«Εδώ ήρθε πρόσφατα να μείνει ο ένας από τους αδελφούς Γκάλαχερ», μου λέει ο ταξιτζής, συμπληρώνοντας: «Ξέρεις, των Oasis. Εχουμε κάμποσους διάσημους στην περιοχή».
Αναρωτιέμαι αν στους «διάσημους» θα έβαζε έναν συγγραφέα όπως τον Ιαν Μακγιούαν, στο σπίτι του οποίου με πηγαίνει.
Είμαι έτοιμος να τον ρωτήσω όταν ένα Ντεσεβό μας κλείνει τον στενό, αγροτικό δρόμο. Ο ταξιτζής στριμώχνει το ταξί κάπου στην άκρη για να περάσει το Ντεσεβό. «Γαλλικό αυτοκίνητο σε αυτά τα μέρη;» τον ρώτησα. «Ναι, εμείς εδώ τα λέμε «κυνηγούς κοτών». Γι’ αυτό φτιάχτηκαν αρχικά: για να κυνηγάνε κότες με αυτά».
Δεν έχω ιδέα αν ισχύει αυτό που λέει χαμογελώντας με νόημα ο φιλικός Αγγλος ταξιτζής, αφήνομαι απλώς στο απίστευτο φυσικό τοπίο που απλώνεται ολόγυρά μας: μια απέραντη, επίπεδη πρασινάδα με ελάχιστους λοφίσκους, ψηλά επιβλητικά δέντρα και τυπικές αγγλικές αγροικίες, βγαλμένες από μυθιστορήματα του Τόμας Χάρντι.
Να πω ότι δεν έχω άγχος, θα είναι ψέμα. Οι οδηγίες που μου είχαν δοθεί από το λογοτεχνικό πρακτορείο που εκπροσωπεί τον Μακγιούαν ήταν σαφείς: να πάρω το τρένο από το σταθμό του Πάντινγκτον στο Λονδίνο με τελικό προορισμό το Τσέλτεναμ Σπα, και ενδιάμεσους σταθμούς το Ρέντινγκ, το Σουίντον και το Κέμπλ.
Περνώντας έξω από το Ρέντινγκ, θαυμάζοντας τις γραφικές λιμνούλες, λαμβάνω μέιλ από την υπάλληλο του πρακτορείου του Μακγιούαν, τη Σαμπούρνα, και μέχρι να το ανοίξω, με πιάνει μια ανησυχία: μήπως το ραντεβού αναβάλλεται; Αλλά όχι, απλώς ο Μακγιούαν ρωτάει αν θα μπορούσα να μοιραστώ το ταξί μαζί του, μετά τη συνέντευξη, διότι πρέπει εκτάκτως να έρθει κι εκείνος, μαζί με τη γυναίκα του, στο Λονδίνο. Εννοείται πως δέχομαι.
Eίχα κανονίσει ήδη από την Αθήνα να με περιμένει ταξί στο Κεμπλ, αφού επικοινώνησα με τοπική εταιρεία ταξί. Γιατί; Διότι ο σταθμός είναι στη μέση του πουθενά. Οταν βγαίνω στην αποβάθρα αντικρίζω την απόλυτη ερημιά. Αλλά ο ταξιτζής μου είναι ήδη εκεί και με περιμένει. «Ηλάιας;» ρωτάει όταν με βλέπει. «Γιες, Ηλάιας», απαντώ, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.
Βρίσκομαι λοιπόν στο Κεμπλ, μικρό χωριό στην περιοχή του Κότσγουολντς, στην επαρχία του Γκλόστερσαϊρ. Το Κότσγουολντς θεωρείται –και δίκαια- περιοχή μοναδικής φυσικής ομορφιάς. Απέχει κάπου τέσσερα μίλια (περίπου 6,5 χιλιόμετρα) νοτιοδυτικά της κωμόπολης του Τσιρσένσεστερ, που είναι κάτι σαν πρωτεύουσα του Κότσγουολντς. Οχι τυχαία, εκεί θα κάνει πρεμιέρα η θεατρική διασκευή της «Εξιλέωσης», από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα του Μακγιούαν, στις 29 Μαΐου.
Από το σταθμό στο σπίτι του συγγραφέα μας παίρνει κοντά μισή ώρα – αλλά σε αυτό παίζουν ρόλο και τα δύο τρία μπλοκαρίσματα στα στενά εξοχικά δρομάκια: δύο αυτοκίνητα δεν χωρούν πλάι πλάι, οπότε ο ένας πρέπει αναγκαστικά να κάνει στην άκρη.
Οταν φτάνουμε, μέσα από ένα ακόμα φιδοειδές δρομάκι, ο ταξιτζής κοιτάζει προσεκτικά: «Ναι, έχω ξαναέρθει σε αυτό το σπίτι» – αλλά δεν φαίνεται να γνωρίζει πόσο επώνυμος είναι ο ιδιοκτήτης του.
Βγαίνω από το ταξί για να απολαύσω το θέαμα: ένα μεγάλο, παλαιό αρχοντικό (manor house αγγλιστί) της δεκαετίας του 1920 ορθώνεται μέσα σε ένα καταπράσινο κτήμα έκτασης εννέα περίπου στρεμμάτων με φροντισμένους θάμνους, μονοπάτια και σιντριβάνια.
Εδώ ζει εδώ και χρόνια ο Μακγιούαν, μαζί με τη γυναίκα του, την Αναλίνα Μακάφι, δημοσιογράφο και συγγραφέα παιδικών βιβλίων (γνωρίστηκαν με τον Μακγιούαν το 1997, όταν του πήρε συνέντευξη για τους Financial Times) αλλά διατηρούν και ένα σπίτι στο Λονδίνο.
Δεν προλαβαίνω καλά καλά να βγω από το ταξί, κι έχοντας προηγουμένως κανονίσει να έρθει να με πάρει σε δύο ώρες ακριβώς, και ένας απρόσμενα πρόσχαρος Ιαν Μακγιούαν έχει ήδη βγει έξω να με προϋπαντήσει.
«Ελαβες το μήνυμα από τη Σαμπούρνα για να μοιραστούμε μετά το ταξί;» με ρωτάει αμέσως μετά. «Εχει χαλάσει το αμάξι μου και πρέπει να πεταχτώ ως το Λονδίνο. Εχω αυτό το υβριδικό αυτοκίνητο που δεν ξέρω τι στο καλό έχει πάθει αλλά έχω ραντεβού με τους συντελεστές της παράστασης της ‘Εξιλέωσης’ που ανεβαίνει στο Θεατρικό Φεστιβάλ του Τσιτσέστερ τέλη Μαΐου. Οι πρόβες γίνονται στο Λονδίνο και θα πάω για πρώτη φορά να δω όλους τους συντελεστές. Αν πάει καλά, θα ανεβεί και στο Λονδίνο – θα δείξει».
Είναι παράξενο· παρακολουθείς έναν συγγραφέα για χρόνια, διαβάζεις τα άλλοτε σκοτεινά άλλοτε στοχαστικά μυθιστορήματά του που έχουν να κάνουν με φαντάσματα του παρελθόντος, κακοφορμισμένες ερωτικές σχέσεις, επιστημονικά θέματα ηθικής φιλοσοφίας αλλά και την τρέχουσα επικαιρότητα, βλέπεις ταινίες βασισμένες στα βιβλία του, μαθαίνεις για τη φιλία του με άλλα σύγχρονα μεγάλα ονόματα των αγγλικών γραμμάτων (από τον Κρίστοφερ Χίτσενς και τον Μάρτιν Εϊμις έως τον Τζούλιαν Μπαρνς) και ξαφνικά βρίσκεσαι στο σπίτι του. Είναι παράξενο. Και ωραίο.
Με οδηγεί μέσω μιας μεγάλης κουζίνας στο σαλόνι, αφού διασχίσουμε ένα επίσης μεγάλο χολ (με τζάκι μάλιστα), η περιστροφική σκάλα του οποίου οδηγεί στα υπνοδωμάτια και στη σοφίτα όπου ο Μακγιούαν δουλεύει τα βιβλία του.
Βγαίνουμε για λίγο στον κήπο, τον οποίο κατά καιρούς καλλιεργεί ο ίδιος. Οργιώδης βλάστηση και ένα σιντριβάνι που διακρίνεται μέσα από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού όπου καθόμαστε για να μιλήσουμε.

– Είστε από τους λίγους συγγραφείς που δηλώνουν ευχαριστημένοι με τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων τους.
– Ναι. Η «Εξιλέωση», για εμπορική ταινία, ήταν αρκετά καλή. Νομίζω ότι είναι και η μόνη εμπορική ταινία που βγήκε από δικό μου βιβλίο.
– Το «Ξένοι στη Βενετία» (σ.σ. το δεύτερο βιβλίο του, εκδ. Σέλας, 1981); Είχε τρομερό καστ: Ρούπερτ Εβερετ, Ελεν Μίρεν, Νατάσα Ρίτσαρντσον, Κρίστοφερ Γουόκεν.
– Πάνε πολλά χρόνια από εκείνη την ταινία (σ.σ. το 1990). Αλλά ναι, εξαιρετικό καστ και το σενάριο είχε γράψει ο Χάρολντ Πίντερ. Αλλά, να σου πω, το σινεμά έχει τόση πίεση, αυστηρούς προϋπολογισμούς και ζητήματα που έναν συγγραφέα δεν απασχολούν ποτέ. Η ταινία που θα μπορούσε να είναι μεγάλη επιτυχία ήταν «Ο αθώος» (σ.σ. στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1993 από τις εκδόσεις Σέλας). Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο Τζον Σλέσινγκερ και έπαιζαν ο Αντονι Χόπκινς και η Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Κι όμως, δεν λειτούργησε τίποτα! Ισως έφταιγα εγώ. Βλέπεις, είχα γράψει το σενάριο. Ηταν όλοι τους στο πλατό πολύ δυστυχείς. Ο Σλέσινγκερ δεν ήταν καλά, πονούσε και ήταν διαρκώς εκνευρισμένος. Την ταινία είχε χρηματοδοτήσει ο Δήμος του Βερολίνου και η μόνη υποχρέωση ήταν να έχουμε γερμανικό συνεργείο. Ηταν εξαιρετικοί αλλά ο Σλέσινγκερ δεν τα πήγε καλά μαζί τους. Δημιουργήθηκαν πολλές εντάσεις.
– Εχετε και άλλες φορές αναμιχθεί σε γυρίσματα;
– Ναι, το έκανα συχνά. Είτε γράφοντας το σενάριο είτε στην εκτέλεση της παραγωγής. Ας πούμε, είχα το δικαίωμα του βέτο στην επιλογή κάστινγκ, σεναριογράφου και σκηνοθέτη. Δεν το εξάσκησα ποτέ μου. Πέρασα καλά όμως. Αλλά είναι αυτό το ζήτημα με τα οικονομικά που απαιτεί το σινεμά. Συχνά περνούν χρόνια μέχρι να βρεθούν οι παραγωγοί. Δουλεύεις σαν τρελός για 2-3 χρόνια, παίρνεις καλές κριτικές, γίνεται μια μεγάλη πρεμιέρα, η ταινία παίζεται για καμιά βδομάδα και αυτό είναι όλο. Μετά, τέλος. Πάει. Που και που κάποιες ταινίες καταφέρνουν να φτάσουν ως τη στρατόσφαιρα.
– Oπως η «Εξιλέωση».
– Ναι. Εχουμε ένα αστείο με την Αναλίνα: όταν έγραφα το βιβλίο, δεν είχα ιδέα πώς να περιγράψω ένα γυναικείο φόρεμα. Τη ρώτησα κι εκείνη μου είπε, η ηρωίδα σου να φοράει ένα πράσινο, μακρύ, ξώπλατο φόρεμα. Χρησιμοποίησα τις ακριβείς λέξεις της. Οταν γύριζαν την ταινία, η ενδυματολόγος ακολούθησε ακριβώς τις περιγραφές μου στο μυθιστόρημα. Και πήρε Οσκαρ! Εκλεψαν το Οσκαρ από την Αναλίνα!
– Ολοι θυμόμαστε την Κίρα Νάιτλι με εκείνο το φόρεμα…
– Ω, ναι, ήταν εκπληκτική.

Εκμηδενισμένος κόσμος
Καθώς τον ακούω να αστειεύεται, αναρωτιέμαι ποια ηθοποιός θα έπαιζε τη Βίβιεν ή τη Ρόουζ, τις ηρωίδες από το τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», που κυκλοφορεί σε ωραία μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Πατάκη (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφορούν όλα τα πρόσφατα βιβλία του).
Με φόντο μια Γη που έχει μεταμορφωθεί πολιτικά και κοινωνικά εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ο Τομ, ένας άσημος καθηγητής λογοτεχνίας, ερευνά εμμονικά ένα χαμένο ποίημα που έγραψε το… μακρινό 2014 ένας (επινοημένος) διάσημος ποιητής, ο Φράνσις Μπλάντι, αφιερώνοντάς το στη γυναίκα του τη Βίβιεν, η οποία έχει εγκαταλείψει την πανεπιστημιακή της καριέρα για χάρη του.

Γύρω τους περιστρέφεται μια πλειάδα φίλων, εραστών, ανταγωνιστών, ενώ τους στοιχειώνουν ένοχα μυστικά, ακόμα και ένα αποσιωπημένο έγκλημα. Ανάλογα, η σχέση του Τομ με την Ρόουζ, συνάδελφό του στο πανεπιστήμιο, περνά από δραματικά σκαμπανεβάσματα.
Τον ΜακΓιούαν είχε απασχολήσει η κλιματική αλλαγή και στο «Σόλαρ» (η επιστήμη τον απασχολεί γενικότερα) όμως εδώ η καταστροφή έχει ήδη συντελεστεί, Ωστόσο, στο βιβλίο, με έναν περίτεχνο τρόπο, όλοι οι χρόνοι μοιάζουν να ενοποιούνται: ο κόσμος όπως τον ξέρουμε έχει καταστραφεί, την ίδια στιγμή όμως συνεχίζει να υπάρχει και οι άνθρωποι να βασανίζονται από τα ίδια διλήμματα, τα ίδια φαντάσματα.
– Είναι διάχυτη αυτή η αίσθηση ότι ο κόσμος τελειώνει, σε διάφορα επίπεδα. Την έχετε κι εσείς; Ή εδώ λειτούργησε απλώς δραματουργικά;
– Μα δεν είναι κάτι που αιωρείται διαρκώς; Ο αέρας μιας πολιτικής καταστροφής, μιας πυρηνικής καταστροφής, η απειλή της τεχνητής νοημοσύνης και, βέβαια, η κλιματική αλλαγή; Απότοκο της κλιματικής κρίσης είναι οι διάφοροι ιοί που εμφανίζονται, οι πανδημίες. Ζούμε σε μια εποχή τεράστιας αγωνίας και κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει την επόμενη εβδομάδα. Και δε μπορούμε να συμφωνήσουμε τι έγινε χθες. Στ΄αλήθεια, ζούμε μια τεράστια πολιτισμική αναταραχή. Εχω όμως την υποψία, την οποία προφανώς και δεν μπορώ να αποδείξω, ότι ναι μεν θα πηγαίνουμε από καταστροφή σε καταστροφή αλλά ότι εν τέλει θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Ας αναλογιστούμε πώς ήταν η Ευρώπη το 1945. Εκατομμύρια άνθρωποι νεκροί, ανέστιοι, μεγάλες πόλεις ισοπεδωμένες, χώρες στα γόνατα, ορφανά παιδιά, ανομία και βία και μια κοινωνική κατάρρευση που διέτρεχε όλη την Ευρώπη. Ηταν ένας μακράς έκτασης εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ευρωπαίων αλλά όχι μόνο. Το Τόκιο κατακάηκε από τους βομβαρδισμούς. Κι όμως, πενήντα χρόνια μετά, το τοπίο εμφανίζεται μεταμορφωμένο. Και, ξέρετε, παραμένει ένας τόπος, η Ευρώπη, ο κόσμος μας σε ένα μεγάλο μέρος του, ένα πολύ ζωντανό, δημιουργικό μέρος. Οι τέχνες είναι σε άνθηση. Ναι, υπάρχουν πολιτικές διαφωνίες αλλά ανταπεξερχόμαστε τελικώς. Δεν θα είμαι εδώ για να το ζήσω αλλά τον ολοκληρωτικό αφανισμό του ανθρώπινου είδους θα τον αποφύγουμε. Υπάρχει μια έντονα σκοτεινή πλευρά στην ανθρώπινη φύση αλλά υπάρχει και ένα αντίβαρο: επιβίωσης, συναίνεσης, συνεργασίας. Αλλά αυτή είναι μια δική μου εικασία. Δεν θα μάθω ποτέ αν θα επαληθευτεί.
– Αραγε θα επιζήσουμε με τον ίδιο τρόπο που επιζούν και οι χαρακτήρες στο βιβλίο σας;
– Ναι, επιζούν σε κόσμους εκμηδενισμένους. Αλλά ήδη δεν ζούμε σε έναν εκμηδενισμένο κόσμο; Συχνά πηγαίνω περιπάτους εδώ γύρω, στην περιοχή. Είναι κάτι που το λέω και στο μυθιστόρημα: εάν έκανα τον ίδιο περίπατο πριν από 300 χρόνια, ο τόπος όλος θα ήταν πλημμυρισμένος από ζώα, φυτά και λουλούδια που αργότερα εξαφανίστηκαν. Ξέρετε πόσο σπάνιο είναι να δεις αλεπού εδώ γύρω; Πιο συχνά βλέπεις στο Λονδίνο παρά εδώ. Ναι, κάτι σημαντικό το έχουμε χάσει. Εχει χαθεί κάτι μεγάλο. Αλλά η έννοια της ομορφιάς μέσα μας παραμένει ακέραιη. Δεν έχουμε πια την ομορφιά της εξοχής όπως ήταν στον καιρό του Τόμας Χάρντι. Η ηρωίδα του η Τες πάει στη δουλειά της και περπατάει 12 μίλια σε έναν αγροτικό δρόμο, λες και είναι στην Τοσκάνη. Εψαξα στον χάρτη τον δρόμο που λέει ο Χάρντι, είναι κάπου κοντά στην Οξφόρδη, σε αυτή την περιοχή που ο Χάρντι ονόμασε Γουέσεξ. Σήμερα είναι ο αυτοκινητόδρομος Α34. Οπότε σήμερα ζούμε μέσα στη μόλυνση και έχουμε ρυπάνει τα ποτάμια μας. Αλλά ακόμα θαυμάζουμε τα όμορφα τοπία που εκτείνονται εκεί έξω. Με απασχολεί πολύ το περιβάλλον και αυτό που κατάλαβα με τα χρόνια είναι ότι όταν παύουμε να κάνουμε τρομερά πράγματα στο περιβάλλον, αυτό επανέρχεται δριμύτερο και ανακάμπτει. Εξω από τις ακτές της Σκοτίας, είναι μια μεγάλη θαλάσσια περιοχή στην οποία έχει εδώ και καιρό απαγορευτεί το ψάρεμα. Ακόμα και οι θαλάσσιοι βιολόγοι εξεπλάγησαν με το πόσο έχει ανακάμψει το υποθαλάσσιο περιβάλλον εκεί. Μιλώντας μεταφορικά, αποτελούμε κομμάτι αυτής της φύσης οπότε κι εμείς, μολονότι μπορεί να περάσουμε μέσα από μια κόλαση, μπορούμε να επανερχόμαστε.
– Γράψατε ένα φουτουριστικό βιβλίο με στοιχεία δυστοπίας το οποίο νοσταλγεί ένα παρελθόν το οποίο όμως είναι το δικό μας παρόν.
– Εχω ένα πρόβλημα με τα λεγόμενα δυστοπικά μυθιστορήματα: συνεισφέρουν στο γενικότερο κλίμα της απαισιοδοξίας. Και νομίζω ότι η απαισιοδοξία θα γίνει το μεγαλύτερό μας πρόβλημα. Μεγαλύτερο κι από την κλιματική αλλαγή, και από τον πυρηνικό πόλεμο διότι όλα αυτά θα προκύψουν μέσα από αυτόν τον πεσιμισμό. Από τη στιγμή που εγκαταλείπεις κάθε ελπίδα προδίδεις το μέλλον όχι μόνο το δικό σου αλλά και για τα εγγόνια σου. Ζούμε σε μια εποχή πολιτισμικού πεσιμισμού. Δεν γνώρισα ποτέ έναν αληθινά αισιόδοξο διανοούμενο. Ολοι οι διανοούμενοι πιστεύουν πως ο πεσιμισμός είναι τιμητικό μετάλλιο. Αλλά αν είσαι πεσιμιστής, ποιο το νόημα να σηκώνεσαι κάθε πρωί από το κρεβάτι σου; Μας έχει καταπιεί το σήμερα. Αν ο Τραμπ ξεκινήσει νέο πόλεμο με το Ιράν για τα Στενά του Ορμούζαν η άκρα δεξιά καταλάβει περιοχές της Ευρώπης…
Συχνά πηγαίνω περιπάτους εδώ γύρω. Εάν έκανα τον ίδιο περίπατο πριν από 300 χρόνια, ο τόπος όλος θα ήταν πλημμυρισμένος από ζώα, φυτά και λουλούδια που σήμερα έχουν εξαφανιστεί. Ναι, έχει χαθεί κάτι μεγάλο. Αλλά η έννοια της ομορφιάς μέσα μας παραμένει ακέραιη.
– Και ο Πούτιν και η Ρωσία…
– Οι τελευταίες ειδήσεις λένε πως ο Πούτιν κρύβεται σε ένα καταφύγιο. Οτι έχει παρανοήσει. Νομίζω ότι η παράνοια είναι το πεπρωμένο όλων των δικτατόρων ακριβώς επειδή ξέρουν πως δεν έχουν κανένα μέλλον. Δεν μπορείς να είσαι δικτάτορας και μετά απλώς να πάρεις σύνταξη και να μην έρθει κάποιος να σε σκοτώσει. Είναι δέσμιος του παρόντος ένας τέτοιος άνθρωπος.
– Σας έχει απογοητεύσει η Δύση;
– Οχι ακριβώς. Αλλά αυτό το ρεύμα του πεσιμισμού το βλέπω και στην πολιτική που ακολουθείται αυτή τη στιγμή ειδικά στην Ευρώπη. Είναι πολιτική εγκατάλειψης κάθε προοπτικής. Η λαϊκιστική δεξιά στην Ευρώπη, και στην Αμερική, δεν πιστεύει στην κλιματική αλλαγή. Η οπτική της είναι τοπικιστική και ξενοφοβική, χαρακτηριστικά που καθιστούν την πιθανότητα ενός πολέμου ακόμα μεγαλύτερη. Επενδύει στο φόβο των πολιτών και απορρίπτει κάθε προοπτική ενός αληθινού μέλλοντος. Ο δικός μου στόχος στο βιβλίο ήταν να εκφράσω μια εύθραυστη αισιοδοξία: ότι τελικά θα τα καταφέρουμε. Αν πριν από 15 χρόνια κάναμε αυτή τη συζήτηση θα λέγαμε πως η Γερμανία, που πέρασε από το ναζισμό, έχει γίνει ανοιχτή κοινωνία, φιλελεύθερη δημοκρατία. Ακόμα είναι. Γενικά, σήμερα έχουμε περισσότερα κορίτσια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση από ποτέ άλλοτε στην Ιστορία. Εχουμε μεγαλύτερη πρόσβαση σε πόσιμο νερό από ποτέ άλλοτε στην Ιστορία. Περισσότερος κόσμος μορφώνεται στα πανεπιστήμια συγκριτικά με το τι ίσχυε πριν από 50 χρόνια. Από την άλλη, ακούς απλούς ανθρώπους να λένε πως τα εγγόνια τους δεν θα έχουν τόσο καλή ζωή σαν τη δική τους. Μπορεί, μπορεί και όχι όμως. Ενας τρόπος να πάω κόντρα σε αυτόν τον αρνητισμό ήταν να βάλω κάποιον να γράφει στο μέλλον ότι νοσταλγεί τη δική μας εποχή. Οι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα αναπολούν το παρελθόν, δηλαδή το δικό μας παρόν, και το βλέπουν σα μια χρυσή εποχή. Ηθελα οι άνθρωποι από το μέλλον να βγάλουν μια ζήλεια για εμάς σήμερα.
Δεν γνώρισα ποτέ έναν αληθινά αισιόδοξο διανοούμενο. Ολοι οι διανοούμενοι πιστεύουν πως ο πεσιμισμός είναι τιμητικό μετάλλιο. Αλλά αν είσαι πεσιμιστής, ποιο το νόημα να σηκώνεσαι κάθε πρωί από το κρεβάτι σου; Μας έχει καταπιεί το σήμερα.
– Η αλήθεια είναι ότι ειδικά το πρώτο μέρος έχει ένα αισιόδοξο φινάλε, ενώ το δεύτερο μέρος, καθώς διαδραματίζεται στο σήμερα, εκμηδενίζει κάθε δυστοπική αίσθηση. Πείτε μου όμως, για να περιγράψετε την Παράκρουση του μέλλοντος, βασιστήκατε σε έρευνα;
– Δεν κάνω πια έρευνα. Λατρεύω την έρευνα αλλά έχω φτάσει σε ένα σημείο όπου απλώς θέλω να διερευνήσω την αίσθηση των πραγμάτων, τη δική μου και των άλλων γύρω μου. Ετσι κι αλλιώς, έχουμε άφθονη πληροφορία για την κλιματική αλλαγή. Εντάξει, προφανώς και δεν πρόκειται να ανεβούν οι ωκεανοί κατά 85 μέτρα μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια. Νομίζω οι επιστήμονες περιμένουν άνοδο 70 εκατοστών ως το τέλος του 21ου αιώνα. Τώρα, η πιθανότητα μιας ρίψης πυρηνικών όπλων στον ωκεανό με συνέπεια την πρόκληση γιγαντιαίων κυμάτων, αυτό είναι απλώς κάτι πολύ πιθανό.
– Είναι πάντως και ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη.
– Πάντοτε με απασχολούσε η μνήμη. Κοιτάζω φωτογραφίες από πόλεις του 1880, βλέπω απλούς ανθρώπους να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με την καθημερινότητά τους, δείχνουν τόσο απορροφημένοι από τα καθημερινά τους προβλήματα, τις σχέσεις τους, τις δικές τους αναμνήσεις, από την προοπτική του δικού τους μέλλοντος και είναι όλοι τους πια φαντάσματα. Και εμείς θα γίνουμε φαντάσματα. Και παρ’ όλα αυτά, ζούμε τις ζωές μας λες και θα είναι για πάντα. Σήμερα κοντεύω τα 80. Το τερματικό σημείο είναι ορατό πια. Βέβαια, ήταν πάντοτε εκεί, από την αρχή. Με στοιχειώνει πάντοτε ένα πολύ διάσημο ποίημα του Φίλιπ Λάρκιν, το «Εωθινό τραγούδι» (σ.σ. μτφρ.: Θοδωρής Ρακόπουλος, «Οσο υπάρχει ακόμη καιρός», εκδ. Πατάκη): είναι αραχτός στο κρεβάτι, υποδέχεται την αυγή και αυτός σκέφτεται ότι αυτό το πράγμα είναι πάντοτε εκεί. Είναι ένας θαυμάσιος αθεϊστικός στοχασμός πάνω στην ολοκληρωτική λήθη η οποία τον πλησιάζει ολοένα και περισσότερο: να μην είσαι εδώ, να μην είσαι πουθενά.
– Εχετε πολύ στενή σχέση με την ποίηση. Φαίνεται και στο βιβλίο.
– Για μένα είναι η ανώτερη μορφή λογοτεχνίας. Οι μυθιστοριογράφοι πουλάνε περισσότερο αλλά η ποίηση είναι μια κορύφωση ως προς την έκφραση του κόσμου γύρω μας. Ναι, μου πάει πολύ.
– Αναφέρετε στο βιβλίο το ποίημα «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου. Πώς προέκυψε αυτό;
– Ηθελα ο Φράνσις και η Βίβιεν να φτάσουν σε μια δραματική κορύφωση σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ρώτησα ένα φίλο να μου υποδείξει ένα τέτοιο μέρος. Μου λέει την Αμοργό. Την γκούγκλαρα και ανακάλυψα αυτό το ποίημα. Ταιριάζει στον χαρακτήρα του Φράνσις, ο οποίος υποτίθεται ότι γνωρίζει τα πάντα γύρω από την ποίηση. Αρα και την «Αμοργό» του Γκάτσου.

– Η τεχνητή νοημοσύνη παίζει ένα ρόλο στο βιβλίο αλλά όχι αυτόν που κάποιος θα περίμενε.
– Από τότε που άρχισα να γράφω το μυθιστόρημα, βλέπω ότι οι νεότερες γενιές χρησιμοποιούν την ΑΙ για προσωπικά τους ζητήματα, σαν να ήταν ένας θείος που συμβουλεύονται. Oμως δεν ήθελα να μπω σε μια επιστημονική φαντασία ως προς το πώς θα είναι οι ζωές μας ή αν θα μας καταστρέψουν οι μηχανές. Δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Εάν είναι να γράψεις για το μέλλον, ποιο είναι το μέλλον της Ιστορίας; Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον της λογοτεχνίας, των ανθρωπιστικών επιστημών; Κανένας δεν γράφει γι’ αυτά τα θέματα. Oλοι γράφουν για διαστημόπλοια και για διαγαλαξιακούς πολέμους και ολοκληρωτικές καταστροφές. Ρεαλιστικά όμως, ένας από τους πιο ισχυρούς θεσμούς μας είναι τα πανεπιστήμια. Θέλω να πω, κοιτάξτε τι γίνεται στην Ευρώπη από τον 11ο αιώνα έως σήμερα: τα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν τότε και είναι ακόμα εδώ! Και κανείς δεν γράφει ότι παρ’ όλες τις καταστροφές, έχουμε ακόμα πανεπιστήμια, με τμήματα λογοτεχνίας και επιστημών.
– Είστε ένας συγγραφέας που συνδυάζει το στοχασμό και μια ποιητική θέαση του κόσμου με τη δράση, το σασπένς, την καθαρή πλοκή, με ανατροπές και αποκαλύψεις, ειδικά στο δεύτερο μέρος. Το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» είναι μια ακόμα απόδειξη, για μένα, αυτού του συνδυασμού. Θέλω να πω, θες ως αναγνώστης να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια, όχι όμως μονάχα για την έκβαση της πλοκής αλλά και για να δεις πώς συντελείται η εσωτερική μετατόπιση των χαρακτήρων.
– Νομίζω ότι ο μοντερνισμός, μέσα σε όλη του τη σαγήνη και τον πλούτο, ξέχασε κάτι. Κάτι ζωτικής σημασίας για τη λογοτεχνία: ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσεις ένα βαρετό βιβλίο. Οι μοναδικές φορές που το κάνουμε είναι στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο.
– Οπως, π.χ., τον Σάμιουελ Μπέκετ;
– Ναι, κοίτα: λάτρευα τον πρώιμο Μπέκετ αλλά μετά έχασα το ενδιαφέρον μου. Νομίζω πως ο Μπέκετ είναι μία από τις μεγάλες απώλειες της λογοτεχνίας. Ως άνθρωπος ήταν απίστευτα ζεστός, γενναίος, ενδιαφερόταν για τους άλλους, πήγαινε να συναντήσει φίλους, έδινε χρήματα σε όσους είχαν ανάγκη – ήταν βαθιά, βαθύτατα ανθρώπινος. Και τίποτε απ’ όλα αυτά δεν βγαίνει στη λογοτεχνία. Στα ώριμα έργα του, έχουμε ανθρώπους που κοιτάνε έναν τοίχο και η λογοτεχνία έτσι ολοένα και συρρικνώνεται. Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να υπάρχει ομορφιά σε αυτά τα σκοτεινά, μηδενιστικά κείμενα. Γι’ αυτό όμως δεν διαβάζεται έξω από πανεπιστήμια. Το να σε ενδιαφέρει ο αναγνώστης θεωρήθηκε κάποτε πολύ φθηνό, πολύ χυδαίο. Ολο όμως έχει να κάνει με το στοιχείο της περιέργειας για τον άλλο. Δεν ξέρω, υποθέτω ήθελα να γράψω τα μυθιστορήματα που ήθελα να διαβάσω και ήθελα η περιέργειά μου να κεντρίζεται, όχι στο επίπεδο του σασπένς αλλά στο επίπεδο της διερεύνησης. Με ενδιαφέρει αυτό το καρότο που κρέμεται από ένα καλάμι να το έχεις μπροστά από τον αναγνώστη. Να υποχωρεί το καρότο κάθε τόσο αλλά την ίδια στιγμή να είναι εκεί. Μερικές φορές είναι απλό: τι θα συναντήσει κάποιος στην επόμενη γωνία; Εχει σημασία να διατηρείς αυτό το ενδιαφέρον για τον άλλο και την ίδια στιγμή, μέσα από αυτή τη διεργασία, να προκύπτουν μεταφυσικές ή πολιτικές υποθέσεις ή φαντασιώσεις ή οτιδήποτε.
– Εχετε από την αρχή ενός βιβλίου οργανώσει μέσα σας τι πρόκειται να συμβεί;
– Μερικές φορές το σημείο αφετηρίας είναι όλο κι όλο που έχω γράψει σε ένα σημειωματάριο. Μια παράγραφος αρκεί.

Οφείλουμε τη γέννησή μας σε ένα παιχνίδι της μοίρας
Η άλλη «Εξιλέωση», οι αμερικανικές επιρροές, οι γονείς του
– Πώς αρχίζετε ένα βιβλίο; Εχετε πει ότι η «Εξιλέωση» άρχισε με ένα ζευγάρι σε μια βιβλιοθήκη και αυτό ήταν όλο.
– Αρχικά, η «Εξιλέωση» διαδραματιζόταν 300 χρόνια στο μέλλον! Hταν επιστημονική φαντασία: μπαίνει μια κοπέλα σε ένα δωμάτιο και μετά μπαίνει και ο κηπουρός ο οποίος, στο πρώτο προσχέδιο, ήταν μια μορφή εμφυτευμένη στον εγκέφαλό της. Αυτή έχει ξυρισμένο το κρανίο της και δύο μικρά καλώδια εξέχουν από αυτό.
– Αυτό είναι ένα τελείως άλλο βιβλίο!
– Τελείως όμως, ναι. Eχω λοιπόν σκεφτεί ότι αυτοί οι δύο συνδέονται ερωτικά – και αυτό ήταν όλο. Αλλά όταν ξεκινάς το ταξίδι ενός βιβλίου, ακολουθείς τη ροή. Μου αρέσει να εκπλήσσομαι. Eχω όμως την ίδια στιγμή μια πολύ ισχυρή αίσθηση του τι θέλω να κάνω.
– Εχετε δηλώσει πόσο μεγάλη επιρροή ήταν η αμερικανική λογοτεχνία.
– Για μένα η αμερικανική λογοτεχνία σήμαινε ελευθερία. Συγγραφείς όπως ο Απνταϊκ ή ο Μπέλοου άδραξαν τα διδάγματα του μοντερνισμού δίχως να μείνουν στη σκιά του. Αντίθετα, πολλοί Ευρωπαίοι το έριξαν στα υπαρξιακά ερωτήματα και έγιναν απίστευτα πληκτικοί. Πριν από το 1989 είχα ζήσει στο Βερολίνο και αναρωτιόμουν: γιατί κανένας δεν γράφει για το Τείχος; Γερμανοί τότε μου έλεγαν, δεν καταλαβαίνεις: η λογοτεχνία είναι ειρωνεία· το Τείχος είναι για τους δημοσιογράφους. Και σκέφτηκα: υπήρχε περίπτωση η Νέα Υόρκη, αν είχε χωριστεί στα δύο, ο Απνταϊκ και ο Μπέλοου να μην έγραφαν γι’ αυτό;

– Ησαστε από τους πρώτους φοιτητές στο ιστορικό σήμερα τμήμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου του Ιστ Ανγκλία.
– Ημουν ο πρώτος και ο μοναδικός φοιτητής του προγράμματος! Κανένα πανεπιστήμιο έως τότε δεν είχε προσφέρει τέτοιο πρόγραμμα. Στην Αμερική το έκαναν ήδη, αλλά στη Βρετανία ήταν κάτι άγνωστο. Θυμάμαι, γυρνούσα την Ελλάδα και την Ιταλία κάνοντας οτοστόπ με το κορίτσι μου όταν είδα τη σχετική ανακοίνωση. Oταν γύρισα στην Αγγλία, τηλεφώνησα στον Μάλκολμ Μπράντμπερι. Μου λέει, έκλεισε το πρόγραμμα, είχε μηδέν αιτήσεις. Του λέω, κάνω εγώ αίτηση. Λέει, έλα να με βρεις και φέρε μαζί σου διηγήματα. Κάθισα τις επόμενες εβδομάδες κι έγραψα δύο διηγήματα, δανείστηκα το αυτοκίνητο του πατέρα μου και οδήγησα 320 χιλιόμετρα για να τον συναντήσω.
– Ο Μπράντμπερι ήταν ήδη θρυλική φιγούρα;
– Ναι. Τον συναντούσα για δέκα λεπτά στον διάδρομο της σχολής και κάνα δυο φορές σε μια παμπ. Του έδινα διηγήματα, τα οποία ήταν σκοτεινά, διεστραμμένα, μου έκανε κάνα δυο τεχνικές παρατηρήσεις. Μέσα σε ένα χρόνο έγραψα 30 διηγήματα – τα μισά μπήκαν στο πρώτο μου βιβλίο. Πέρασα πάρα πολύ ωραία. Και μου άρεσαν οι λίστες ανάγνωσης που μου έδινε. Eτσι εντρύφησα στους Αμερικανούς. Το καλοκαίρι του 1970 εμφανίστηκε και ο Ανγκους Ουίλσον με το αγόρι του. Eξοχος συνομιλητής, ήταν σαν περφόρμανς να τον ακούς. Hταν ένας άλλος κόσμος, απίθανος, απολαυστικός.
Για μένα η αμερικανική λογοτεχνία σήμαινε ελευθερία. Συγγραφείς όπως ο Απνταϊκ ή ο Μπέλοου άδραξαν τα διδάγματα του μοντερνισμού δίχως να μείνουν στη σκιά του. Αντίθετα, πολλοί Ευρωπαίοι το έριξαν στα υπαρξιακά ερωτήματα και έγιναν απίστευτα πληκτικοί.
Η Δουνκέρκη
Το ταξί θα έρθει σε λίγο να μας πάρει. Μαζί με την Αναλίνα κλειδώνουν το σπίτι και παίρνουν από μια μικρή βαλίτσα. Κάθονται πίσω στο ταξί.
«Ο Ηλάιας έχει ζήσει στη Γλασκώβη», γυρίζει και της λέει στο ταξί. Η Αναλίνα είναι γεννημένη στο Λονδίνο αλλά οι γονείς της είναι από τη Γλασκώβη (όπως και ο πατέρας του ΜακΓιούαν). «Πήγες σε κανέναν αγώνα της Σέλτικ;» με ρωτάει. Είχα πάει όντως. «Αρα είστε από οικογένεια καθολικών», της λέω. Κουνάει το κεφάλι της χαμογελώντας.
Στον σταθμό περιμένουμε μαζί να έρθει το τρένο. Ο ΜακΓιούαν με ρωτάει πώς έγινε και γεννήθηκα στο Κονγκό. «Ξέρεις», μου λέει, «αν η Γερμανία δεν είχε εισβάλει στην Πολωνία το 1939 δεν θα είχα γεννηθεί. Δεν θα είχε πάει στον πόλεμο ο πατέρας μου, δεν θα είχε τραυματιστεί στις ακτές της Δουνκέρκης και δεν θα τον είχαν στείλει πίσω, σε μια περιοχή όπου ζούσε η μητέρα μου. Υποθέτω οφείλουμε τη γέννησή μας σε ένα παράξενο παιχνίδι της μοίρας».

– Σας άρεσε το μονοπλάνο από τη Δουνκέρκη στην κινηματογραφική «Εξιλέωση»;
– Oχι ιδιαίτερα. Θέλω να πω, τεχνικά ήταν άρτια, επτά λεπτά μονοπλάνο, τρομερή χορογραφία. Αλλά δεν ξέρω, μου φάνηκε ψυχρή. Eχω ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη σκηνή.
– Σας άρεσε περισσότερο η «Δουνκέρκη» του Νόλαν;
– Χμ, όχι, προτιμώ τη Δουνκέρκη της «Εξιλέωσης».

Στο τρένο κάθονται οι δυο τους: ο Ιαν έχει να διαβάσει προσεκτικά το κείμενο για τη θεατρική διασκευή της «Εξιλέωσης».
Θα αποχαιρετιστούμε ζεστά στον σταθμό του Πάντινγκτον, αλλά η τελευταία μου εικόνα από εκείνον είναι να διαβάζει στο τρένο απορροφημένος το κείμενο. Χαμένος στις λέξεις, όπως πάντα, ώς το τέλος.
