Η μεγαλύτερη κρίση στην αγορά ενέργειας αυτή τη στιγμή εντοπίζεται στα προϊόντα διύλισης και ειδικότερα στο ντίζελ, παρά στο αργό πετρέλαιο, προειδοποιούν οι αναλυτές. Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ντίζελ εκτοξεύθηκαν στα 1.220 δολάρια ανά μετρικό τόνο χθες και στο υψηλότερο επίπεδο από τις 20 Μαΐου. Η αύξηση τροφοδοτήθηκε από τις εντάσεις που επηρεάζουν τα Στενά του Ορμούζ, τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια που προκάλεσαν εγχώριες ελλείψεις καυσίμων και ανάγκασαν τη Μόσχα να περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ και τη μειωμένη λειτουργία διυλιστηρίων στην Κίνα. Συνολικά, αυτές οι διαταραχές αφαίρεσαν περίπου 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως παγκόσμιας παραγωγής διύλισης το δεύτερο τρίμηνο σε σύγκριση με ένα χρόνο νωρίτερα.
Το προσωρινό άνοιγμα του Ορμούζ μετά την κατάπαυση του πυρός τον Ιούνιο μείωσε για λίγο την πίεση, αλλά οι ροές διυλισμένων προϊόντων παρέμειναν αδύναμες. Σύμφωνα με την Kpler, ο Κόλπος εξήγε 4 εκατ. βαρέλια αργού την ημέρα τον Ιούνιο, αλλά μόνο 1 εκατ. βαρέλια προϊόντων πετρελαίου, το ένα τέταρτο των επιπέδων πριν από τον πόλεμο. Και η πίεση έχει επιστρέψει βέβαια, έπειτα και από τις νέες εχθροπραξίες.
Οι τιμές αναφοράς του αργού πετρελαίου αν και έχουν αυξηθεί τις τελευταίες ημέρες λόγω της κλιμάκωσης, έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα 120 δολάρια το βαρέλι που είχαν φτάσει κατά την κορύφωση του πολέμου τον Απρίλιο, γεγονός που υποδηλώνει ότι πολλοί επενδυτές πιστεύουν ότι η απειλή μιας ενεργειακής κρίσης έχει εξασθενήσει. Ωστόσο, οι αναλυτές των UniCredit, Morgan Stanley και Oxford Economics κάνουν λόγο για μια μεγαλύτερη κρίση κάτω από την επιφάνεια.
Αυξανόμενο κίνδυνο οξείας έλλειψης ντίζελ «βλέπει» η Oxford Economics.
Ενώ τα αποθέματα αργού πετρελαίου έχουν ανακάμψει εν μέρει, το σύστημα που μετατρέπει το αργό πετρέλαιο σε καύσιμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα. Τα αποθέματα βενζίνης και ντίζελ βρίσκονται κοντά σε πολυετή χαμηλά, τα περιθώρια διύλισης έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα-ρεκόρ και η απόδοση των διυλιστηρίων παραμένει σημαντικά περιορισμένη σε βασικές περιοχές παραγωγής. «Με λίγα λόγια, το αργό πετρέλαιο ρέει, αλλά η ικανότητα της βιομηχανίας να το μετατρέψει σε βενζίνη, ντίζελ και αεροπορικό καύσιμο παραμένει περιορισμένη. Και αυτό εξηγεί γιατί θα αργήσουμε πολύ να δούμε φθηνότερη βενζίνη, ντίζελ ή αεροπορικά καύσιμα», σημειώνει η UniCredit.
«Το πραγματικό σημείο συμφόρησης στο πετρελαϊκό σύστημα αυτή τη στιγμή είναι η διύλιση, περισσότερο από το αργό πετρέλαιο», επισημαίνει και η Morgan Stanley. «Το επίκεντρο όλων αυτών είναι η αγορά ντίζελ, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη», όπως προσθέτει.
Υπό «κανονικές» συνθήκες, οι τιμές του αργού πετρελαίου και των προϊόντων τείνουν να κινούνται παράλληλα, διατηρώντας τα περιθώρια διύλισης σχετικά σταθερά. Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες αυτή η σχέση έχει διαταραχθεί, με τις τιμές των προϊόντων διύλισης να αυξάνονται ταχύτερα από εκείνες του αργού πετρελαίου. «Τα περιθώρια διύλισης έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που παρατηρήθηκαν τελευταία φορά κατά τη διάρκεια του ενεργειακού σοκ του 2022» παρατηρεί η UniCredit. Ενώ το Brent έχει υποχωρήσει κατά περίπου 30% από τα υψηλά του Απριλίου, η τιμή του ντίζελ έχει υποχωρήσει λιγότερο από 15%.
Ο κεντρικός ρόλος του ντίζελ στις μεταφορές, στη γεωργία και στη βιομηχανία σημαίνει ότι οι υψηλότερες τιμές επηρεάζουν γρήγορα το κόστος μεταφοράς, παραγωγής και διανομής και, τελικά, τις τιμές καταναλωτή. Τα νοικοκυριά και η βιομηχανία καταναλώνουν προϊόντα διύλισης, όχι αργό πετρέλαιο, επομένως αυτή είναι η πραγματική πίεση στην οικονομία. «Ο μακροοικονομικός κίνδυνος προέρχεται κυρίως από το ντίζελ», τονίζει η Oxford Economics. Ο οίκος τονίζει πως η πίεση θα μειωθεί μόνο εάν υπάρξει «ουσιαστική βελτίωση στη διαμετακόμιση μέσω του Ορμούζ και αποκατάσταση της απόδοσης των διυλιστηρίων». Προς το παρόν, ωστόσο, βλέπει «αυξανόμενο κίνδυνο οξείας έλλειψης ντίζελ».

