Σε ανοιχτό επιχειρηματικό πόλεμο εξελίσσεται η μάχη των ακτοπλοϊκών για τις Κυκλάδες. Εξαγορές πλοίων, επιστολές στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και πόλεμος τιμών εισιτηρίων διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό περιβάλλον στην έναρξη του καλοκαιριού. Την ίδια ώρα, οι προκλήσεις για το σύνολο των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων κλιμακώνονται, με τις επενδύσεις που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα να είναι δυσθεώρητες, ειδικά για τις μικρότερες επιχειρήσεις, και με τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, παρά την αποκλιμάκωση των τελευταίων ημερών, να εξακολουθούν να παραμένουν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα των προηγούμενων ετών, οδηγώντας σε ζημίες πολλά δρομολόγια.
Οι πιέσεις
Σε αυτό το περιβάλλον, οι αλλεπάλληλες αγορές πλοίων της μεγαλύτερης διαχειρίστριας ταχυπλόων στη χώρα, και μιας από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, της Seajets, συμφερόντων του εφοπλιστή Μάριου Ηλιοπούλου, όπως και η τιμολογιακή πολιτική προσφορών που εφαρμόζει, πιέζουν τις μικρότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά των Κυκλάδων και ειδικά τη Fast Ferries, συμφερόντων του επιχειρηματία Θεολόγου Παναγιωτάκη, αλλά και την Golden Star Ferries, συμφερόντων των επιχειρηματιών αδελφών Στεφάνου. Φήμες μάλιστα φέρουν τη Seajets να βρίσκεται κοντά σε συμφωνία εξαγοράς όλου του στόλου της Golden Star. Τέλος, στην αγορά δραστηριοποιείται και η Attica Group με συμβατικά όμως πλοία και όχι ταχύπλοα, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στους επιβάτες αλλά και στη μεταφορά οχημάτων και φορτηγών.
Το θέμα έφτασε στην ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού καθώς η Fast Ferries, σε προ ολίγων ημερών επιστολή της προς την ανεξάρτητη αρχή, μιλάει για ενδεχόμενη περαιτέρω συγκέντρωση της αγοράς και την καλεί να επιληφθεί του ζητήματος. Αν και στην επιστολή δεν κατονομάζεται η Seajets, αποτελεί κοινό τόπο στην αγορά εδώ και χρόνια ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ αυτής της εταιρείας και των δύο μικρότερων Fast Ferries και Golden Star Ferries. Πηγές της αγοράς εξηγούν πως το γεγονός ότι οι τιμές είναι χαμηλές ή σταθερές σε σχέση με πέρυσι σημαίνει πως δεν σηκώνονται τα «κόκκινα σημαιάκια» που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν τις αρχές αυτεπάγγελτα. Αλλες πλευρές όμως επισημαίνουν ότι δικαιώματα δεν έχουν μόνο οι επιβάτες αλλά και οι επιχειρήσεις, και ισχυρίζονται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εξελίσσεται de facto προσπάθεια απόκτησης δεσπόζουσας θέσης, η οποία μπορεί να απειλήσει ακόμα και τη βιωσιμότητα των μικρότερων ακτοπλοϊκών και μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές. Πριν από μερικές μέρες μάλιστα η Aegean Sea Lines που δραστηριοποιείτο στις Κυκλάδες, συμφερόντων του ομίλου Ευγενίδη, πούλησε το μοναδικό της πλοίο –που είχε δρομολογήσει μόλις πριν από λίγα χρόνια– στη Seajets, βγαίνοντας από την αγορά. Και σε σχετική ανακοίνωσή της ανέφερε πως «οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στις γραμμές των Δυτικών Κυκλάδων, στο πλαίσιο των ευρύτερων εξελίξεων που επηρεάζουν το περιβάλλον της ακτοπλοΐας, κατέστησαν μη ρεαλιστική τη συνέχιση της προσπάθειας υπό τις προϋποθέσεις και με τους στόχους για τους οποίους αυτή ξεκίνησε».

Στην επιστολή της Fast Ferries προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού σημειώνεται πως «η Fast Ferries δραστηριοποιείται επί περισσότερα από είκοσι έτη στην ελληνική ακτοπλοΐα, εξυπηρετώντας νησιωτικές περιοχές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η παρουσία μας δεν περιορίζεται στις περιόδους υψηλής ζήτησης, αλλά διατηρείται όλο το έτος και κατά τους χειμερινούς μήνες, αναλαμβάνοντας το σημαντικό κόστος διατήρησης πλοίων, πληρωμάτων, υποδομών και δρομολογιακής συνέπειας προς όφελος των τοπικών κοινωνιών και της νησιωτικής συνοχής. Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα παρακολουθούμε με ιδιαίτερη ανησυχία τις εξελίξεις που αφορούν τόσο τη λειτουργία του λιμένα Ραφήνας, όσο και τη συνολική δομή της ακτοπλοϊκής αγοράς των Κυκλάδων.
Το λιμάνι της Ραφήνας
Ειδικότερα, έχει δημιουργηθεί έντονη πίεση ως προς τη διαθεσιμότητα θέσεων ελλιμενισμού και διανυκτέρευσης πλοίων στον λιμένα Ραφήνας, με αποτέλεσμα να τίθενται ζητήματα που επηρεάζουν ουσιωδώς τη δυνατότητα ορισμένων ακτοπλοϊκών εταιρειών να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη δραστηριότητά τους». Επιπλέον, αναφέρει ότι «η ιδιαίτερα επιθετική εμπορική πολιτική που εφαρμόζεται κατά τη δρομολογιακή περίοδο 2026 στις γραμμές Ραφήνας – Κυκλάδων δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς τον πραγματικό σκοπό και τη βιωσιμότητα των συγκεκριμένων πρακτικών. Ιδίως, παρατηρείται ότι οι εν λόγω πολιτικές εφαρμόζονται κυρίως σε γραμμές όπου δραστηριοποιούνται εταιρείες με μόνιμη και ετήσια παρουσία, οι οποίες εξυπηρετούν τις νησιωτικές κοινωνίες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αναλαμβάνοντας το πλήρες λειτουργικό κόστος των χειμερινών μηνών και των περιόδων χαμηλής ζήτησης. Αντιθέτως, ο ανταγωνισμός προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από εποχικά δρομολογούμενα πλοία, τα οποία δραστηριοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά κατά την περίοδο υψηλής επιβατικής κίνησης, χωρίς να επιβαρύνονται με το κόστος της ετήσιας εξυπηρέτησης των νησιών. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται συνθήκες άνισης ανταγωνιστικής πίεσης εις βάρος των εταιρειών που διατηρούν σταθερή παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και οι οποίες καλούνται να χρηματοδοτούν τη χειμερινή λειτουργία τους από τα έσοδα της θερινής περιόδου.
Η εφαρμογή εξαιρετικά χαμηλών ναύλων, εκτεταμένων εκπτώσεων και εμπορικών προσφορών ακριβώς στις γραμμές όπου δραστηριοποιούνται ετήσιοι πάροχοι, σε συνδυασμό με την απουσία αντίστοιχης εμπορικής συμπεριφοράς σε αγορές όπου ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος ή ανύπαρκτος, δημιουργεί την εύλογη εντύπωση ότι οι συγκεκριμένες πρακτικές ενδέχεται να αποσκοπούν όχι μόνο στην προσέλκυση επιβατικής κίνησης αλλά και στην αποδυνάμωση της οικονομικής βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που εξυπηρετούν τις Κυκλάδες σε μόνιμη βάση». Στην ίδια επιστολή αναφέρεται πως «οι εν λόγω πρακτικές συνδυάζονται με διαδοχικές εξαγορές πλοίων και εκδηλωμένο ενδιαφέρον για περαιτέρω συγκέντρωση μεταφορικής δυναμικότητας στις Κυκλάδες, γεγονός που δύναται να οδηγήσει σταδιακά σε περιορισμό του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και σε αποδυνάμωση ή εκτοπισμό ανεξάρτητων ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων που διατηρούν ετήσια δραστηριοποίηση». Και εκτιμάται ότι η όλη υπόθεση «θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις αλλά και τη μακροπρόθεσμη λειτουργία της αγοράς, τις επιλογές των νησιωτών, τη διασφάλιση ανταγωνισμού στην παροχή ακτοπλοϊκών υπηρεσιών, το κόστος μεταφορών και τη διατήρηση απρόσκοπτης συγκοινωνιακής κάλυψης».
Υπενθυμίζεται ότι η ελληνική επιτροπή ανταγωνισμού έχει σε εξέλιξη κλαδική έρευνα για την ακτοπλοΐα όπου εξετάζει ενδελεχώς το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, των επιμέρους αγορών και όλων των πτυχών της. Η τελική έκθεση αναμένεται.

