Ακόμη ένα κύμα ανατιμήσεων σε ολόκληρη τη ενεργειακή αλυσίδα φέρνει η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την αυξημένη θερινή ζήτηση λόγω καύσωνα και τουρισμού και την αγωνιώδη προσπάθεια της Ευρώπης για αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα.
Το εκρηκτικό αυτό μείγμα αποτυπώνεται ήδη στις τιμές και δημιουργεί ένα ιδιαίτερα αρνητικό έδαφος για την πορεία τους το επόμενο διάστημα, καθώς η πλήρης κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας της 16ης Ιουνίου έχει επαναφέρει το καθεστώς αβεβαιότητας και ανισορροπίας στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Οι πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι ήδη εμφανείς. Η μέση τιμή της βενζίνης στην αντλία διαμορφώθηκε χθες πανελλαδικά στα 1,977 ευρώ το λίτρο, αυξημένη κατά περίπου 14% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, και σε 13 νομούς της χώρας πάνω από τα 2 ευρώ, με την υψηλότερη τιμή 2,223 ευρώ να καταγράφεται στις Κυκλάδες.
Μια ανάσα από τα 2 ευρώ βρίσκεται και η μέση τιμή του ντίζελ κίνησης, στα 1,950 ευρώ/λίτρο, ενώ ξεπέρασε τα 2 ευρώ σε Κυκλάδες, Λευκάδα, Δωδεκάνησα και Ευρυτανία. Οι τιμές και στα δύο προϊόντα ενσωματώνουν την επιδότηση κατά 10 και 5 λεπτά αντίστοιχα στις βενζίνες και στο ντίζελ που εφαρμόζουν τα διυλιστήρια από τις 14 Ιουλίου και μέχρι το τέλος Αυγούστου έπειτα από κυβερνητική παρέμβαση.
Η χονδρεμπορική τιμή ρεύματος τον Ιούλιο (έως και τις 22 του μηνός) έχει αυξηθεί πάνω από 24% σε σχέση με την τιμή του Ιουνίου, προεξοφλώντας υψηλές τιμές στα πράσινα και στα κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια του Αυγούστου και φουσκωμένους λογαριασμούς λόγω των υψηλών καταναλώσεων για κλιματισμό. Οι ανοδικές τάσεις στη χονδρεμπορική αγορά, που τροφοδοτούνται κατά κύριο λόγο από τις υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν σε ολόκληρη την Ευρώπη, αναμένεται να ενισχυθούν λόγω των πιέσεων που ασκούν στις τιμές φυσικού αερίου η στενότητα της αγοράς και η ανάγκη αναπλήρωσης των αποθεμάτων ενόψει χειμώνα.
Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, οι καύσωνες εν μέσω τουριστικής σεζόν και η προσπάθεια αναπλήρωσης των αποθεμάτων αερίου δημιουργούν ένα δύσκολο σκηνικό.
Οι ευρωπαϊκές αποθήκες είχαν αδειάσει περισσότερο από το συνηθισμένο μετά τον προηγούμενο χειμώνα, υποχωρώντας στο 28% τον Απρίλιο. Σήμερα βρίσκονται στο 54,3%, αλλά εξακολουθούν να απέχουν περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες από τον ιστορικό εποχικό μέσο όρο. Η προσδοκία ότι οι τιμές θα αποκλιμακώνονταν οδήγησε πολλές χώρες να καθυστερήσουν τις αγορές τους. Η αγορά όμως κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Τα προθεσμιακά συμβόλαια Σεπτεμβρίου στον ολλανδικό κόμβο TTF έχουν αναρριχηθεί από τα περίπου 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα μετά την εκεχειρία σε επίπεδα άνω των 58 ευρώ, καθιστώντας ακριβότερη κάθε επιπλέον ποσότητα φυσικού αερίου που εισέρχεται στις ευρωπαϊκές αποθήκες. Ετσι ο ευρωπαϊκός στόχος για αναπλήρωση των αποθεμάτων σε ποσοστό 90% μέχρι την 1η Νοεμβρίου θα επιτευχθεί με σημαντικά υψηλότερο κόστος, αφού θα ασκηθούν επιπλέον πιέσεις στις τιμές, το οποίο θα μεταφερθεί και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, καθώς παρά τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ το εισαγόμενο φυσικό αέριο εξακολουθεί να συμμετέχει με υψηλά ποσοστά στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής και να καθορίζει την οριακή τιμή του συστήματος για πολλές ώρες της ημέρας.
Η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά έφθασε χθες στα 142,21 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, πριν υποχωρήσει σήμερα στα 115,8 ευρώ χάρη στη μεγαλύτερη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που κάλυψαν σχεδόν το 48% της παραγωγής.
Ωστόσο, η αποκλιμάκωση αυτή είναι εύθραυστη. Τις βραδινές ώρες, όταν τα φωτοβολταϊκά αποσύρονται από το σύστημα, η τιμή εκτοξεύεται –έως και τα 458 ευρώ ανά μεγαβατώρα σήμερα– αποκαλύπτοντας πόσο εξαρτημένη παραμένει η αγορά από τις μονάδες φυσικού αερίου.
Για την κάλυψη των υψηλών φορτίων λόγω της γενικευμένης χρήσης των κλιματιστικών ο ΑΔΜΗΕ έχει επιστρατεύσει όλες τις διαθέσιμες μονάδες φυσικού αερίου, όπως και τη λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα 5, ενώ αυξημένη είναι και η συνεισφορά των υδροηλεκτρικών μονάδων της ΔΕΗ. Σημαντική είναι η συνεισφορά από το περασμένο Σάββατο και των εισαγωγών από τη γειτονική Βουλγαρία, οι οποίες μάλιστα συγκράτησαν τις τιμές στην εγχώρια αγορά, περιορίζοντας τις βραδινές ώρες τη λειτουργία των ακριβών μονάδων φυσικού αερίου.
Η Βουλγαρία έδινε στο ελληνικό σύστημα ενέργεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας χθες και κάλυψε πλήρως τη δυναμικότητα της διασύνδεσης τις βραδινές ώρες, αξιοποιώντας την τεχνολογία της αποθήκευσης, στην οποία η Ελλάδα παρουσιάζει σοβαρή υστέρηση.
Ο πόλεμος δεν τελείωσε
Η ένταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή θα κρίνει σύμφωνα με την αγορά και την πορεία των τιμών ενέργειας. Η αγορά εκτιμά ότι ο πόλεμος έχει περάσει σε μια δεύτερη και δυσκολότερη φάση. Αν στην πρώτη περίοδο το μεγαλύτερο ερώτημα ήταν αν θα επαρκέσει το αργό πετρέλαιο, σήμερα η ανησυχία έχει μεταφερθεί στα διυλισμένα προϊόντα –κυρίως στο ντίζελ– και στις επιπτώσεις που προκαλεί η διατάραξη των εμπορικών διαδρομών, μετά και τις απειλές των Χούθι για αποκλεισμό της διαδρομής μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Από την εκεχειρία της 18ης Ιουνίου μέχρι και τις 20 Ιουλίου, η τιμή του Brent αυξήθηκε κατά 11,7%, από τα 79,85 στα 89,22 δολάρια το βαρέλι. Η διεθνής τιμή του ντίζελ εκτινάχθηκε από τα 885 στα 1.264 δολάρια ο τόνος, σημειώνοντας άνοδο σχεδόν 43% μέσα σε μόλις 33 ημέρες.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που προκαλεί έντονο προβληματισμό στην αγορά, καθώς το πετρέλαιο κίνησης αποτελεί βασικό καύσιμο για τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την εφοδιαστική αλυσίδα. Την ίδια περίοδο, η διεθνής τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 22%, από τα 898,5 στα 1.096 δολάρια ανά τόνο, με την τουριστική κίνηση να ασκεί πρόσθετες πιέσεις.

