Ολοι γνωρίζουν ότι πρέπει να αποφεύγουν στη διατροφή τους το junk food· έχει, ωστόσο, το πλεονέκτημα να είναι και φθηνό. Και αν θέλουν να αποφύγουν να τρώνε ανθυγιεινά, πόσοι μπορούν να αντιμετωπίζουν με συνέπεια το κόστος για μία συνεπή υγιεινή διατροφή; Περί τα 515 δολάρια τον μήνα (450 ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία) πρέπει να δώσει μία τετραμελής οικογένεια στην Ελλάδα εάν θέλει να τρέφεται υγιεινά, δηλαδή να μη βάζει στο τραπέζι της επεξεργασμένες τροφές πλούσιες σε λίπη και σάκχαρα. Το ποσό αυτό προκύπτει από τις μελέτες του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (Food and Agriculture Organization – FAO). Μάλιστα, για την Ελλάδα το κόστος υγιεινής διατροφής το 2024 έφθασε τα 4,31 δολάρια το άτομο ανά ημέρα, αυξημένο κατά 38% από το 2019. Ευρύτερα για τη χώρα μας, η ανθυγιεινή διατροφή υπολογίζεται ότι κοστίζει 18,5 δισ. ευρώ τον χρόνο, κάτι που βεβαίως δεν βλέπουμε άμεσα στην τσέπη μας, αλλά αποτυπώνεται στις επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών και στην υγειονομική δαπάνη.
Οι τάσεις
Παγκοσμίως, το μέσο κόστος υγιεινής διατροφής το 2024 έφτασε τα 4,46 δολάρια το άτομο ανά ημέρα. Επίσης, 2,6 δισ. άνθρωποι αδυνατούσαν να αντεπεξέλθουν στο κόστος υγιεινής διατροφής το 2024. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος ο αριθμός αυξήθηκε από 464 εκατ. το 2019 σε 545 εκατ. το 2024. Την ίδια στιγμή, περίπου 673 εκατ. άνθρωποι αντιμετώπισαν πείνα το 2024, δηλαδή το 8,2% του παγκόσμιου πληθυσμού. Παρά τη μικρή μείωση, τα επίπεδα παραμένουν υψηλότερα από ό,τι πριν από την πανδημία, ενώ η πείνα αυξάνει σε Αφρική και Νότια Ασία. Αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, εκτιμάται ότι 512 εκατ. θα αντιμετωπίζουν χρόνιο υποσιτισμό το 2030, με σχεδόν το 60% στην Αφρική. Τα κρυφά κόστη του παγκόσμιου αγροδιατροφικού συστήματος ανέρχονται σε 12 τρισ. δολάρια ετησίως, εκ των οποίων το 70% (8,1 τρισ.) συνδέεται με ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες.
«Τα τρόφιμα δεν είναι απλώς ζήτημα παραγωγής και εμπορίου. Είναι στρατηγικό κεφάλαιο, εξίσου κρίσιμο με την ενέργεια και τις σπάνιες γαίες, και βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής. Δείτε: η πανδημία COVID-19 αποκάλυψε την ευθραυστότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε σοβαρές διαταραχές στις αγορές σιτηρών, λιπασμάτων και ενέργειας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις θαλάσσιες οδούς εμπορίου και τις τιμές της ενέργειας, με άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή και τη διαθεσιμότητα τροφίμων παγκοσμίως. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τα πρότυπα γεωργικής παραγωγικότητας, ενώ νέες τεχνολογικές ασυμμετρίες δημιουργούν εξαρτήσεις σε σπόρους, λιπάσματα και ψηφιακή γεωργία», παρατηρεί στην «Κ» ο Στέφανος Φωτίου, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του OHE και του FAO με σημαντική εμπειρία στη διεθνή διακυβέρνηση συστημάτων τροφίμων.

Ο κ. Φωτίου κάνει λόγο για τη «διπλωματία των τροφίμων», πλαισιώνοντας τα παραδείγματα με αριθμούς. Πριν από την εισβολή, η Ουκρανία εξήγαγε σε πάνω από 125 χώρες, καλύπτοντας το 9% των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού, 12% αραβοσίτου και 46% ηλιελαίου. Σε 15 αφρικανικές χώρες, πάνω από το 50% των εισαγωγών σιταριού προερχόταν από την Ουκρανία. Επίσης, μέσα σε ημέρες από την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο του 2022, οι τιμές σιταριού εκτινάχθηκαν κατά 60% και αραβοσίτου κατά 15%. «Ολα αυτά δείχνουν ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος όπου εμπόριο, ενέργεια, τεχνολογία και γεωπολιτική αλληλεπιδρούν διαρκώς.
Τα τρόφιμα είναι στρατηγικό κεφάλαιο, εξίσου κρίσιμο με την ενέργεια και τις σπάνιες γαίες, αναφέρει ο Στέφανος Φωτίου, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του OHE.
Ωστόσο, οι μηχανισμοί διεθνούς διακυβέρνησης δεν έχουν εξελιχθεί με τον ίδιο ρυθμό. Οι υπάρχοντες θεσμοί, παρότι απαραίτητοι, λειτουργούν συχνά μέσα σε στεγανά και αργές διαδικασίες συναίνεσης, που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην ταχύτητα και την πολυπλοκότητα των σημερινών προκλήσεων», σημειώνει ο ίδιος, τονίζοντας ότι «αυτοί που υποφέρουν δεν έχουν πρόσβαση στη λήψη των αποφάσεων, όπου κυριαρχούν οι κυβερνήσεις των ισχυρών κρατών και οι μεγάλες εταιρείες. Χαρακτηριστικό είναι ότι αφρικανικές χώρες μιλούν για “διατροφική κυριαρχία”».
Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώθηκε πρόσφατα η δημιουργία του Food Diplomacy Network, μιας ανεξάρτητης διεθνούς πλατφόρμας διαλόγου και ανάλυσης με ισχυρή ελληνική παρουσία, καθώς ο κ. Φωτίου είναι ιδρυτικό μέλος και εκτελεστικός διευθυντής του.
«Το δίκτυο ορίζει τη διπλωματία των τροφίμων ως τη στρατηγική χρήση του διαλόγου, της διαπραγμάτευσης και του πολιτικού συντονισμού για τη διαχείριση των γεωπολιτικών διαστάσεων, των αλληλεξαρτήσεων, των εντάσεων και των ασυμμετριών εξουσίας που διαμορφώνουν τα παγκόσμια συστήματα τροφίμων», παρατηρεί ο κ. Φωτίου.
Το δίκτυο υποστηρίζεται από δύο θεσμούς: τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου (EPLO) με έδρα την Αθήνα και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένα από τα κορυφαία ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά ιδρύματα στις επιστήμες τροφίμων και γεωργίας. «Το Γεωπονικό φέρνει στο δίκτυο την επιστημονική και ακαδημαϊκή βάση που η διπλωματία των τροφίμων χρειάζεται, δηλαδή τη γνώση των συστημάτων παραγωγής, των τεχνολογικών εξελίξεων και των περιβαλλοντικών προκλήσεων που διαμορφώνουν το μέλλον της γεωργίας. Σε συνδυασμό με την εμπειρία του EPLO στο δημόσιο διεθνές δίκαιο και τη διακυβέρνηση, οι δύο θεσμοί συνθέτουν μια συνέργεια ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική, που τοποθετεί την Ελλάδα στο επίκεντρο αυτής της νέας προσπάθειας» σημειώνει, μιλώντας στην «Κ», ο πρύτανης του ιδρύματος Σπύρος Κίντζιος και επικεφαλής του Ινστιτούτου ΔΑΜΙΑ για τη διεθνή συνεργασία στις γεωτεχνικές επιστήμες και την επισιτιστική ασφάλεια.
Από πέντε ηπείρους
Το δίκτυο συγκροτείται γύρω από έναν κύκλο ιδρυτών από πέντε ηπείρους, μεταξύ των οποίων ο Ιμπραήμ Μαγιάκι, πρώην πρωθυπουργός του Νίγηρα και ειδικός απεσταλμένος της Αφρικανικής Ενωσης, ο Γκρατσιάνο ντα Σίλβα, πρώην γενικός διευθυντής του FAO και νυν γενικός διευθυντής του Zero Hunger Institute, η Ινάγια Εζεντίν, βουλευτής του Λιβάνου, ο Ντέιβιντ Λέιν, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στους οργανισμούς του ΟΗΕ στη Ρώμη, με κοινό στόχο να αναδείξουν τη διπλωματία των τροφίμων ως νέο πεδίο όπου κυβερνήσεις, ιδιωτικός τομέας, ακαδημαϊκή κοινότητα και κοινωνία των πολιτών μπορούν να σχεδιάζουν από κοινού λύσεις, πέρα από τα παραδοσιακά στεγανά. Οπως τονίζει ο κ. Κίντζιος, «θεωρώ ότι η χώρα μας διαθέτει ισχυρή παράδοση στην πολυμερή διπλωματία, σημαντική επιστημονική υποδομή στον τομέα των τροφίμων και της γεωργίας και βρίσκεται πλέον σε θέση να διαμορφώσει ενεργά αυτό το νέο πεδίο διεθνούς συνεργασίας, αντί απλώς να το παρακολουθεί».

