Οταν άρχισαν να βγαίνουν τα πρώτα αποτελέσματα στις ουγγρικές εκλογές της περασμένης Κυριακής, ο Ζόλταν Μικλόσι δεν μπορούσε να πιστέψει το εύρος της νίκης του επικεφαλής της αντιπολίτευσης Πέτερ Μάγιαρ. Στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχε το τραύμα της προηγούμενης αναμέτρησης, όταν όλοι ήλπιζαν ότι η αντιπολίτευση θα κατακτήσει ένα οριακό προβάδισμα έναντι του τέως πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν, ο οποίος κυβερνούσε με καθεστωτική αντίληψη τη χώρα από το 2010, μετατρέποντάς τη σε μια «ανελεύθερη δημοκρατία». «Τι θα γινόταν αν και αυτή τη φορά χανόταν αυτό το προβάδισμα; Παρόλο που υπήρχαν πάρα πολλά σημάδια ότι η εκστρατεία του Ορμπαν δεν λειτουργεί, ότι τα πλήθη στις συγκεντρώσεις του Μάγιαρ είναι πολύ μεγαλύτερα και πολύ πιο ενθουσιώδη, άνθρωποι σαν εμένα δεν μπορούσαν να επιτρέψουν στον εαυτό τους να ελπίζει». Ο Ούγγρος πολιτικός επιστήμονας είναι καθηγητής στο CEU, το Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης που στοχοποιήθηκε από το καθεστώς Ορμπαν και υποχρεώθηκε να μετακομίσει από τη Βουδαπέστη στη Βιέννη εξαιτίας της χρηματοδότησής του από τον ουγγρικής καταγωγής Αμερικανό επιχειρηματία Τζορτζ Σόρος.
Πώς έκοψε τον λώρο

Ο Μικλόσι περιγράφει στην «Κ» τη διαδρομή του 45χρονου Μάγιαρ ως εξής: «Ξεπήδησε πολιτικά ως πρώην σύζυγος της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Ορμπαν. Ενας insider δηλαδή, που αρχικά κατείχε απλώς μια τεχνοκρατική θέση: ήταν επικεφαλής του οργανισμού φοιτητικών δανείων. Τέτοιου είδους θέσεις δίνονταν σε ελίτ ή φίλους, κόλακες του Ορμπαν στο κόμμα του, το Fidesz. Χώρισε όταν η σύζυγός του αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω της εμπλοκής της σε σκάνδαλο παιδοφιλίας. Εκείνη τη στιγμή βγήκε μπροστά αποκηρύσσοντας όλες τις προηγούμενες θέσεις και τους δεσμούς του με το καθεστώς. Παράλληλα όμως μιλούσε ως άνθρωπος του συστήματος, που ήξερε αυτούς τους ανθρώπους, έτρωγε μεσημεριανό και βραδινό μαζί τους. Σε όλα αυτά προστέθηκε το πολιτικό και ρητορικό ταλέντο του. Μπόρεσε να αδράξει τη στιγμή. Ταυτόχρονα, τα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης ήταν τελείως απαξιωμένα στα μάτια των ψηφοφόρων εξαιτίας της ανικανότητάς τους να προκαλέσουν οποιαδήποτε σημαντική ζημιά στον Ορμπαν».
Ο Μάγιαρ είναι «κεντροδεξιός, μετριοπαθής συντηρητικός με κάποια φιλελεύθερα ένστικτα. Ιδεολογικά ήταν σε πολύ καλή θέση να επικρατήσει του Ορμπαν επειδή μπόρεσε να απευθυνθεί σε συντηρητικούς ψηφοφόρους αλλά και σε ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης που απογοητεύτηκαν με τα προηγούμενα κόμματά τους. Οι περισσότεροι αριστεροί ή φιλελεύθεροι ψηφοφόροι, παρόλο που μπορεί να μην τους αρέσει και τόσο πολύ η πολιτική του, εκτίμησαν ότι είναι ικανός να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Ορμπαν. Στις προτεραιότητες των περισσοτέρων εξ αυτών ήταν πρώτα να ηττηθεί ο Ορμπαν· η ιδεολογία του Μάγιαρ ερχόταν σε δεύτερη μοίρα», λέει ο Μικλόσι στην «Κ» ερμηνεύοντας την εξαΰλωση της ουγγρικής Αριστεράς. Τι μπορεί κανείς να περιμένει μετά τη σαρωτική νίκη του Μάγιαρ, το κόμμα του οποίου, το Tisza, ελέγχει πλέον τα δύο τρίτα της Βουλής; Πλήρη συνεργασία με την Ε.Ε., μεταρρυθμιστικό πυρετό, άνοιξη των ΜΜΕ, επιστροφή του CEU στη Βουδαπέστη; Ή θα αποδειχθούν φρούδες οι ελπίδες των ψηφοφόρων και των Βρυξελλών με δεδομένο ότι ο Μάγιαρ ήταν μέχρι πρότινος ομοϊδεάτης του Ορμπαν;
Οικονομική εξάρτηση

Η Σουζάνα Βεγκ του German Marshall Fund είναι εξαιρετικά επιφυλακτική: «Ο Μάγιαρ θεωρεί την Ε.Ε. μια χρήσιμη πλατφόρμα για την Ουγγαρία. Δεν είναι όμως φεντεραλιστής. Είναι υπέρμαχος μιας Ευρώπης ισχυρών κρατών-μελών, που σημαίνει ότι θα δώσει έμφαση στην εκπροσώπηση των ουγγρικών συμφερόντων αντί να αναζητάει διαρκώς ευρωπαϊκές λύσεις. Ολες οι πολιτικές του στην Ευρώπη θα απορρέουν από την εσωτερική του ατζέντα. Θα πρέπει πάντως να περιμένουμε μεταρρυθμίσεις στον τομέα της καταπολέμησης της διαφθοράς και του κράτους δικαίου».
«Δεν θα συμφωνεί πάντα με τις Βρυξέλλες, π.χ. θα εκφράσει τη διαφωνία του για τη μετανάστευση, τη Mercosur, ορισμένες πολιτικές για την Ουκρανία», σπεύδει να προειδοποιήσει ο Ζολτ Ενιέντι, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο CEU.
«Η νέα κυβέρνηση έχει επείγουσα ανάγκη για τα “παγωμένα” κεφάλαια της Ε.Ε. Διαφορετικά, θα αντιμετωπίσει μια πολύ σοβαρή χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση. Ως συνέπεια της λανθασμένης οικονομικής πολιτικής του συστήματος Ορμπαν, της επιθετικής στάσης του απέναντι στην Ουκρανία και του άγνωστου προς το παρόν κρατικού δανεισμού, τα κρατικά ταμεία αναμένεται να αδειάσουν μέχρι το τέλος της άνοιξης. Με άλλα λόγια, τα χρήματα της Ε.Ε. είναι απολύτως απαραίτητα. Η νέα κυβέρνηση σκοπεύει να ακολουθήσει μια φιλοευρωπαϊκή πολιτική. Δεν έχει άλλη επιλογή, διαφορετικά θα έρθει αντιμέτωπη με τις ίδιες τις μάζες που την υποστηρίζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τρεις πρώτες επισκέψεις του υποψήφιου πρωθυπουργού, στην Πολωνία, στην Αυστρία και στις Βρυξέλλες, συμβολίζουν ακριβώς αυτόν τον προσανατολισμό», τονίζει στην «Κ» ο Aκος Τοθ, αναπληρωτής διευθυντής της εφημερίδας Népszabadság, η οποία έκλεισε το 2016.
Τα media
O Aκος Τοθ έχει βιώσει τη χειραγώγηση των ΜΜΕ από πρώτο χέρι. Τον περασμένο μήνα κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Μετά την κατάκτηση: Πώς οι αυταρχικοί ηγέτες ελέγχουν τα ΜΜΕ. Μια μαρτυρία για τον έλεγχο των ανεξάρτητων μέσων στην Ουγγαρία» (Wahrheitsperlen Verlag, 2026), στο οποίο εξηγεί πώς έλαβε χώρα ο έλεγχος των ΜΜΕ από τον Ορμπαν, πώς μια γενιά δημοσιογράφων ευθυγραμμίστηκε με το καθεστώς και δείχνει τι συνέβη σε όσους αντιστάθηκαν. «Ο,τι έχει απομείνει από τον ανεξάρτητο Τύπο –δεν έχουν επιβιώσει και πολλά ΜΜΕ μετά 16 χρόνια καταστολής– θα ενισχυθεί, καθώς οι συνθήκες διαφήμισης στην αγορά πιθανότατα θα αποκατασταθούν γρήγορα και μαζί τους θα επιστρέψουν τα έσοδα από διαφημίσεις που έχουν στερέψει. Παράλληλα, ο κυβερνητικός μηχανισμός προπαγάνδας, ο οποίος τροφοδοτούνταν αποκλειστικά από κρατικά κεφάλαια, θα καταρρεύσει».

Ο Ζολτ Ενιέντι είναι συνάδελφος του Μικλόσι στο CEU. Στην ερώτηση της «Κ» κατά πόσον υπό τη νέα κυβέρνηση το CEU θα μπορούσε να επιστρέψει πίσω στην Ουγγαρία, δεν το αποκλείει: «Θα μπορούσε, αλλά εκατοντάδες οικογένειες ξεκίνησαν μια νέα ζωή στην Αυστρία πριν από 6-7 χρόνια, κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα. Το CEU θα μπορούσε πάντως να μεταφέρει ορισμένες δραστηριότητές του στη Βουδαπέστη. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις εγκαταστάσεις μας εκεί όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, αλλά η έδρα του πανεπιστημίου μάλλον θα παραμείνει στη Βιέννη».
Θα είναι η ανατροπή μεταδοτική;
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η άνοιξη της Βουδαπέστης θα μπορούσε να συμπαρασύρει κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενδεχομένως, δε, να αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα για την οριστική ταφόπλακα των «ανελευθέρων δημοκρατιών» της Ευρώπης αλλά και του τραμπισμού. Η Βεγκ δεν θεωρεί ότι μπορούμε να μιλάμε για ένα προοδευτικό κύμα που ξεκίνησε από την Ουγγαρία και θα σαρώσει όλα τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης. «Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ουγγαρία θα ωθήσει, ωστόσο, άλλα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη να σκεφτούν ξανά τι είδους στρατηγική ακολουθούν και σε ποιους τομείς πρέπει να επικεντρώσουν την προσοχή τους. Επίσης, ίσως βοηθήσει συντηρητικά κόμματα να επανεξετάσουν πώς αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις από τα ακροδεξιά κόμματα. Το παράδειγμα του Tisza του Μάγιαρ αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται να πλειοδοτήσουν σε ακροδεξιά ρητορική για να κερδίσουν τους ψηφοφόρους, αλλά να απευθυνθούν στις βασικές ανησυχίες του πληθυσμού», επισημαίνει στην «Κ».

Ο Ακος Τοθ συμφωνεί: «Δεν είμαι αισιόδοξος ότι αυτό το παράδειγμα θα είναι μεταδοτικό. Οι Ούγγροι χρειάστηκαν 16 χρόνια για να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Κι αν το σύστημα δεν βρισκόταν σε μια πολλαπλή κρίση (οικονομική, ηθική και διαφθοράς), θα μπορούσαν κάλλιστα να χρειαστούν ακόμη περισσότερο χρόνο. Στη Γαλλία και στη Γερμανία, οι άνθρωποι δεν έχουν βιώσει ακόμη αυτό που έχουμε βιώσει εμείς εδώ στην Ουγγαρία. Αν σκεφτούμε τις ενέργειες του Ντόναλντ Τραμπ ή της προηγούμενης ολλανδικής κυβέρνησης, φοβάμαι πως ανάλογα παραδείγματα λαϊκισμού δεν θα έχουν αποτρεπτική επίδραση στους Γερμανούς ή Γάλλους ψηφοφόρους».
«Αλλαγή στη Σερβία»
Στον αντίποδα, ο Μικλόσι θεωρεί ότι το εκλογικό αποτέλεσμα έχει βαρύνουσα σημασία, ακριβώς επειδή η Ουγγαρία έγινε «το παγκόσμιο πρότυπο του ακροδεξιού λαϊκισμού». Ετσι θεωρεί ότι η αλλαγή θα ξεκινήσει από τη Σερβία: «Eίμαι μεγάλος θαυμαστής του σερβικού φοιτητικού κινήματος και νομίζω ότι αυτό που συνέβη στην Ουγγαρία θα επιβεβαιώσει περαιτέρω ότι οι Σέρβοι είναι δυνατόν να νικήσουν τον Βούτσιτς στις επόμενες σερβικές εκλογές. Πιστεύω επίσης ότι το παράδειγμα της Βουδαπέστης θα κάνει ορισμένα ακροδεξιά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη πιο προσεκτικά όσον αφορά τη στενή σύνδεσή τους με τον Τραμπ, όπως η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ο Ορμπαν ήταν ο μοναδικός ανάμεσα στα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα που ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με τον Τραμπ. Υπάρχουν πολύ στενοί δεσμοί ανάμεσα στο Fidesz και στους ανθρώπους γύρω από τον Τραμπ και το MAGA. Πολλοί Αμερικανοί, ιδεολόγοι του κινήματος MAGA, πήραν θέσεις που συνδέονται με την κυβέρνηση στην Ουγγαρία και βρίσκονται σε διάφορα ιδρύματα στη Βουδαπέστη. Ετσι, ένα μήνυμα προς τα ακροδεξιά κόμματα είναι πως δεν είναι καλή ιδέα να εναρμονίζονται τόσο με τον Τραμπ. Παράλληλα, διαλύεται αυτή η αίσθηση ότι η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού είναι αναπόδραστη. Αποδεικνύεται ότι ο ακροδεξιός λαϊκισμός μπορεί να ηττηθεί. Υπάρχουν άλλωστε κι άλλα παραδείγματα. Η Πολωνία πριν από τρία χρόνια, η Μολδαβία είναι άλλη μία χαρακτηριστική περίπτωση όπου, παρά την υποστήριξη που είχε η Ακροδεξιά από τον Πούτιν, κέρδισαν οι φιλοευρωπαίοι».

