαλούμενο το αυξημένο κόστος ζωής, είτε την επίδρασή τους στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, έχει συμμαχήσει επανειλημμένως με τις ομάδες της Ακροδεξιάς για την άμβλυνση των μέτρων καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.
Κύματα καύσωνα – «Ο πλανήτης θερμαίνεται σταθερά (περίπου 0,3 βαθμό Κελσίου ανά δεκαετία), επομένως οι βασικές θερμοκρασίες γίνονται όλο και πιο ζεστές. Τα κύματα καύσωνα είναι πιο συχνά και διαρκούν περισσότερο», λέει στην «Κ» ο Μάικλ Μαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.
Διαδοχικές κρίσεις, από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έως τον πόλεμο στον Περσικό και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχουν αναδείξει τη ζωτική σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και της μείωσης της εξάρτησης από το πετρέλαιο και το αέριο. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, ο οικονομικός τους αντίκτυπος έχει δυσχεράνει την προσήλωση των κρατών-μελών στους ευρωπαϊκούς κλιματικούς στόχους.
Η «Κ» επικοινώνησε με κορυφαίους επιστήμονες που μελετούν το κλίμα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για να διερευνήσει τον βαθμό ανησυχίας τους για την εξέλιξη της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τον βαθμό προτεραιότητας που δίνουν οι κυβερνήσεις στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις
Ξεκινώντας με τα επιστημονικά: ρωτήσαμε τον Μάικλ Μαν, διακεκριμένο καθηγητή στο Τμήμα Επιστημών της Γης και του Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, πώς συνδέεται ο καύσωνας στη δυτική Ευρώπη με την αλλαγή του κλίματος.
«Πρώτα απ’ όλα, ο πλανήτης θερμαίνεται σταθερά (περίπου 0,3 βαθμό Κελσίου ανά δεκαετία), επομένως οι βασικές θερμοκρασίες γίνονται όλο και πιο ζεστές. Τα κύματα καύσωνα είναι πιο συχνά και διαρκούν περισσότερο», απαντά. Ο ίδιος εκτιμά πως «οι κλιματολόγοι τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο της ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης του πλανήτη στην πρόκληση καυσώνων».
O Πέτερ Ντίτλεβσεν, καθηγητής στο Ινστιτούτο Niels Bohr του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, έγινε ευρύτερα γνωστός προ τριετίας για την προειδοποίησή του, σε έρευνα που εκπόνησε μαζί με την αδελφή του, Σούζαν, για τον κίνδυνο κατάρρευσης του Ρεύματος του Κόλπου (Gulf Stream) στον Βόρειο Ατλαντικό. Παλαιότερες εκτιμήσεις τοποθετούσαν την πιθανή κατάρρευση του ρεύματος που μεταφέρει ζεστά νερά από την τροπική ζώνη στην Αρκτική –που φέρει το ακρωνύμιο AMOC (Atlantic Meridional Overturning Circulation)– στον 22ο αιώνα.
«Αλάσκα» στην Ευρώπη – Το ρεύμα AMOC, που μεταφέρει ζεστά νερά από την τροπική ζώνη στην Αρκτική, σύμφωνα με την έρευνα των αδελφών Ντίτλεβσεν, μπορεί να καταρρεύσει πριν από το τέλος του αιώνα μας. Εάν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, το κλίμα στη δυτική Ευρώπη θα γίνει παρόμοιο με αυτό της Αλάσκας.
Σύμφωνα με την έρευνα των αδελφών Ντίτλεβσεν, η ανατροπή αυτή θα γίνει πολύ πιο άμεσα, πριν από το 2095. Η κατάρρευση του AMOC θα προκαλέσει ψύχρανση του κλίματος στο βόρειο ημισφαίριο, με το κλίμα στη δυτική Ευρώπη να γίνεται παρόμοιο με αυτό της Αλάσκας και πιο έντονη υπερθέρμανση στον Νότο.
«Εξακολουθώ να ανησυχώ», τονίζει στην «Κ» ο Πέτερ Ντίτλεβσεν στην «Κ». «Αφότου δημοσιεύθηκε η εργασία μας το 2023, οι προσομοιώσεις κλιματικών μοντέλων δείχνουν όλο και περισσότερο ότι η διακοπή λειτουργίας του AMOC μπορεί να συμβεί σε ένα σενάριο με μεγαλύτερες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα και πιο ζεστές θερμοκρασίες».

Φταίει η πολιτική;
Πόσο μεγάλη ζημιά έχουν προκαλέσει οι πολιτικές της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ στον παγκόσμιο αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής; Πόσο εύκολα αναστρέψιμη θα είναι αυτή η ζημιά; «Η ζημιά είναι σίγουρα πολύ μεγάλη εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες», υπογραμμίζει ο Μάικλ Μαν – από τις πιο μαχητικές φωνές στη χώρα του κατά της άρνησης της κλιματικής αλλαγής. «Αλλά ο υπόλοιπος κόσμος –η Κίνα, αλλά και τα ευρωπαϊκά κράτη– κάνει σημαντική πρόοδο. Οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να καθορίσουν τις εξελίξεις. Μπορούν απλά να αποφασίσουν αν θα επιβιβαστούν στο τρένο ή αν θα μείνουν πίσω στον σταθμό όσον αφορά τη μεγάλη οικονομική επανάσταση αυτού του αιώνα: τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια».
Ο Πέτερ Ντίτλεβσεν, από την πλευρά του, βλέπει μια θετική πλευρά στον πόλεμο που έχει κηρύξει ο Τραμπ ειδικά κατά της αιολικής ενέργειας, με εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες για δανικές εταιρείες του κλάδου που έχουν επενδύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ο Τραμπ δεν πολεμά τις ανεμογεννήτριες επειδή νοιάζεται για τα πουλιά ή για τις φάλαινες. Το κάνει για να βοηθήσει την πετρελαιοβιομηχανία. Το γεγονός ότι η πετρελαιοβιομηχανία μπορεί να χρειάζεται βοήθεια για να ανταγωνιστεί τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι πραγματικά καλό νέο! Σημαίνει ότι οι ΑΠΕ είναι πράγματι ανταγωνιστικές έναντι της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, γεγονός που είναι θετικό για την πράσινη μετάβαση».
Το «μπλοκ»του πετρελαίου
Ο Μαν δηλώνει «ανήσυχος» και για τις εξελίξεις στην Ευρώπη στον τομέα της κλιματικής πολιτικής – θεματική την οποία έχει αναπτύξει σε βιβλία του όπως το «The New Climate War» και, πιο πρόσφατα, το «Science Under Siege» (εκδόσεις Public Affairs, 2025), γραμμένο μαζί με τον Πίτερ Χότεζ. Οπως αναφέρει στην «Κ» ο φημισμένος κλιματολόγος, η νέα διστακτικότητα των Ευρωπαίων «μπορεί να αποδοθεί σε μια εκστρατεία επιρροής από συμφέροντα ορυκτών καυσίμων και “πετρο-κράτη” όπως η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία». Τα συμφέροντα αυτά «έχουν εργαλειοποιήσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον ευρύτερο δημόσιο διάλογο και έχουν συμβάλει στην εκλογή διεφθαρμένων πολιτικών τους οποίους έχουν χρηματοδοτήσει, στο όνομα της διατήρησης της εξάρτησης του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα».
Ο Ντίτλεβσεν παραδέχεται ότι «θα χρειαστεί αγώνας για να παραμείνουμε εντός των στόχων» για τη μείωση των εκπομπών στην Ε.Ε. Από την οπτική της πολιτικής και της οικονομίας, σημειώνει ο Δανός επιστήμονας, «είναι θετικό που το Διακυβερνητικό Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή δεν θεωρεί πλέον ρεαλιστικό σενάριο για το μέλλον των εκπομπών το RCP 8,5 (σ.σ.: πρόκειται για το σενάριο που προέβλεπε ότι χωρίς ουσιώδη μέτρα μείωσης των ρύπων η παγκόσμια θερμοκρασία θα αυξηθεί από 3,5 έως 5,5 βαθμούς Κελσίου το 2100]. Αυτό δείχνει ότι, σε κάποιο βαθμό, η Συμφωνία των Παρισίων λειτουργεί. Η πρόβλεψή μας για κατάρρευση του AMOC βασιζόταν σε ένα σενάριο πολιτικής business as usual, παρεμφερές με το RCP 8,5».
«Από την οπτική της επιστήμης, ωστόσο, θεωρώ ότι είναι λάθος να μην κρατήσουμε το σενάριο αυτό», συνεχίζει. «Οχι γιατί είναι το πιο πιθανό, αλλά για να μπορούμε να συγκρίνουμε τι προκύπτει από τα μοντέλα των νέων και των παλαιότερων προσομοιώσεων».
Γιατί, ξεκινώντας από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, παρατηρούμε συνεχώς να εκτοπίζεται η κλιματική αλλαγή από την κορυφή των προτεραιοτήτων των κυβερνήσεων; «Οντως, η κλιματική κρίση φαίνεται να είναι πάντα το δεύτερο πιο σημαντικό ζήτημα, πίσω από κάτι πιο επείγον», επισημαίνει ο καθηγητής του Ινστιτούτου Niels Bohr. «Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι είναι δυσεπίλυτο πρόβλημα, που δεν επιδέχεται λύσεις εντός ενός εκλογικού κύκλου».

