Ο Λόουελ Μπέργκμαν, 80 ετών πλέον και τυπικά συνταξιούχος, παραμένει πολύ δραστήριος. Η εμμονή του τα τελευταία χρόνια, μετά τη συνταξιοδότησή του από το Graduate School of Journalism στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ το 2019, είναι η απροθυμία των ΗΠΑ να επιβάλουν οποιοδήποτε ρυθμιστικό πλαίσιο στη λειτουργία των κολοσσών της ψηφιακής τεχνολογίας, της διαβόητης Big Tech – ένα θέμα στο οποίο επανήλθε επανειλημμένως στη μιάμιση ώρα της κουβέντας του με την «Κ».
O Μπέργκμαν είναι ένας ζωντανός θρύλος της αμερικανικής δημοσιογραφίας. Αρχισε να χτίζει την καριέρα του αμέσως μετά τα φοιτητικά χρόνια του στο Μπέρκλεϊ, όπου είχε καθηγητή τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ξεκίνησε ιδρύοντας μια εναλλακτική εφημερίδα, τη San Diego Street Journal, το 1969. «Βγάλαμε πολλές ειδήσεις, γιατί δεν υπήρχε άλλος ειδησεογραφικός οργανισμός στην πόλη», θυμάται.
Η σταδιοδρομία του
Εργάστηκε ή συνεργάστηκε με πολλά από τα μεγαλύτερα αμερικανικά Μέσα, αλλά είναι πιο γνωστός για τη θητεία στο «60 Minutes», στην ερευνητική εκπομπή-σημαία του CBS News, στην ομάδα της οποίας εντάχθηκε το 1983. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ήταν ο παραγωγός περισσότερων από 50 ρεπορτάζ, με θέματα τη μαφία, διεθνείς εμπόρους όπλων, κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών με την εμπλοκή της CIA και άλλα πολλά. Το 1993 εξασφάλισε τις πρώτες τηλεοπτικές συνεντεύξεις της ηγεσίας της Χεζμπολάχ σε αμερικανικό δίκτυο.
Το 1995 ανακάλυψε τον Τζέφρι Γουάιγκαντ, τον πρώτο υψηλά ιστάμενο πληροφοριοδότη από τις τάξεις της καπνοβιομηχανίας που αποκάλυψε τις πρακτικές με τις οποίες έκαναν τα τσιγάρα πιο εθιστικά. Το πολύκροτο ρεπορτάζ αποτέλεσε αντικείμενο σύγκρουσης με τη διοίκηση του CBS News και την ιδιοκτησία του δικτύου και οδήγησε τελικά στην παραίτησή του το 1998. Η υπόθεση αποτελεί το αντικείμενο της συναρπαστικής ταινίας «The Insider» του Μάικλ Μαν, με τον Αλ Πατσίνο στο ρόλο του Μπέργκμαν.
Αυτές τις ημέρες το «60 Minutes» περνάει τη μεγαλύτερη κρίση στα 58 χρόνια ζωής της εκπομπής. Τις τελευταίες εβδομάδες απολύθηκε η διευθύνουσα παραγωγός και αντικαταστάθηκε από τον Νικ Μπίλτον, έναν δημοσιογράφο θεμάτων τεχνολογίας με μηδενική εμπειρία στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, ενώ δεν ανανεώθηκαν τα συμβόλαια δύο προβεβλημένων δημοσιογράφων.
Στις 2 Ιουνίου, έπειτα από μια συγκρουσιακή σύσκεψη στην οποία μεταξύ άλλων κατηγόρησε την Μπάρι Γουάις, τη νέα διευθύντρια του CBS News, ότι «δολοφονεί» την εκπομπή, απολύθηκε και ο Σκοτ Πέλεϊ, παρουσιαστής με θητεία 37 ετών στο «60 Minutes». Ο Πέλεϊ στη συνέχεια κατηγόρησε δημοσίως τη Γουάις για αθέμιτες παρεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών ώστε να είναι λιγότερο επικριτικές απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ.
Η Γουάις, η οποία επίσης –όπως και ο Μπίλτον– δεν έχει τηλεοπτική εμπειρία, διορίστηκε στη θέση της από τον Ντέιβιντ Ελισον, η εταιρεία του οποίου, η Skydance, εξαγόρασε πέρυσι την Paramount (την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του CBS News). H Skydance Paramount επικράτησε προ μηνών στη μάχη για την εξαγορά της Warner Brothers Discovery, στην οποία ανήκει και το CNN. Ο Ελισον αναμένει τώρα το πράσινο φως από το υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ για να ολοκληρωθεί η συμφωνία, ύψους 111 δισ. δολαρίων.
Ο Μπέργκμαν ήταν από τους συνυπογράφοντες μιας ανοιχτής επιστολής προς την οικογένεια Ελισον (ο πατέρας του Ντέιβιντ, Λάρι Ελισον, είναι ο συνιδρυτής της Oracle, από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον πλανήτη – και σταθερός υποστηρικτής του Τραμπ και του Μπέντζαμιν Νετανιάχου).
«Τους γράψαμε ότι αυτό που αγόρασαν (σ.σ.: το CBS News) δεν είναι μια απλή εταιρεία – είναι δημόσια κληρονομιά», λέει ο Μπέργκμαν στην «Κ». «Οτι παίζουν με τη φωτιά διαχειριζόμενοι το πιο επιτυχημένο ειδησεογραφικό πρόγραμμα στην Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οτι πρέπει να προστατεύσουν τα στάνταρ της εκπομπής. Οτι έκαναν μια πολύ μεγάλη επένδυση για να αγοράσουν την εταιρεία και ότι θα καταλήξει να τους κοστίσει πανάκριβα η εκπαίδευση (των νέων στελεχών), γιατί προσέλαβαν άτομα που δεν έχουν ιδέα τι κάνουν. Ισως συμβάλαμε στη συνάντηση που είχε ο Ντέιβιντ Ελισον με μία εκ των ανταποκριτών (σ.σ.: τη Λέσλι Σταλ), όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεσμεύθηκε να σεβαστεί τη δημοσιογραφική ανεξαρτησία των συντελεστών».
Θα γίνουν εκλογές; Του δόθηκε νομική ασυλία από το Ανώτατο Δικαστήριο. Και τώρα έχει θέσει το ερώτημα, για πρώτη φορά από την εποχή του Εμφυλίου, αν θα γίνουν ή όχι εκλογές. Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χάνει ποτέ, μας το έχει ήδη πει αυτό.
«Διατάζει και υπακούουν»
«Δεν χρειάζεται να είσαι ερευνητικός δημοσιογράφος για να καταλάβεις τι συμβαίνει (με το “60 Minutes”)», σχολιάζει ο Μπέργκμαν. «Ειδικά στην εποχή του Τραμπ. Αφορά τη συμφωνία που θέλουν να κάνουν (οι νέοι ιδιοκτήτες του CBS News) με τη Warner Brothers. Ως αποτέλεσμα, ο Τραμπ διατάζει κι αυτοί υπακούουν. Επειδή ελέγχει το ένα και το άλλο. Του δόθηκε νομική ασυλία από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο του έδινε οτιδήποτε ζητούσε. Και τώρα έχει θέσει το ερώτημα, για πρώτη φορά από την εποχή του Εμφυλίου, αν θα γίνουν ή όχι εκλογές. Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χάνει ποτέ, μας το έχει ήδη πει αυτό».
Αρα, αν χάσει, θα είναι λόγω νοθείας –όπως ισχυρίστηκε και για το 2020–, σημειώνω. «Ακριβώς! Είναι κάτι που το λέει ξανά και ξανά. Και αυτά που λέει γίνονται ολοένα και πιο ακραία. Και ναι μεν ολοένα και λιγότεροι Αμερικανοί θεωρούν ότι κάνει καλή δουλειά ως πρόεδρος, αλλά έχει τοποθετήσει αρκετούς ανθρώπους σε καίριες θέσεις και έχει προετοιμάσει με τέτοιο τρόπο τα πράγματα που μπορεί να καταλήξουμε να μην έχουμε εκλογές».
Φυσικά, συνεχίζει, «μπορεί να μην τα καταφέρει. Δεν τα κατάφερε το 2020, παρότι εκπόρθησε το Καπιτώλιο. Αλλά, ξέρετε, έδωσε χάρη σε όλους αυτούς τους ανθρώπους (που εισέβαλαν στο Καπιτώλιο). Αυτό που είναι εκπληκτικό με την όλη κατάσταση είναι ότι δεν πρόκειται για ένα πραξικόπημα που προετοιμάζεται στα κρυφά. Αν κάποιοι επιχειρούσαν στη Ρωσία να ανατρέψουν τον Πούτιν, δεν θα έβγαιναν δημοσίως να το ανακοινώσουν. Θα γινόταν μυστικά. Εδώ έχουμε κάτι τελείως διαφορετικό».
Ο Μπέργκμαν, που έχει ασχοληθεί εις βάθος με τη ρύθμιση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και στη συνέχεια του Διαδικτύου και τον ρόλο τους στην πολιτική από την εφεύρεση του ραδιοφώνου έως σήμερα, στρέφει τη συζήτηση στη δεκαετία του 1930. «Πώς η Γερμανία –με το μεγαλύτερο ποσοστό αλφαβητισμού στον κόσμο, τους περισσότερους νομπελίστες, το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό κόμμα στον κόσμο, μια κοινωνία που είχε αφομοιώσει τους Εβραίους– έπεσε στα χέρια των ναζί; Η απάντηση του Γκέμπελς ήταν: το ραδιόφωνο, που επέτρεψε την απευθείας επαφή με τις μάζες».
Η reality προεδρία
Πώς, λοιπόν, θα έπρεπε τα ΜΜΕ να διαχειριστούν ένα φαινόμενο σαν τον Τραμπ; Το λάθος, λέει, είναι ότι «τον αντιμετωπίζουν σαν να είναι ένας φυσιολογικός πρόεδρος. Αλλά συμπεριφέρεται όπως κανένας άλλος πρόεδρος. Το βασικό που επιδιώκει είναι να βρίσκεται το επίκεντρο της προσοχής – θέλει τα μάτια μας πάνω του, όπως το Meta θέλει να κοιτάζουμε τις σελίδες των δικτύων του. Είναι μια χαρισματική, μοναδική φιγούρα, που όμως δεν ήταν επιτυχημένος στον πραγματικό κόσμο. Είχε χρήματα από τον πατέρα του, κι όμως χρεοκόπησε έξι φορές. Αλλά έπαιξε τον δισεκατομμυριούχο σε ένα reality show».
Ο Μπέργκμαν προσθέτει ότι είναι χαρακτηριστικό των αυταρχικών καθεστώτων να κανονικοποιούν ακραία ρητορική και συμπεριφορές μέσω της επανάληψης – κάτι που κάνει κατά κόρον ο Τραμπ. Η απροθυμία των συστημικών ΜΜΕ να αναδείξουν πόσο ακραία είναι κάποια από αυτά που λέει, έχει δημιουργήσει ένα νέο όρο στο αμερικανικό πολιτικό λεξικό: sanewashing. «Μπορεί να πει το πιο φαιδρό πράγμα, που να μην έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα – και οι New York Times πάλι θα τον κάνουν πρωτοσέλιδο», σχολιάζει.
Η αγωγή κατά του CBS
Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του 2024, ο Τραμπ κατέθεσε αγωγή κατά του CBS News για συνέντευξη της Κάμαλα Χάρις στο «60 Minutes» που ισχυρίστηκε ότι μονταρίστηκε για να βελτιώσει την εικόνα της. Τον επόμενο Ιούλιο, λίγο πριν από την εξαγορά της από τη Skydance του υιού Ελισον, η Paramount δέχτηκε να καταβάλει στον Τραμπ 16 εκατ. δολάρια στο πλαίσιο συμβιβασμού – παρότι κανένας σοβαρός νομικός δεν θεωρούσε ότι η αγωγή είχε βάση. Hταν η αρχή της κρίσης για την εκπομπή, που μοιάζει διαρκώς να επιδεινώνεται. Ρώτησα τον Μπέργκμαν πώς συγκρίνει τη λογοκρισία που υπέστη ο ίδιος ως παραγωγός στην υπόθεση με την καπνοβιομηχανία με τα σημερινά βάσανα του «60 Minutes».
Η κρίσιμη αλλαγή, λέει, έχει να κάνει με τον Τραμπ. «Του δόθηκε ασυλία», επαναλαμβάνει, και συνεχίζει: «Μετέτρεψε το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως πάντα επιθυμούσε, σε προσωπικούς δικηγόρους του, και αυτός και οι άνθρωποί του τώρα χρησιμοποιούν την εξουσία της προεδρίας και των ελεγκτικών αρχών βασικά για να εκβιάζουν επιχειρήσεις και άτομα. Δεν είναι πλέον θέμα συκοφαντικής δυσφήμησης ή όχι».
Επανέρχεται, όμως, στη συνέχεια στο διαχρονικό ζήτημα της δυσκολίας διεξαγωγής πραγματικών δημοσιογραφικών ερευνών για τα πεπραγμένα μεγάλων επιχειρήσεων. «Με ρώτησε ο Πατσίνο, στα γυρίσματα του “Insider”: “Ηταν η πρώτη φορά που έκοψαν ένα από τα ρεπορτάζ σου; Θα σου έχει ξανασυμβεί…”. Και μου είχε ξανασυμβεί – είχα σκεφθεί να παραιτηθώ πάνω από μία φορά. Μαθαίνεις, κάνοντας αυτή τη δουλειά, ότι υπάρχουν κάποια θέματα που δεν μπορείς να αγγίξεις, εκτός αν είσαι διατεθειμένος να χάσεις τη δουλειά σου. Πριν από την κυβέρνηση Τραμπ ήταν πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνες για δημόσια πρόσωπα, για πολιτικούς, για την αστυνομία κ.ο.κ., παρά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις. Οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί δεν θέλουν να βρεθούν στο στόχαστρο αντιπάλων με πολύ βαθιές τσέπες, που είναι διατεθειμένοι να στραφούν νομικά εναντίον τους παρότι γνωρίζουν ότι έχουν άδικο».
«Μπορείς να το κάνεις, και εγώ το έκανα – στο “60 Minutes”, αργότερα στο “Frontline” (σ.σ.: ειδησεογραφική εκπομπή του PBS) και στους New York Times. Αλλά τότε είχα τρεις δουλειές: στους New York Times, στο “Frontline” και στο πανεπιστήμιο. Με ρωτούσαν λοιπόν: “Γιατί κάνεις τρεις δουλειές ταυτόχρονα;”. “Γιατί μπορεί να απολυθώ κάποια στιγμή”, απαντούσα».

