Ο πρόεδρος Τραμπ επισκέφθηκε την Κίνα αντιμέτωπος με ένα συγκριτικό μειονέκτημα, έναν δομικό περιορισμό και μια δυσμενή γι’ αυτόν αντικειμενική πραγματικότητα, σε σχέση με την τελευταία του επίσκεψη στο Πεκίνο, σχεδόν πριν από δέκα χρόνια. Η υστέρηση των ΗΠΑ, παρότι μετέθεσε κατά σαράντα πέντε ημέρες το αρχικά προγραμματισμένο για τέλη Μαρτίου ταξίδι του, συνίσταται στο ότι στο μεσοδιάστημα δεν κατάφεραν να διευθετήσουν το ιρανικό ζήτημα, με αποτέλεσμα ο Τραμπ να είναι υποχρεωμένος να ζητήσει τη συνδρομή της Κίνας και, πάντως, να συμπεριλάβει στις συζητήσεις το «αγκάθι» του Ιράν, χωρίς το Πεκίνο να «καίγεται» για γρήγορη λύση.
Το «αγκάθι» του Ιράν – Οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να διευθετήσουν το ιρανικό ζήτημα, με αποτέλεσμα ο Τραμπ να είναι υποχρεωμένος να ζητήσει τη συνδρομή της Κίνας και, πάντως, να συμπεριλάβει στις συζητήσεις το «αγκάθι» του Ιράν, χωρίς το Πεκίνο να «καίγεται» για γρήγορη λύση.
Ο δεύτερος περιοριστικός παράγοντας είναι ότι με δική του ευθύνη, αλλά και των προκατόχων του, έχει εδραιωθεί στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών η πεποίθηση πως η Κίνα αποτελεί έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή, αν όχι εχθρό των Ηνωμένων Πολιτειών, και πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Δραστικός περιορισμός της πρόσβασης των Kινέζων σε ευαίσθητους τομείς για την εθνική ασφάλεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τις τεχνολογίες, τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές, τις υποδομές και τα κρίσιμα ορυκτά.
Αυτή μάλιστα η ψυχωτική κατάσταση έχει μεταφερθεί τόσο σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών, ομοσπονδιακών και πολιτειακών φορέων που λαμβάνουν ή συμμετέχουν σε σχετικές αποφάσεις, όπως και στα πανεπιστήμια, με τους περισσότερους Κινέζους φοιτητές να αντιμετωπίζονται ως δυνάμει πράκτορες.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιθυμία του προέδρου Τραμπ να υπογράψει εμπορικές συμφωνίες που θα ξεπεράσουν ποσοτικά όλες τις προηγούμενες, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως τον καλύτερο ντίλερ για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην αμερικανική αγορά, σκοντάφτει στην κυρίαρχη άποψη ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί τις επενδύσεις του είτε για να ασκεί επιρροή είτε για να αποκτά πληροφορίες για ζητήματα που σχετίζονται με την άμυνα ή και να αντιγράφει τεχνογνωσία.
Καμία δέσμευση – Oι Κινέζοι του προσφέρουν τη σύμφωνη γνώμη τους για την ανάγκη ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ και της μη απόκτησης πυρηνικών από το Ιράν, αλλά μόνο σε λεκτικό επίπεδο, χωρίς να δεσμευθούν ότι θα αναλάβουν κάποια θεαματική πρωτοβουλία.
Υπάρχει, όμως, και μια δυσάρεστη για την Ουάσιγκτον διαπίστωση. Οτι στην προ περίπου δέκα ετών συνάντηση Τραμπ – Σι στο Πεκίνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε εμφανώς πλεονεκτικότερη θέση και πολύ ισχυρότερες. Στη συνάντηση της περασμένης εβδομάδας, η κατάσταση ήταν πολύ πιο ισορροπημένη, με την Κίνα σε ασφαλώς ευνοϊκότερο σημείο αφετηρίας. Αυτό είχε καταστεί σαφές από πέρυσι, στην αντίδραση της τελευταίας στην επιβολή δασμών 145% από πλευράς Τραμπ, όταν περιόρισε στους Αμερικανούς την πρόσβαση στα ελεγχόμενα από αυτήν κρίσιμα ορυκτά, ειδικότερα στις σπάνιες γαίες, που αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για την πράσινη μετάβαση και τις αμυντικές τεχνολογίες, με αποτέλεσμα ο πρώτος να αναδιπλωθεί άγαρμπα.
Επίσης, στα δύο πολεμικά μέτωπα, της Ουκρανίας και του Ιράν, όπου ο Τραμπ κινήθηκε μονομερώς, ελπίζοντας ότι θα ήταν σε θέση χωρίς τη βοήθεια των συμμάχων του και χωρίς καν τη σύμπηξη ενός ισχυρού μετώπου να φέρει εις πέρας την αποστολή του, αναγκάζεται να καταφύγει, ανάμεσα σε άλλους, στην Κίνα, στην αγωνία του να βρει λύση. Ωστόσο, οι Κινέζοι δεν είναι διατεθειμένοι να τον διευκολύνουν, τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό, υπό την έννοια ότι του προσφέρουν τη σύμφωνη γνώμη τους για την ανάγκη ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ και της μη απόκτησης πυρηνικών από το Ιράν, αλλά μόνο σε λεκτικό επίπεδο, χωρίς, να δεσμευθούν ότι έστω και στο παρασκήνιο θα αναλάβουν κάποια θεαματική πρωτοβουλία.
Για την ψυχοσύνθεση του Τραμπ είναι αρκετό ότι το Πεκίνο φέρεται να υποσχέθηκε ότι δεν θα υποστηρίξει στρατιωτικά την Τεχεράνη. Σε αυτήν την αυταρέσκεια άλλωστε πόνταραν και οι Κινέζοι, παρέχοντάς του μια θεαματική υποδοχή, γνωρίζοντας ότι όταν αισθάνεται κολακευμένος μπορεί να γίνεται πιο ευέλικτος ή πάντως να κερδίζει η άλλη πλευρά την προσοχή του. Σε σχέση δε με την Κίνα, τόσο οι αγορές όσο και οι περιορισμένες επιτυχίες σε άλλες ανοιχτές εκκρεμότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και η ανάγκη να αποτραπούν επιπλέον αναταράξεις λόγω των επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών, επέβαλαν μια πιο συμβιβαστική στάση από πλευράς της Ουάσιγκτον, που απ’ ό,τι φαίνεται ακουμπά και την Ταϊβάν. Παρά τη δεδομένη ισχύ των δύο ηγετών, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η προσπάθειά τους να εξωραΐσουν τα σοβαρά προβλήματα που τους διχάζουν, θα μετατραπεί σε εντολή και θα γίνει εντέλει σεβαστή από τις κυβερνήσεις τους, ενώ σε πολλούς τομείς το χάσμα βαθαίνει.
Μια επιπρόσθετη φαινομενικά παραδοξότητα, απότοκο της επιθετικής πολιτικής Τραμπ από την αρχή της δεύτερης θητείας του, και εκ των βασικών στόχων της κινεζικής πλευράς, είναι η δημιουργία συνθηκών σχετικής εμπιστοσύνης συνολικά στο παγκόσμιο περιβάλλον, κάτι που προϋποθέτει εγκράτεια και υπευθυνότητα από πλευράς της αμερικανικής ηγεσίας έναντι ενεργειών που λειτουργούν αποσταθεροποιητικά τόσο για τις διεθνείς σχέσεις όσο και για την οικονομία και το εμπόριο.
Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι η Κίνα εμφανίζεται ως δύναμη του στάτους κβο, ενώ έχει δημιουργήσει παράλληλους μηχανισμούς προς την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων, προκειμένου να αυξήσει το αποτύπωμα και τα ερείσματά της, και από την άλλη ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβητεί εμπράκτως και κλονίζει συνειδητά το θεσμικό οικοδόμημα που οι ΗΠΑ δημιούργησαν μεταπολεμικά.
Υπό αυτό το πρίσμα, και τα δύο μέρη μπορούν να δηλώνουν ικανοποιημένα, κυρίως γιατί φαίνεται να έδωσαν μία ακόμη παράταση στη μεταξύ τους εμπορική εκεχειρία, διασφαλίζοντας μια αμοιβαία κατανόηση που τους προσφέρει τον απαραίτητο χρόνο και ταυτόχρονα προέβησαν σε συμφωνίες, έστω και χαμηλότερων πτήσεων (παραγγελία 200 Boeing αντί 500). Εντούτοις, είναι αμφίβολο αν επιθυμούν και μπορούν να ανατρέψουν την αρνητική πορεία/σπιράλ μιας πολυεπίπεδης αντιπαράθεσης στην οποία βρίσκονται.
* O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

