Από την Τετάρτη μέχρι την Παρασκευή που πέρασαν, το διεθνές ενδιαφέρον εστιάστηκε στο Πεκίνο, όπου έλαβε χώρα η σύνοδος κορυφής του άτυπου «G2», όπως περιγράφει ο Ντόναλντ Τραμπ την περίπλοκη σχέση ΗΠΑ – Κίνας. Ο οικοδεσπότης της συνόδου βρισκόταν σε θέση ισχύος. Απέναντι σε έναν αλλοπρόσαλλο Τραμπ, ο οποίος εξαπέλυσε, πριν από ένα χρόνο, πόλεμο δασμών σε όλη την οικουμένη, για να βάλει φωτιά στην παγκόσμια οικονομία με τον απρόκλητο πόλεμο κατά του Ιράν, η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ πρόβαλε ως ο πόλος του ορθολογισμού και της φερεγγυότητας. Οσο χαοτικός και απρόβλεπτος και αν εμφανίζεται, όμως, ο Αμερικανός ηγέτης, οφείλει να του αναγνωρίσει κανείς ότι επί τέσσερις δεκαετίες παραμένει απολύτως συνεπής σε δύο κεντρικές ιδέες: ότι όλος ο υπόλοιπος κόσμος ληστεύει την Αμερική και ότι η βασική απειλή για την υπερδύναμη είναι η κίτρινη.
39 χρόνια πριν
Το 1987, ο 41χρονος μεγαλοεπιχειρηματίας της αγοράς ακινήτων σκεφτόταν σοβαρά να διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στις εκλογές του επόμενου χρόνου. Η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τις πολιτικές του απόψεις την 1η Σεπτεμβρίου, όταν οι New York Times, η Washington Post και η Boston Globe φιλοξενούσαν ολοσέλιδη ανοιχτή επιστολή του προς τον αμερικανικό λαό, που του είχε κοστίσει 94.801 δολάρια. Η επιστολή ξεκινούσε με τη φράση «Επί δεκαετίες, η Ιαπωνία και άλλα έθνη εκμεταλλεύονται τις Ηνωμένες Πολιτείες» και τελείωνε ως εξής: «Ας μην επιτρέψουμε στη μεγάλη χώρα μας να γίνεται περίγελως διεθνώς».
Ηταν η εποχή που γιαπωνέζικα αυτοκίνητα, βίντεο και στέρεο κατέκλυζαν την αμερικανική αγορά, που το New York Times Magazine κυκλοφορούσε με κεντρικό θέμα τον «ιαπωνικό κίνδυνο» και ο Σον Κόνερι πρωταγωνιστούσε στην αναλόγου περιεχομένου ταινία «Ανατέλλων Ηλιος». Χρειάστηκε να περάσουν 29 χρόνια προτού ο Τραμπ διεκδικήσει, τελικά, την προεδρία στις εκλογές του 2016. Το κεντρικό μήνυμά του απέναντι στη Χίλαρι Κλίντον ήταν ότι η παγκοσμιοποίηση της δεκαετίας του ’90, με επιτομή την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, ήταν η καταστροφή της Αμερικής. Η κίτρινη απειλή ήταν πάντα εδώ, αλλά αυτή τη φορά την ενσάρκωνε όχι η Ιαπωνία, αλλά η Κίνα, η οποία εκείνη τη χρονιά ξεπερνούσε την Αμερική ως προς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.
«Κόκκινο» για Ταϊβάν – Ο Κινέζος πρόεδρος ήταν πολύ οξύς στις προειδοποιήσεις του για την Ταϊβάν, λέγοντας ότι η ανεξαρτησία της είναι τόσο συμβατή με την ειρήνη, «όσο το νερό με τη φωτιά».
Γεγονός είναι ότι ο Τραμπ άλλαξε, στην πρώτη προεδρία του, την επικρατούσα γραμμή των αμερικανικών ελίτ έναντι της Κίνας. Η συμβιωτική σχέση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες είχε γίνει ανταγωνιστική και η πολιτική ήταν καταδικασμένη να ακολουθήσει. Ηδη τον Δεκέμβριο του 2017, η εθνική στρατηγική ασφαλείας της κυβέρνησης Τραμπ χτυπάει την πένθιμη καμπάνα της παγκοσμιοποίησης, αναγγέλλοντας ότι η ανθρωπότητα έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή αντιπαλότητας μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και αναγορεύει ως κύρια απειλή για την Αμερική την Κίνα και δευτερευόντως τη Ρωσία.
Ενα χρόνο αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου του 2018, οι καναδικές αρχές συνέλαβαν, κατά παραγγελία της Ουάσιγκτον, τη Μενγκ Ουανζού, οικονομική διευθύντρια της Huawei – υποτίθεται για παραβίαση κυρώσεων εναντίον του Ιράν, στην πραγματικότητα γιατί το κινεζικό μεγαθήριο των τηλεπικοινωνιών είχε κερδίσει το προβάδισμα στον πλανητικό αγώνα για τα δίκτυα 5G. Ο εμπορικός πόλεμος εναντίον της Κίνας, ιδιαιτέρως στα πεδία των νέων τεχνολογιών, συνεχίστηκε από την κυβέρνηση Μπάιντεν, χωρίς αυτό να εμποδίσει τον ασιατικό γίγαντα να πλησιάσει ή και να ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε βιομηχανίες αιχμής.
Στη δεύτερη προεδρία του, ο Τραμπ συνέχισε την αντικινεζική γραμμή του με πιο επιθετικό τρόπο, ανεβάζοντας, πριν από ένα χρόνο, τους αμερικανικούς δασμούς στο πρωτοφανές ύψος του 145%. Ωστόσο η Κίνα απάντησε με ανάλογους αστρονομικούς δασμούς και σταμάτησε να τροφοδοτεί τις ΗΠΑ με σπάνιες γαίες, μπλοκάροντας την αμερικανική παραγωγή κινητών τηλεφώνων, τηλεοράσεων, μαγνητικών τομογράφων, αυτοκινήτων και πυραύλων. Τον περασμένο Οκτώβριο, μόλις έξι μήνες μετά την επιβολή των δασμών, ο Τραμπ αναγκάστηκε να υποχωρήσει, στη συνάντησή του με τον Σι στη Νότια Κορέα, και να συνάψει μια ασταθή εκεχειρία.

Η παράταση αυτής της εκεχειρίας ήταν το κυριότερο κέρδος από τη σύνοδο κορυφής του Πεκίνου, όμως κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Κίνα θα αγοράσει 200 αεροπλάνα της Boeing, αγροτικά προϊόντα και πετρέλαιο από τις ΗΠΑ, αλλά το Πεκίνο δεν τον έχει επιβεβαιώσει. Το κυριότερο, όσο η Ουάσιγκτον δεν αίρει τις απαγορεύσεις για την πώληση μικροτσίπ τελευταίας γενεάς, όπως το Η200 της Nvidia, στην Κίνα, προσπαθώντας να ανακόψει την πρόοδό της στην τεχνητή νοημοσύνη, το Πεκίνο ενδέχεται ανά πάσα στιγμή να επανέλθει στους περιορισμούς εξαγωγών σπανίων γαιών, κάτι που θα αναζωπυρώσει τον εμπορικό πόλεμο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέβαλε κατά έξι εβδομάδες τη σύνοδο κορυφής, καθώς πάσχιζε να έχει τελειώσει στο μεταξύ τον πόλεμο με το Ιράν ώστε να βρεθεί σε θέση ισχύος. Αλλωστε ο στενός του σύμμαχος, γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, μίλησε χωρίς περιστροφές για τον κεντρικό στόχο αυτού του πολέμου στις 8 Μαρτίου, όταν δήλωσε στο Fox News: «Οταν ρίξουμε αυτό το καθεστώς, θα έχουμε μια νέα Μέση Ανατολή και θα βγάλουμε ένα σωρό λεφτά. Η Βενεζουέλα και το Ιράν έχουν το 31% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου. Θα έχουμε στο χέρι το 31% των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Αυτό είναι εφιάλτης για την Κίνα».
Παράπλευρα κέρδη
Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε ο Γκράχαμ και ο Τραμπ βρέθηκε στην ανάγκη να παρακαλάει τον Σι να μεσολαβήσει προς την Τεχεράνη για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η Κίνα, όμως, παρά το κόστος που έχει και για τη δική της οικονομία η σοβούσα κρίση, δεν έχει λόγους να βιάζεται να ξελασπώσει την Αμερική, καθώς μετράει σημαντικά κέρδη. Προσέφερε πολύτιμη βοήθεια σε σειρά χωρών, όπως το Βιετνάμ, οι Φιλιππίνες και η Αυστραλία, που αντιμετωπίζουν οξεία έλλειψη καυσίμων και πετροχημικών, ενώ μεσοπρόθεσμα θα ωφεληθεί τα μέγιστα από την αναμενόμενη στροφή στην πράσινη ενέργεια (φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, μπαταρίες) την αγορά της οποίας ελέγχει σε ποσοστά άνω του 70%.
Αναβολές λόγω Ιράν – Παρά το κόστος που έχει ο πόλεμος στο Ιράν για την κινεζική οικονομία, το Πεκίνο δεν βιάζεται να μεσολαβήσει για να ξελασπώσει την Αμερική, καθώς μετράει πολλαπλά και σημαντικά οφέλη στην ευρύτερη περιοχή.
Ολα αυτά εξηγούν γιατί ο Σι δεν έδειξε διατεθειμένος να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη για συμφωνία ειρήνευσης πιο κοντά στους όρους της Ουάσιγκτον. Στο στρατιωτικό πεδίο, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να μεταφέρουν πολεμικά πλοία, πυραύλους και εκστρατευτικά σώματα πεζοναυτών από τη ζώνη Ασίας – Ειρηνικού στον Περσικό Κόλπο και να σπαταλήσουν μεγάλο μέρος των επιθετικών και αμυντικών πυραύλων τους, ενισχύοντας τη θέση της Κίνας στο καίριο μέτωπο της Ταϊβάν.
Η αυστηρή προειδοποίηση του Σι ότι «η ανεξαρτησία της Ταϊβάν και η διατήρηση της ειρήνης στα Στενά είναι τόσο ασύμβατες όσο το νερό και η φωτιά» και ότι εσφαλμένοι χειρισμοί των ΗΠΑ (όπως η προγραμματισμένη πώληση όπλων αξίας 11 δισ. δολαρίων) απειλούν να οδηγήσουν τις δύο χώρες «σε αντιπαράθεση ή και σύγκρουση» ήταν το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της διήμερης συνόδου.
Σινική αλαζονεία
Αν και η συγκυρία ήταν ευνοϊκή για το Πεκίνο, ωστόσο, η διαφαινόμενη αλαζονεία μέρους των κινεζικών ελίτ περί μη αναστρέψιμης παρακμής των ΗΠΑ και συνολικά της Δύσης συνιστά κάκιστο σύμβουλο. Η Κίνα έχει τα δικά της ακανθώδη προβλήματα με την έκρηξη της φούσκας στην αγορά ακινήτων, την άνοδο της ανεργίας, τη γήρανση του πληθυσμού και τα σημάδια ότι η μέχρι πρότινος φρενήρης οικονομική της μεγέθυνση «χτυπάει ταβάνι». Ο Σι Τζινπίνγκ δεν λησμονεί, βέβαια, ότι και η προηγούμενη αναδυόμενη δύναμη της κίτρινης φυλής, Ιαπωνία, φιλοδοξούσε να φτάσει και να ξεπεράσει την Αμερική, αλλά ποτέ δεν το κατάφερε.
Σε κάθε περίπτωση, πίσω από τις κολακείες του Τραμπ και τις διπλωματικές πιρουέτες του Σι, η σύνοδος του Πεκίνου επιβεβαίωσε ότι οι δύο ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου παραμένουν σε τροχιά ελεγχόμενης γεωστρατηγικής αντιπαλότητας. Και το ερώτημα του Κινέζου ηγέτη κατά πόσον μπορούν να αποφύγουν την περίφημη «παγίδα του Θουκυδίδη», δηλαδή τη μετωπική σύγκρουση μιας εδραιωμένης δύναμης με την ανερχόμενη, παρέμεινε μετέωρο.

