Σημαντική είναι η επιβράδυνση που καταγράφει από τις αρχές του έτους ο ρυθμός αύξησης των τιμών πώλησης κατοικιών τόσο σε πανελλαδικό επίπεδο, όσο και στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, με βάση τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η Τράπεζα της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, κατά το φετινό πρώτο τρίμηνο η μέση αύξηση των τιμών σε πανελλαδικό επίπεδο ανήλθε σε 5,7%, έναντι αύξησης 8,3% στο αμέσως προηγούμενο τρίμηνο (δ΄ τρίμηνο 2025) κι ενώ για το σύνολο του προηγούμενου έτους η άνοδος διαμορφώθηκε σε 8,1% (και 9,1% το 2024).
Η εξέλιξη αυτή δείχνει να επιβεβαιώνει τις πηγές της αγοράς, που επισημαίνουν ότι καθώς η επίπτωση που είχε πέρυσι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» στην αγορά έχει αρχίσει να υποχωρεί, αντίστοιχα και οι αυξήσεις των τιμών θα ακολουθήσουν ανάλογη πορεία. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αττική, το πρώτο τρίμηνο του 2026, καταγράφεται και η ηπιότερη αύξηση, με 5,2%, έναντι ανόδου 6,5% το τέταρτο τρίμηνο του 2025 και συνολική άνοδο 6,5% το 2025.
Στη Θεσσαλονίκη, ο φετινός ρυθμός αύξησης έχει επίσης περιοριστεί σε 6,4%, έναντι συνολικής ανόδου κατά 9,7% το 2025, ενώ στις άλλες μεγάλες πόλεις, οι τιμές των κατοικιών «τρέχουν» φέτος με ετήσιο ρυθμό 5,4%, έναντι αύξησης κατά 10,2% συνολικά το 2025. Στην υπόλοιπη χώρα (κυρίως τουριστικές περιοχές), η εικόνα είναι ελαφρώς διαφορετική, καθώς το φετινό πρώτο τρίμηνο, οι τιμές καταγράφουν αύξηση κατά 6,9%, όντας η υψηλότερη πανελλαδικά, ενώ το 2025 είχαν αυξηθεί με ρυθμό 9,1%. Ασφαλώς, τα παραπάνω στοιχεία δεν αλλάζουν το γεγονός ότι οι τιμές των κατοικιών έχουν καταγράψει μια σωρευτική αύξηση που ξεπερνάει το 87,5% σε πανελλαδικό επίπεδο, κατά την περίοδο 2017-2025. Στην Αττική, η συνολική αύξηση το ίδιο διάστημα ανέρχεται σε 104,5%, όντας 13,1% υψηλότερα από το 2008. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη παρατηρείται αύξηση κατά 99,4% από το 2017 και οι τιμές ξεπερνούν και κατά 6,2% το επίπεδο του 2008.
Η εξέλιξη αυτή έχει περιορίσει σημαντικά και τις προσδοκώμενες αποδόσεις από την εκμετάλλευση κατοικιών, ειδικά για όσους σπεύδουν σήμερα να προβούν σε μια επένδυση με στόχο την εκμετάλλευση. Σε σχετική ανάλυσή της, η ReDataset, του ομίλου Resolute, καταγράφει τις προσφερόμενες αποδόσεις των κατοικιών σε διάφορες περιοχές της Αττικής, όπως επίσης και στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρεια. Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι πλέον, είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν μεικτές αποδόσεις άνω του 6% και αυτό οφείλεται στο ότι οι τιμές των ενοικίων, παρά τις σημαντικές αναπροσαρμογές που έχουν μεσολαβήσει, δεν έχουν αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό με τις τιμές πώλησης.
Στο πλαίσιο αυτό, στο σύνολο της Αττικής, η υψηλότερη απόδοση από την εκμίσθωση κατοικίας εντοπίζεται στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας με 7,1%, που δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί επενδυτικός «προορισμός». Ακόμα και στο κάποτε προσιτό Περιστέρι, η προσφερόμενη απόδοση δεν ξεπερνάει το 4,4%, ενώ θετικότερη είναι η εικόνα στο κέντρο της Αθήνας (Δήμος Αθηναίων) με απόδοση 5,4%. Αντίστοιχα, σε Καισαριανή και Ζωγράφου προσφέρονται αποδόσεις 5% και 4,9% αντίστοιχα.
Στον αντίποδα, οι ακριβότερες περιοχές, ειδικά στα βόρεια και στα νότια προάστια της Αττικής, καταγράφουν τις χαμηλότερες αποδόσεις στην Αττική, κάτι που οφείλεται ασφαλώς στις πολύ υψηλές τιμές πώλησης και στα χαμηλότερα (αναλογικά) ενοίκια. Ανασταλτικός παράγοντας για την επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων είναι ασφαλώς και το μείγμα των προσφερόμενων κατοικιών, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι μεγάλης επιφάνειας (άνω των 80-85 τ.μ.) που περιορίζει την απόδοση ανά τ.μ. επιφάνειας. Ετσι, στα βόρεια, η περιοχή με την υψηλότερη απόδοση είναι το Χαλάνδρι, αλλά με μόλις 4,7%, ενώ ακολουθεί η Κηφισιά με 4,3%. Το δε Μαρούσι δεν ξεπερνάει το 3,8%. Αντίστοιχα, στα νότια προάστια, η Γλυφάδα προσφέρει απόδοση μόλις 3,1% και η περιοχή της Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης 3,2%.
Αισθητά υψηλότερες αποδόσεις προσφέρονται όμως σε μεγάλα αστικά κέντρα της Περιφέρειας, ειδικά όπου υπάρχει και ζήτηση από φοιτητές. Στη Λάρισα, η απόδοση διαμορφώνεται σε 7%, ενώ ακολουθούν ο Βόλος και η Πάτρα με 6% και 5,9% αντίστοιχα. Μικρότερη απόδοση προσφέρει η Θεσσαλονίκη με 4,3%, απόρροια της σημαντικής αύξησης των τιμών πώλησης την τελευταία διετία, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, σημειώθηκαν αυξήσεις κατά 11,7% το 2024 και 9,7% το 2025.

