Νέο κεφάλαιο για την ενίσχυση της τεχνολογικής της αυτονομίας επιχειρεί να ανοίξει η Κομισιόν, καθώς χθες παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες ένα ευρύ και αρκετά φιλόδοξο σχέδιο «τεχνολογικής κυριαρχίας», προκειμένου να μειωθούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις της Ευρωπαϊκής Eνωσης από τις ΗΠΑ και την Κίνα σε κρίσιμους τομείς της ψηφιακής οικονομίας.
Το πακέτο συγκεκριμένα περιλαμβάνει τη νέα εκδοχή του ευρωπαϊκού νόμου για τους ημιαγωγούς (Chips Act 2.0), τον Κανονισμό για την Ανάπτυξη Υποδομών Cloud και Τεχνητής Νοημοσύνης (Cloud and AI Development Act – CADA), μια στρατηγική για τις τεχνολογίες ανοιχτού λογισμικού (open source), καθώς και έναν «οδικό χάρτη» για την ψηφιοποίηση και την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στον ενεργειακό τομέα.
Στις Βρυξέλλες, υπάρχει έκδηλη ανησυχία ότι η τεχνολογική ισχύς έχει μετατραπεί σε βασικό γεωπολιτικό «εργαλείο». «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική και η τεχνολογία είναι αδιαχώριστες. Hρθε η ώρα η Ευρώπη να αποκτήσει τον έλεγχο των δεδομένων της, των εφοδιαστικών αλυσίδων της και του μέλλοντός της με καθαρό και βιώσιμο τρόπο», τόνισε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Χένα Βίρκουνεν, παρουσιάζοντας το σχέδιο.
Στο επίκεντρο του σχεδίου της Ε.Ε. βρίσκεται η αγορά υπηρεσιών cloud, η οποία σήμερα ελέγχεται σε ποσοστό περίπου 80% από αμερικανικούς κολοσσούς όπως η Amazon Web Services, η Microsoft Azure και η Google Cloud. Μέσω του CADA, η Κομισιόν θέτει ως στόχο τον τριπλασιασμό της δυναμικότητας των ευρωπαϊκών κέντρων δεδομένων μέσα στην επόμενη πενταετία έως επταετία, ενώ προβλέπει ότι οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν πλέον ευρωπαϊκές υπηρεσίες cloud για ευαίσθητα δεδομένα.
Το «πακέτο» εισάγει τέσσερα επίπεδα ψηφιακής κυριαρχίας που θα λαμβάνονται υπόψη στις δημόσιες προμήθειες. Για τις πλέον κρίσιμες εφαρμογές, όπως η άμυνα και η υγεία, οι προδιαγραφές ουσιαστικά αποκλείουν μη ευρωπαϊκούς παρόχους. Στόχος είναι να αποτραπεί το λεγόμενο σενάριο «kill switch», δηλαδή η πιθανότητα ξένη κυβέρνηση να μπορεί να διακόψει την πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές, από νοσοκομεία μέχρι αμυντικά συστήματα.
Παράλληλα, η Ε.Ε. επιχειρεί να καλύψει το έλλειμμα που παρουσιάζει στην παραγωγή ημιαγωγών, οι οποίοι αποτελούν τη βάση σχεδόν κάθε σύγχρονης ηλεκτρονικής συσκευής.
Τα πλέον προηγμένα τσιπ, που απαιτούνται για την ανάπτυξη προηγμένων εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης σχεδιάζονται κυρίως στις ΗΠΑ και κατασκευάζονται στην Ταϊβάν ή τη Νότια Κορέα. Μετά τα περιορισμένα αποτελέσματα του πρώτου σχετικού νόμου του Chips Act, η Κομισιόν μετατοπίζει πλέον το βάρος από τις κρατικές επιδοτήσεις προς την ενίσχυση της ζήτησης για ευρωπαϊκά τσιπ, εκτιμώντας ότι η παραγωγική βάση θα ακολουθήσει.
Η στρατηγική συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο ανταγωνισμό στην τεχνητή νοημοσύνη, όπου η αγορά κυριαρχείται σήμερα από αμερικανικές εταιρείες όπως η OpenAI και η Anthropic, αλλά και η κινεζική DeepSeek. Οι Βρυξέλλες ελπίζουν ότι η προώθηση ευρωπαϊκών λύσεων σε τομείς όπως οι αμυντικές συμβάσεις θα δώσει ώθηση σε ευρωπαϊκές εταιρείες αιχμής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη γαλλική Mistral AI.
Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης στρατηγική αξιοποίησης τεχνολογιών ανοικτού κώδικα, τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί κρίσιμο «εργαλείο» για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής τεχνολογικής αγοράς και για τη δημιουργία ενός πιο ανταγωνιστικού οικοσυστήματος καινοτομίας.
Ωστόσο, αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η ανάγκη για ένα «Chips Act 2.0» αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι η πρώτη προσπάθεια δεν πέτυχε να επαναφέρει ουσιαστικά την παραγωγή ημιαγωγών στην Ευρώπη.
Επιπλέον, η Ε.Ε. εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στην κατασκευή κέντρων δεδομένων, που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση της έκρηξης της ζήτησης σε υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, εξαιτίας αργών διαδικασιών αδειοδότησης, υψηλού ενεργειακού κόστους και περιορισμένης διαθεσιμότητας γης.
Σκεπτικισμό εξέφρασε χθες και η ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Κιμ Φαν Σπάρεντακ, χαρακτηρίζοντας το πακέτο ανεπαρκές για τη διασφάλιση πραγματικής ανεξαρτησίας από τις ΗΠΑ. Oπως υποστήριξε, η προώθηση λύσεων ανοικτού κώδικα, η στήριξη του ευρωπαϊκού τεχνολογικού οικοσυστήματος και οι νέοι έλεγχοι ανθεκτικότητας αποτελούν θετικά βήματα, ωστόσο απουσιάζουν σαφείς υποχρεώσεις «Made in Europe» στις δημόσιες τεχνολογικές δαπάνες και ισχυρές «δικλίδες» ασφαλείας απέναντι σε φαινόμενα «cloud sovereignty washing», δηλαδή στην επίκληση ευρωπαϊκής κυριαρχίας από παρόχους, που εξακολουθούν να εξαρτώνται από ξένες υποδομές και δικαιοδοσίες.
Ερώτημα, βέβαια, παραμένει εάν η Ε.Ε. μπορεί πράγματι να ανακτήσει το χαμένο έδαφος έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, λόγω και της έλλειψης μιας ενιαίας ψηφιακής αγοράς, που δεν επιτρέπει εύκολη πρόσβαση επενδυτικών κεφαλαίων, αλλά και η επιλογή ευρωπαϊκών νεοφυών επιχειρήσεων να μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους εκτός Ευρώπης.

