Σπυρίδων Μπρούζας, Πέτρος Νικολάου*
26.04.2026 • 11:07
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί έναν από τους κρισιμότερους θαλάσσιους κόμβους του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Η πιθανότητα περιορισμού ή διακοπής της διέλευσης αργού πετρελαίου (crude) και διυλισμένων προϊόντων (refined products) από το σημείο αυτό ενισχύει την αβεβαιότητα, μεταβάλλει άμεσα τις προσδοκίες της αγοράς και μπορεί να οδηγήσει σε ισχυρές διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας. Για να μειωθεί η αβεβαιότητα και να αξιολογηθούν ορθότερα οι επιπτώσεις μιας τέτοιας διαταραχής, δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο πόσο πετρέλαιο παράγεται. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουμε ότι δεν είναι όλα τα αργά πετρέλαια (crude oil) ίδια: η πυκνότητα και η περιεκτικότητα σε θείο επηρεάζουν τόσο το είδος των προϊόντων που μπορεί να παραχθούν κατά τη διύλιση όσο και το κόστος αυτής της επεξεργασίας.
Δεν είναι ρεαλιστικό να θεωρηθεί ότι, ακόμη και σε ένα ακραίο σενάριο, θα μηδενιστεί αυτομάτως το σύνολο των εξαγωγών από τον Κόλπο. Το Ιράν, ακόμη και υπό συνθήκες έντασης, έχει κατά περιόδους διατηρήσει σημαντικό μέρος των εξαγωγών αργού του. Επιπλέον, το Ομάν διαθέτει άμεση πρόσβαση στην Αραβική Θάλασσα και συνεπώς είναι λιγότερο εκτεθειμένο σε περιορισμούς στο Στενό του Ορμούζ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν πρόσβαση στον Κόλπο του Ομάν μέσω του λιμένα Fujairah και του αγωγού Habshan–Fujairah, ο οποίος επιτρέπει μερική παράκαμψη του στενού. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει επίσης τον αγωγό East–West που καταλήγει στο Yambu στην Ερυθρά Θάλασσα, ο οποίος λειτουργεί ως κρίσιμη βαλβίδα αποσυμπίεσης.
Στο δυσμενέστερο σενάριο εξετάζεται ένας καθολικός αποκλεισμός του στενού, ο οποίος θα μπορούσε θεωρητικά να προκύψει μέσω ναρκοθέτησης ή άλλης μορφής στρατιωτικής παρεμπόδισης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η έξοδος πλοίων διά των Στενών του Ορμούζ καθίσταται αδύνατη καθολικά και η μετακίνηση γίνεται μόνο μέσω των διαθέσιμων αγωγών. Πρόκειται για σενάριο υψηλής έντασης, το οποίο θα είχε πολύ σοβαρές επιπτώσεις και για το ίδιο το Ιράν, καθώς η οικονομία του εξαρτάται σημαντικά από τις εξαγωγές πετρελαίου. Τότε η προσφορά αργού θα μπορούσε να προσεγγιστεί σύμφωνα με τον Πίνακα 1.
Σε ένα τέτοιο σενάριο η παγκόσμια προσφορά αργού θα μειωθεί κατά 11 mb/d, ενώ μπορούμε να υποθέσουμε πως και η πλειοψηφία των παραγώγων πετρελαίου που παράγονται στον Κόλπο και προορίζονται προς την παγκόσμια αγορά θα παραμείνουν στον Κόλπο μειώνοντας τη διαθεσιμότητα κατά επιπλέον 3 mb/d παραγώγων πετρελαίου. Σε αυτό το σενάριο, η παγκόσμια προσφορά πετρελαιοειδών θα συρρικνωθεί κατά περίπου 13%. Συνεπώς, η παγκόσμια διαθεσιμότητα θα μειωθεί κατά 11%-16% για τα αεροπορικά καύσιμα, κατά 11%-16% για τη βενζίνη, 8%-14% για το ντίζελ και 6%-15% για τα ναυτικά καύσιμα.
Η Ευρώπη αναμένεται να δεχθεί μικρότερο άμεσο φυσικό πλήγμα στο crude σε σχέση με την Ασία, επειδή μόνο μικρό μέρος των ροών crude μέσω Ορμούζ καταλήγει απευθείας εκεί. Θα μπορούσε όμως να δεχθεί σημαντικό δευτερογενές πλήγμα μέσω των refined products: όσο μειώνεται το ασιατικό και μεσανατολικό export surplus, τόσο δυσκολότερη και ακριβότερη γίνεται η κάλυψη ελλειμμάτων σε diesel και jet fuel. Η Αφρική και άλλες product-importing αγορές θα ήταν επίσης εκτεθειμένες για τον ίδιο λόγο. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν μικρότερη άμεση φυσική εξάρτηση από τις ροές του Ορμούζ και να επηρεάζονται περισσότερο μέσω των διεθνών τιμών παρά μέσω καθαρού physical shortage. Από την άλλη μεριά, η Ασία δεν επηρεάζεται μόνο επειδή καταναλώνει πολύ πετρέλαιο, αλλά και επειδή μετατρέπει το crude του Κόλπου σε προϊόντα για την ίδια και για τον υπόλοιπο κόσμο.
Επίσης, οι τιμές για τα διάφορα παράγωγα πετρελαίου, στην περίπτωση καθολικού αποκλεισμού, προβλέπεται να αυξηθούν σύμφωνα με τον Πίνακα 2.
Προφανώς, το εύρος της μεταβολής των τιμών είναι πολύ μεγάλο. Σε μικρές διαταραχές, η αγορά μπορεί να απορροφήσει μέρος του σοκ μέσω περιορισμένων προσαρμογών στην κατανάλωση. Ομως όσο μεγαλύτερη γίνεται η μείωση της προσφοράς, τόσο πιο έντονα εμφανίζονται τα όρια υποκατάστασης και προσαρμογής της ζήτησης και συνεπώς η αύξηση της τιμή αναγκαστικά θα κατευθυνθεί προς το ψηλότερο εύρος.
Η πορεία του μηνιαίου ενεργειακού πληθωρισμού κατά μέσον όρο στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε., κατά την περίοδο Απριλίου 2025 – Φεβρουαρίου 2026, χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταβλητότητα και διαδοχικές εναλλαγές. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι ενεργειακές τιμές δεν ακολουθούν γραμμική τάση, αλλά παρουσιάζουν έντονη ευαισθησία σε βραχυχρόνια σοκ. Η μεταβλητότητα αυτή συνδέεται με τη δομή της αγοράς πετρελαίου που αναλύθηκε προηγουμένως, όπου σχετικά μικρές μεταβολές στην προσφορά crude μπορούν να οδηγήσουν σε δυσανάλογες μεταβολές στις τιμές τελικών προϊόντων. Η λιανική αγορά καυσίμων στην Ευρώπη μπορεί βραχυχρόνια να εμφανίζεται πιο συγκρατημένη από ό,τι σε άλλες περιοχές, λόγω μεγαλύτερου φορολογικού βάρους και κρατικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, η φαινομενικά ηπιότερη ποσοστιαία αύξηση στην αντλία δεν συνεπάγεται απουσία πίεσης στο σύστημα. Σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης, η δυνατότητα απορρόφησης του σοκ μέσω φορολογικών ή δημοσιονομικών μέτρων ενδέχεται να εξασθενήσει, καθιστώντας περισσότερο ορατές τις πραγματικές πιέσεις στο κόστος καυσίμων, στις μεταφορές και τελικά στον πληθωρισμό.
Σε δευτερογενές επίπεδο, μια τέτοια κρίση θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυχρόνια οφέλη για ορισμένους εξαγωγείς εκτός Κόλπου. Η Ρωσία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, έχει επωφεληθεί από υψηλότερες διεθνείς τιμές και από ενίσχυση της ζήτησης στην Ασία, ιδίως εφόσον ασιατικά διυλιστήρια και εισαγωγείς αναζητούν υποκατάστατες ροές crude. «Η ολοκληρωμένη τεχνοοικονομική μελέτη παρουσιάζεται στον ιστότοπο του Δικτύου Ενεργειακής Πολιτικής ΚΟΙΝΣΕΠ».
*Ο κ. Σπυρίδων Μπρούζας είναι Ειδικός Συνεργάτης Δικτύου Ενεργειακής Πολιτικής ΚΟΙΝΣΕΠ και ο κ. Πέτρος Νικολάου είναι μέλος του Δικτύου Ενεργειακής Πολιτικής ΚΟΙΝΣΕΠ.

