Πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό. Πρώτα ήρθαν τα γεύματα και έπειτα η ονομασία των ωρών της ημέρας, καθώς οι άνθρωποι οργάνωσαν την καθημερινότητά τους με βάση το πότε τρώνε, αναφέρει σε άρθρο του ο ιστοχώρος Euronews. Οι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής, ωστόσο, καθιστούν τις ώρες των γευμάτων συχνά άστατες, ακανόνιστες ή ακόμη και ανύπαρκτες. Μια νέα έρευνα έρχεται τώρα να συνδέσει το «ακανόνιστο πρόγραμμα» του φαγητού μας με την ψυχική μας υγεία, η οποία όταν παραλείπουμε γεύματα ή τρώμε σε άτακτες ώρες μπορεί να επιδεινώνεται. Οι ώρες που γευματίζουμε επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία, όπως δείχνουν τα ευρήματα μιας νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Affective Disorders και επικαλείται ο ιστοχώρος Euronews. Σύμφωνα με αυτήν, τα ακανόνιστα προγράμματα γευμάτων σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης. Η έρευνα βασίστηκε στην ανάλυση δεδομένων από 21.568 ενήλικες που συνέλεξαν τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Νότιας Κορέας μέσα από μια εθνική έρευνα για την υγεία και τη διατροφή την περίοδο 2014-2022.
Προγενέστερες έρευνες είχαν δείξει ότι τα άτακτα διατροφικά μοτίβα αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης και άλλων προβλημάτων όπως είναι, για παράδειγμα, η παχυσαρκία και οι καρδιαγγειακές παθήσεις. Η νέα μελέτη διαπίστωσε ότι τα άτομα που δεν έτρωγαν τακτικά τα κύρια γεύματά τους είχαν αυξημένες κατά 55% πιθανότητες κατάθλιψης σε σύγκριση με εκείνα που ακολουθούσαν ένα πιο συνεπές πρόγραμμα διατροφής.
Διατροφική ποικιλομορφία
Οι ερευνητές, παράλληλα, διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη διατροφική ποικιλομορφία μείωνε τις επιπτώσεις ενός ακανόνιστου προγράμματος γευμάτων, ενώ η παράλειψη του πρωινού τις ενέτεινε. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις εντοπίστηκαν στους άνδρες, στους καπνιστές και σε όσους τρώνε αργά το βράδυ.
Η ασυνέπεια στις ώρες που τρώμε μπορεί να διαταράξει τους μεταβολικούς και συμπεριφορικούς ρυθμούς του σώματος, ρυθμούς που συνδέονται με τον κιρκάδιο ρυθμό – το εσωτερικό ρολόι του σώματος που διέπει τις βιολογικές διεργασίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έρευνα, αυτή η διαταραχή μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στα γονίδια που ρυθμίζουν τη διάθεση, οδηγώντας σε ορμονικές ανισορροπίες όπως η απορρυθμισμένη έκκριση μελατονίνης και κορτιζόλης και κατ’ επέκταση στη μείωση της συναισθηματικής «ανθεκτικότητας».
Η ακανόνιστη διατροφή συνδέεται επίσης συχνά με την ανεπάρκεια σε βασικά θρεπτικά συστατικά που σχετίζονται με τη ρύθμιση της διάθεσης, όπως η βιταμίνη Β, οι φυτικές ίνες και τα αντιοξειδωτικά. Από ψυχολογικής άποψης, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι το να τρώμε χωρίς πρόγραμμα μπορεί επίσης να φανερώνει αποδιοργάνωση στην καθημερινότητα ή κοινωνική απόσυρση, σημάδια που συνδέονται με την επιδείνωση της ψυχικής υγείας ή και την κατάθλιψη.

